Miles Davis

Μίλια μπροστά από την εποχή του [1]


Ο Miles Davis και εξώφυλλα δίσκων του

Τη χρονιά που διανύουμε, ο Miles θα τα είχε εκατοστίσει. Δεν πρόλαβε όμως! Μας εγκατέλειψε στα εξήντα πέντε του έχοντας καταπονήσει το πνεύμα του με τη μουσική και το σώμα του με διάφορα άλλα.

Ο Miles Dewey Davis III (1926-1991) υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα της μουσικής σκηνής του εικοστού αιώνα. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, τα παιδικά του χρόνια ανέμελα –όσο θα μπορούσαν να είναι αυτά ενός Αφροαμερικανού την εποχή εκείνη– και η τάση του προς τη μουσική εμφανίστηκε νωρίς. Κάποιος του έκανε δώρο μια τρομπέτα κι αυτό ήταν.

Ο Miles έχει πολύ μεγάλη σημασία για μένα γιατί η μουσική του ήταν η «γέφυρα» που με συνέδεσε από τον πεπερασμένο κόσμο της μουσικής ροκ, που άκουγα τότε, με το άπειρο σύμπαν της μουσικής τζαζ. Αναφέρομαι βέβαια στο άλμπουμ Bitches Brew. Όταν το είχα ακούσει, στις αρχές της δεκαετίας του '70, είχα «κουφαθεί».

Η μουσική εξέλιξη του Miles Davies θα μπορούσε να διακριθεί σε πέντε περιόδους, χωρίς να είναι πάντα ευδιάκριτα τα όρια μεταξύ τους. Τα άλμπουμ που αναφέρονται σ' αυτό το άρθρο είναι ενδεικτικά· υπάρχει άλλωστε και η δισκογραφία του.

Η πρώτη ήταν αυτή του bebop, όπως άλλωστε και σχεδόν όλων των μουσικών της γενιάς του. Charlie "Bird" Parker, Dizzy Gillespie και διάφορα άλλα συμπαρομαρτούντα «βοηθήματα».
«Το πιο δυνατό συναίσθημα που ένιωσα στη ζωή μου –ντυμένος– ήταν όταν πρωτάκουσα τον Ντιζ και τον Μερντ να παίζουν μαζί στο Σεντ Λούις του Μιζούρι.» Έτσι ξεκινάει την Αυτοβιογραφία του.[2]
Υπάρχουν αρκετές ηχογραφήσεις που μας μεταφέρουν τη μουσική αυτής της περιόδου. Δεν έχω καταφέρει πάντως να συμφιλιωθώ με το bebop έτσι κι αλλιώς· πείτε με άσχετο. Μουσική επανάσταση και δεξιοτεχνία αναμφισβήτητα, αλλά προτιμάω τον Bird με την ορχήστρα εγχόρδων και τον Diz όπως τον είχα απολαύσει στο Ηρώδειο το 1990, χωρίς τις φουστανέλες της προηγούμενης εμφάνισής του στα τέλη της δεκαετίας του '50. Έτσι κι αλλιώς, δεν την είχα παρακολουθήσει λόγω ηλικίας.

Η δεύτερη ήταν αυτή της cool jazz με το εννεαμελές του μουσικό σύνολο (Birth of the Cool), του Third Stream μέσω της συνεργασίας του με τον μαέστρο Gil Evans (Miles Ahead) και του hard bop με το πρώτο κουιντέτο (Round About Midnight, Milestones). Είχε επίσης συνθέσει και ερμηνεύσει –μ' ένα άλλο τοπικό κουιντέτο– τη μουσική για την ταινία του Louis Malle L' ascenseur pour l' échafaud, μία από τις πρώτες της γαλλικής nouvelle vague. Aυτό έγινε στο Παρίσι.

Το επιστέγασμα της περιόδου αυτής ήταν το άλμπουμ Kind of Blue, με σεστέτο στην περίπτωση αυτή. Θεωρείται από πολλούς το καλύτερο της μουσικής την οποία εκπροσωπεί κι αν με περιλάβετε στους πολλούς είναι. Είχε αρχίσει την περιπλάνησή του σε ανεξερεύνητες μουσικές ηπείρους. Ήταν η εποχή της modal μουσικής: «Λιγότερες συγχορδίες αλλά απεριόριστες δυνατότητες για το τι θα κάνεις μ' αυτές.», είχε πει ο ίδιος.

Λίγο πιο πριν είχαν «εφευρεθεί» οι δίσκοι 33+1/3 στροφών, τα λεγόμενα LP που έδιναν περισσότερο χρόνο στους μουσικούς να αναπτύξουν τις ιδέες τους και κυριάρχησαν για δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία. Τα αντικατέστησαν τα CD· εξακολουθούν πάντως να υπάρχουν.

Η εξερεύνηση συνεχίστηκε και στην τρίτη περίοδο, με τον Gil Evans πάλι (Porgy and Bess, Sketches of Spain) και το δεύτερο κουιντέτο (Nefertiti, Filles de Killimanjaro). Στις τελευταίες ηχογραφήσεις του κουιντέτου είχε αρχίσει δειλά δειλά να κάνει την εμφάνισή του το ηλεκτρικό πιάνο του Herbie Hancock· προφητεία για το τι θα επακολουθούσε. «Χώμα, αέρας, νερό και φωτιά», είχε χαρακτηριστεί η μουσική των πέντε βιρτουόζων. Post bop ήταν ένας πιο μουσικολογικός όρος. Ο πολύς Miles ήταν κάτι σαν ίσος μεταξύ όλων. Όπως σε όλη του την σταδιοδρομία όμως κοίταζε στο μέλλον, το οποίο δεν θ' αργούσε να προκαλέσει την έκρηξη – το big bang σα να λέμε.

Η έκρηξη έγινε την τέταρτη περίοδο με το άλμπουμ Bitches Brew που προαναφέραμε. Μία πλειάδα σπουδαίων μουσικών, οδηγούμενων από τους διονυσιακούς-αφρικανικούς ρυθμούς των τυμπάνων και λοιπών κρουστών εκτοξεύουν τη μουσική του σ' ένα ανεξερεύνητο σύμπαν. Ενισχυτές, παραμορφωτές και διάφορα άλλα νέα τεχνολογικά εργαλεία ήταν αυτουργοί του εγχειρήματος. Στην αρχή, ξένισε το ακροατήριο, μετά το αφομοίωσε. Παράλληλα, ή/και λίγο αργότερα, ηχογραφήθηκε το αμφιλεγόμενο Big Fun.

Ακολούθησαν πολλά άλμπουμ, θα περιοριστώ όμως σε δύο που είχαν ηχογραφηθεί την ίδια ημέρα στην Οσάκα της Ιαπωνίας το 1975, στην απογευματινή και την βραδινή συναυλία. Αναφέρομαι στις ζωντανές ηχογραφήσεις Agharta και Pangaea αντίστοιχα. Τη μουσική αυτή είτε την λατρεύει κάποια/ος είτε ούτε που θέλει να την ακούει. Προσωπικά ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Το τι έπαιξαν αυτοί οι επτά άνθρωποι σε μία μέρα είναι… ανήκουστο!

Η πέμπτη περίοδος είναι ίσως η πιο μακροσκελής αλλά συνδυάζεται με πολύχρονη απουσία του από τις ζωντανές εμφανίσεις και αραιές ηχογραφήσεις στα στούντιο. Επανήλθαν οι εξαρτήσεις και επιδεινώθηκαν τα προβλήματα υγείας του. Έληξε με τον θάνατό του. Κατά τη διάρκειά της, το 1985, τον είχαμε απολαύσει στον Λυκαβηττό με την κόκκινη –αν θυμάμαι καλά– τρομπέτα του· ανεξάρτητα αν μας είχε γυρισμένη την πλάτη την περισσότερη ώρα. Εκείνη τη χρονιά είχε κυκλοφορήσει το άλμπουμ You're Under Arrest και την προηγούμενη το Decoy. Λέγεται ότι δεν ήταν στα καλύτερά του. Άλλο όμως να έχεις παρακολουθήσει συναυλία του Miles Davis κι άλλο όχι.

Κάπου εδώ θεωρώ ότι πρέπει να τελειώσω. Έχουν γραφτεί άλλωστε τόσo πολλά για τον ανεπανάληπτο Miles. Αμέτρητα άρθρα, πολλές βιογραφίες... παραθέτω μία που έχω στη διάθεσή μου.[3] Ήθελα απλά να μοιραστώ μαζί σας τον θαυμασμό μου για έναν μουσικό που σημάδεψε με το έργο του τον περασμένο αιώνα – και όχι μόνο.

Δυο πραγματάκια να πω ακόμα.
Η δισκογραφία του περιλαμβάνει περισσότερα από εκατό άλμπουμ, άντε να τ' ακούσεις δηλαδή. Αυτά τα λίγα που παραθέτω είναι σταγόνα στον ωκεανό.
Από τα διάφορα σχήματά του έχουν εκκολαφθεί εξαιρετικοί μουσικοί οι οποίοι έχουν γράψει –πριν, παράλληλα ή μετά την συνεργασία τους– την δική τους ιστορία. Πολύ ενδεικτικά αναφέρω τους: John Coltrane και Wayne Shorter (στο σαξόφωνο), Keith Jarrett και Herbie Hancock (στο πιάνο), John McLauglin και John Scofield (στην κιθάρα), Ron Carter και Michael Henderson (στο μπάσο), Tony Williams και Jack DeJonette (στα ντραμς). Άφησα μόνο του τον πιανίστα Bill Evans του οποίου η συμβολή στον ρηξικέλευθο προσανατολισμό του Kind of Blue θεωρείται καθοριστική.
Σε πολλές περιπτώσεις έχει εκφράσει την εκτίμησή του προς τους συνεργάτες του. Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του είχε πει: «Αυτό που έκανα θα το είχα κάνει έτσι κι αλλιώς. Αλλά το κάναμε μαζί, δεν το έκανα μόνος μου».
Καλύτερα όμως να τελειώσει ο ίδιος το άρθρο με τις τελευταίες λέξεις της Αυτοβιογραφίας του. «Πιστεύω ότι το μέλλον μου επιφυλάσσει ακόμα καλύτερες μέρες… Πρέπει να συνεχίσω, να κάνω καινούρια πράγματα κάθε μέρα που παίζω. Να είμαι μπροστά από την εποχή μου και τώρα και στο μέλλον.» Δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκπληρώσει το όνειρό του αυτό. Μας άφησε δύο χρόνια μετά την έκδοσή της. Δύο μήνες πριν το τέλος του, όμως, είχε επιστρέψει στο παρελθόν. Με την παρότρυνση και τη μουσική διεύθυνση του Quincy Jones είχε παρουσιάσει –με πολυμελή ορχήστρα– στο φεστιβάλ τζαζ του Montreux αποσπάσματα από τις συνεργασίες του με τον Gil Evans.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
[1] Miles Ahead είναι ο τίτλος άλμπουμ του Miles Davis σε συνεργασία με τον σπουδαίο Gil Evans και μία πλειάδα μουσικών. Αυτά το 1957, λίγο πριν αλλάξει ο καιρός με τα δύο κουιντέτα των δεκαετιών του '50 και του '60 και ξεσπάσει στη συνέχεια η ηλεκτρική καταιγίδα της δεκαετίας του '70· του προηγούμενου αιώνα φυσικά.
[2] Μάιλς, Αυτοβιογραφία, εκδόσεις Σέλλας, 1991.
[3] Ian Carr, Miles Davis: A Critical Biography, εκδόσεις Paladin Books, 1984.