Άρχισα να γράφω εντελώς τυχαία. Λόγω δηλείας δηλαδή. Κρατούσα σημειώσεις με έναν τρόπο, για όλα όσα έχω την ανικανότητα να πω. Πάντα παραβολικά. Να μην εξευτελίσω τις λεπτομέρειες. Χειμαρρωδώς και ακατέργαστα. Χωρίς μηχανισμό. Χωρίς ακριβή αυτοτέλεια.
Μιλώντας μια μέρα με τον Τσιμάρα στο τηλέφωνο –ούτε πού θυμάμαι πότε– μου ανέφερε πως θα συνεργαστεί με το Θέατρο των Αλλαγών. Εγώ σπούδαζα υποκριτική εκεί κι είχα γνωρίσει τον Τσιμάρα μέσω κοινού μας φίλου. Μου είπε «Θα διδάξω δημιουργική γραφή» και του είπα απλώς «Ωραία θα έρθω!». Και πήγα. Θυμάμαι στο πρώτο μάθημα μας έδωσε μια συγκεκριμένη οδηγία και μετά είπε «Γράψτε».
Δεν ήξερα ούτε τι, ούτε πώς. Ήξερα μόνο πως όταν γράφω δεν λέω ψέματα και δεν υπεκφεύγω. Με τον Τσιμάρα είχαμε έναν κοινό κώδικα. Ευδιάκριτο. Αναγνώριζε τα αισθήματά μου, τον αφορούσαν. Κι εγώ το εμπιστεύτηκα αυτό. Ακόμα τον ακούω μέσα στα αφτιά μου. «Καταλαβαίνω τι θες να πεις εδώ, αλλά είναι αυτή η σωστή λέξη; Αυτό που εννοείς είναι πιο απλό, γιατί το περιπλέκεις;» «Πρόσεχε εδω! Είναι ανυπόφορο να κουνά κανείς το δάχτυλο». Άρχισαν τα κείμενά μου να μου είναι εύκολα. Να μπορώ να γράφω καλύτερα από ό,τι μιλώ. Βρήκα τον δικό μου μηχανισμό.
Δεν έχω συγγραφικό χρόνο. Γράφω όταν το χρειάζομαι. Παρατηρώ πως οι περισσότερες εικόνες μού έρχονται καθώς οδηγώ. Πρέπει να σταματήσω το αυτοκίνητο, να γράψω αμέσως. Αν δεν το κάνω, το κείμενο εξαφανίζεται. Δοκίμασα μια δύο φορές να γράψω αργότερα μια σκέψη που είχα κάνει νωρίτερα. Τεράστια αποτυχία. Σαν να προσπαθούσα να μιμηθώ κάτι όχι δικό μου.
Κοιτώ να ποιήματά μου από απόσταση και ακόμα δεν ξέρω πώς τα έγραψα. Είναι σαν την στιγμή που γράφω να έχει καταλάβει το σώμα μου κάτι άλλο. Κάποιος άλλος. Δεν έχω ιδέα από πού έρχονται, ξέρω όμως τι θέλουν.
Χρειάστηκε άπειρο θάρρος και θράσος να μαζέψω, για να καταφέρω να μοιραστώ τα κείμενα αυτά. Ντρεπόμουν φρικτά. Ακόμη ντρέπομαι. Αισθάνομαι απατεώνας. Κάποια κείμενα αποσπασματικά, με ασφάλεια δηλαδή, είχα τολμήσει να τα μοιραστώ με τον καλύτερό μου φίλο. Σκληρό κριτή, τεχνοκράτη με βαθιά αισθήματα! Με ένιωσε. Κι η εμπειρία του μαζί μου στην επικοινωνία ήταν πάντα ζόρικη. Δεν ξέρω πώς να εκφράζομαι. Μετά από αυτό άρχισα να με εμπιστεύομαι. Να πιστεύω στη γραφή μου, όσο δεν είχα πιστέψει ποτέ στη γλώσσα μου, στο ίδιο μου το στόμα.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως είχα πάνω από 70-80 «ωφέλιμα» κείμενα. Εννοώ κείμενα που είχα καταλάβει ακριβώς τι θέλουν να πουν. Ανάμεσα στα κείμενα αυτά αναγνώριζα μια κοινή θεματική σε πολλά. Τα μάζεψα σε ένα αρχείο και κοιτάζοντάς τα, είδα τα Υστερόγραφα. Αποφάσισα να τα στείλω σαν πρόταση σε εκδοτικούς με τρεμάμενα χέρια. Με είχε παραλύσει τόσο ο φόβος της ορατότητας όσο και της απόρριψης αλλά ήταν μικρότεροι από τη δίψα μου.
Έλαβα θετική απάντηση σχεδόν αμέσως· αυτό το συναίσθημα με τίναξε σαν ρεύμα. Ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Βακχικόν που με εμπιστεύτηκε.
Τα υπόλοιπα ποιήματα, αυτά της δεύτερης συλλογής, τα μεταγενέστερα δηλαδή, είναι κάπως πιο πυκνωμένα στις έννοιες. Σαν να έχω μετατοπιστεί με έναν τρόπο. Η σκέψη μου είναι κάπως διαφορετική εκεί. Ίδιος κώδικας, ίδια φωνή, διαφορετικό μέσο. Δεν είναι έτοιμο βιβλίο ακόμα, το ξέρω γιατί δεν έχει όνομα. Εμπλέκομαι συναισθηματικά με τη θεματική του δεύτερου βιβλίου. Εώς ότου απεμπλακώ δεν μπορώ να το μοιραστώ. Αυτό τουλάχιστον συνέβη με τα Υστερόγραφα.
Ακολουθώ με ευλάβεια αυτό που συμβαίνει, το εμπιστεύομαι. Έχω πίστη σε αυτό. Δεν το αναλύω. Είναι για μένα.
Μάρα Ανδρέου
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η ποιητική συλλογή της Μάρας Ανδρέου Στα υστερόγραφα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.



