Έμεινε στην ιστορία καθώς ήταν από τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της μαζί με τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Επίσης, έμεινε ως εκπρόσωπος του νατουραλισμού στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Η ασχολία του ήταν επιτυχής και αξία θαυμασμού, σε όλα τα γραπτά του εκτός, όμως, από τα θεατρικά έργα, όπως ποίηση, ιστορικά σημειώματα, παιδικά βιβλία, χρονογραφήματα, μελέτες, διηγήματα και ιστορικά ανέκδοτα.
Γεννήθηκε το 1865, σπούδασε στο Γυμνάσιο στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Στην Πάτρα γνώρισε σε προσωπικό επίπεδο τους Επτανήσιους, αλλά συνδέθηκε με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.
Το 1883, όταν αποφοίτησε από το Γυμνάσιο, έκανε εγγραφή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών αλλά ο κύριος στόχος του ήταν μια σταθερή, μόνιμη εργασία, η οποία θα του επέφερε κέρδη παρά το ότι είχε ύφεση προς αυτή την επιστήμη.
Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα μπήκε στην πνευματική ζωή της εποχής όπου και σύναψε γνωριμία με λογοτέχνες όπως τον Ξενόπουλο και τον Παλαμά.
Από το 1885 είχε δημοσιεύσει νουβέλες, διηγήματα σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά όπως και άρθρα, λαογραφικά κείμενα και διάφορες εντυπώσεις από ταξίδια.
Το πρώτο διήγημα που δημοσίευσε ήταν Η Ασήμω το 1865 στο περιοδικό Εβδομάς του Δ. Καμπούρογλου και την Εστία.
Το φθινόπωρο του 1887 έκανε επίσκεψη στη Ζάκυνθο όπου άρχισε να ασχολείται με τη γραφή άρθρων για το Αρχείο και τη Βιβλιοθήκη της Ζακύνθου που δημοσιεύθηκαν στη Νέα εφημερίδα.
Το 1888 αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή και συνέχισε το γράψιμο και τη δημοσίευση των διηγημάτων του σε περισσότερα έντυπα περιοδικά όπως στο ημερολόγιο Ποικίλη Στοά, στο Ημερολόγιο του Σκόκου και σε εφημερίδες: Καθημερινή, Ακρόπολη...
Το 1889 έγινε η πρόσληψή του ως αρθρογράφος στην εφημερίδα όπου παρέδιδε πολλά άρθρα που είχαν λαογραφικό περιεχόμενο ενώ συγχρόνως είχε ξεκινήσει την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας.
Το 1891 έγινε η μετάθεσή του στη Λάρισα όπου η εκεί ζωή του θα τον προμηθεύσει και τις υπόλοιπες πληροφορίες για τον Ζητιάνο του.
Το 1895 είχε εγκαταλείψει τελείως τη θαλασσινή ζωή, επισκέφθηκε στην Ορεινή Ναυπακτία και τα Κράβαρα ενώ διετέλεσε το επάγγελμα του ιατρού στην κοινότητα Άμπλιανη Ευρυτανίας, όπου εκεί τελείωσε τον Ζητιάνο του και ξεκίνησε τον Αμαρτωλό.
Το 1896 έγινε η κατάταξή του στον στρατό ως μόνιμος στρατιωτικός γιατρός, αφού πρώτα είχε δημοσιεύσει τον Ζητιάνο σε συνέχειες στη εφημερίδα Εστία.
Την επόμενη χρονιά του απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο στον διαγωνισμό διηγήματος στην Εστία με το διήγημα Πάσχα στα πελάγη.
Το 1908 ορίστηκε μέλος της Λαογραφικής Εταιρείας του Νικολάου Πολίτη.
Το 1909 έκανε ένα σύντομο ταξίδι στη Σκιάθο όπου συνάντησε τον Παπαδιαμάντη.
Το 1910 έλαβε συμμετοχή στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού ομίλου μαζί με τον Λορέντζο Μαβίλη, τον Ίωνα Δραγούμη και άλλους που αγωνίζονταν για την αναμόρφωση της παιδείας πάνω σε καινούργιες βάσεις.
Το 1911 μαζί με άλλους κορυφαίους συγγραφείς τον τίμησαν με το παράσημο του Αργύρου Σταυρού για τη μεγάλη λογοτεχνική του προσφορά.
Υπήρξε ενεργό δραστήριο μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου, που ήταν εξίσου θερμός υποστηρικτής του κινήματος στο Γουδί και ταυτόχρονα στο κίνημα των δημοτικιστών εναντίον των προγονόπληκτων ως μέλος της Εταιρείας της Εθνικής Γλώσσας, που κατέβαλε προσπάθειες για την καθιέρωση της δημοτικής σε όλες τις δημόσιες πλευρές της ζωής του έθνους.
Ο Καρκαβίτσας άρχισε να γράφει στην καθαρεύουσα αλλά από τη δεκαετία του 1890 και μετά, πήρε την απόφαση να την αφήσει για τη δημοτική, που ενδιέφερε όλο και περισσότερα πνεύματα εκείνη την εποχή.
Εκδόσεις έργων του: Λόγια της πλώρης (1899), Κάβο Μαλλιάς (1893), Η γοργόνα (1895), Ο ζητιάνος (1896), Η πατρίδα (1893), Η Σμυρνιά (1894), Η γυναίκα (1891) καθώς και πολλά ακόμα.
Εκπαιδευτικά βιβλία: Διγενής Ακρίτας (1920), Αναγνωστικό (1918), Η πατρίδα μας Αρχαία και Νέα Εποχή (1919).
Εκδόσεις απάντων: Τα πάντα (1973, σκόρπια ανέκδοτα).
Έφυγε από τη ζωή το 1922.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από Ανδρέα Καρκαβίτσα Άπαντα [εκδόσεις Καπόπουλος, Αθήνα 1973] καθώς και από την Εγκυκλοπαίδεια Δομή [1981].



