Η ποιητική και εικαστική δημιουργία της Νανάς Ησαΐα συνιστά ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σύμπαν, όπου η λέξη και η εικόνα συνυπάρχουν αδιάσπαστα, αλληλοσυμπληρώνονται και φωτίζουν η μία την άλλη. Η ποίησή της δεν μπορεί να διαβαστεί ανεξάρτητα από τη ζωγραφική της, όπως και οι πίνακές της δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένοι από τον ποιητικό λόγο που τους διατρέχει. Και στις δύο μορφές τέχνης αναδύεται η ίδια υπαρξιακή αγωνία, η ίδια εμμονή με τον χρόνο, τη μοναξιά, την απουσία, τον έρωτα και, τελικά, με το τίποτα που απλώνεται σαν αόρατη σκιά πάνω από την ανθρώπινη ζωή.
Η Νανά Ησαΐα ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που δεν χρησιμοποιούν την τέχνη για να περιγράψουν τον κόσμο αλλά για να τον ξαναδημιουργήσουν. Ο ποιητικός της λόγος και η ζωγραφική της πράξη μοιάζουν να εκκινούν από έναν κοινό εσωτερικό πυρήνα, έναν τόπο όπου η πραγματικότητα διαλύεται και ανασυντίθεται μέσα από το βλέμμα της δημιουργού.
Η παρουσία της μοναξιάς δεν εμφανίζεται ως περιστασιακή συναισθηματική κατάσταση αλλά ως θεμελιώδης όρος ύπαρξης. Οι μορφές που κατοικούν στους πίνακές της και τα πρόσωπα που περιπλανώνται στους στίχους της μοιάζουν να ζουν σε μια επικράτεια εσωτερική, αποκομμένη από τις βεβαιότητες του εξωτερικού κόσμου. Κι όμως, αυτή η απομόνωση δεν ισοδυναμεί με παραίτηση. Αντίθετα, λειτουργεί ως προϋπόθεση μιας βαθύτερης κατάδυσης στον εαυτό.
Στα έργα της, η μοναξιά μετατρέπεται σε αισθητική εμπειρία. Τα πρόσωπα εμφανίζονται συχνά βυθισμένα στη σιωπή, εγκλωβισμένα σε έναν χώρο που μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Η ζωγραφική της αποκαλύπτει μια διαρκή προσπάθεια υπέρβασης των ορίων του ορατού. Οι μορφές δεν στέκονται απλώς μέσα στο κάδρο αλλά μοιάζουν να αναδύονται από αυτό, σαν να επιχειρούν να διαρρήξουν τα όρια που τις συγκρατούν. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από τη χρήση του χρώματος, από τις φωτοσκιάσεις και από τις γεωμετρικές δομές που οργανώνουν τη σύνθεση των έργων της.
Το ίδιο συμβαίνει και στην ποίησή της. Οι εικόνες δεν λειτουργούν διακοσμητικά αλλά αποκτούν όγκο, βάθος και υλικότητα. Οι λέξεις της μοιάζουν να διαθέτουν σάρκα, να μετατρέπονται σε αντικείμενα που καταλαμβάνουν χώρο. Η ποιήτρια δεν περιγράφει απλώς έναν κόσμο αλλά τον οικοδομεί εκ νέου μέσα από μια ιδιότυπη ποιητική αρχιτεκτονική. Κάθε στίχος λειτουργεί σαν πινελιά και κάθε εικόνα σαν μια μικρή εικαστική σύνθεση. Γι' αυτό η ποίησή της συχνά δίνει την εντύπωση ότι μπορεί να ιδωθεί όσο και να διαβαστεί.
Η στενή αυτή σχέση ανάμεσα στον λόγο και στην εικόνα καθιστά το έργο της εξαιρετικά πολυεπίπεδο. Η αφηγηματικότητα που χαρακτηρίζει τους στίχους της μεταφέρεται στους πίνακές της, ενώ η οπτική δύναμη της ζωγραφικής της διαποτίζει την ποίηση. Η μία τέχνη γίνεται προέκταση της άλλης. Οι εικόνες αφηγούνται και οι λέξεις ζωγραφίζουν. Έτσι συγκροτείται μια ιδιότυπη ποιητική του βάθους, όπου κάθε στοιχείο λειτουργεί ταυτόχρονα ως σημαίνον και ως σύμβολο.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη δημιουργική διαδικασία κατέχει ο χρόνος. Στο έργο της Ησαΐα ο χρόνος παύει να λειτουργεί ως γραμμική ακολουθία γεγονότων. Ακινητοποιείται, διαστέλλεται, μετατρέπεται σε χώρο. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν μέσα στο ίδιο ποιητικό και εικαστικό πεδίο. Οι μορφές της μοιάζουν να ζουν σε μια διάσταση όπου οι χρονικές διακρίσεις έχουν καταρρεύσει. Η μνήμη εισβάλλει στο παρόν, οι παλιές εμπειρίες αποκτούν νέα ζωή και οι εικόνες λειτουργούν σαν θραύσματα μιας πραγματικότητας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Η κατάργηση της χρονικής αλληλουχίας επιτρέπει στην ποιήτρια να προσεγγίσει εκείνο που η ίδια θεωρεί ουσιαστικότερο, την εσωτερική αλήθεια της ύπαρξης. Οι στιγμές δεν παρουσιάζονται ως γεγονότα αλλά ως βιώματα. Οι σκηνές που εμφανίζονται στους στίχους και στους πίνακές της μοιάζουν να έχουν αποκοπεί από τη συνηθισμένη ροή του χρόνου και να επιβιώνουν σε μια δική τους αυτόνομη περιοχή. Εκεί η μνήμη, η επιθυμία, ο φόβος και η απώλεια συνυπάρχουν, δημιουργώντας ένα σύμπαν έντονα προσωπικό αλλά ταυτόχρονα βαθιά ανθρώπινο.
Σημαντικό ρόλο στην ποιητική της κατέχει επίσης η έννοια της persona, του προσωπείου μέσα από το οποίο εκφράζεται το ποιητικό υποκείμενο. Η Ησαΐα ,άλλοτε μιλά σε πρώτο πρόσωπο και άλλοτε παρατηρεί τον εαυτό της από απόσταση, σαν να πρόκειται για κάποιο άλλο πρόσωπο. Η μετατόπιση αυτή δημιουργεί μια αίσθηση διαρκούς αναζήτησης ταυτότητας. Το ποιητικό εγώ διασπάται, πολλαπλασιάζεται, αποκτά διαφορετικές μορφές και φωνές.
Η χρήση του προσωπείου δεν αποτελεί απλή τεχνική επιλογή. Συνδέεται με την ανάγκη της δημιουργού να εξερευνήσει τις διαφορετικές όψεις της ύπαρξής της. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ο εαυτός παρουσιάζεται ως πολυσύνθετος και διαρκώς μεταβαλλόμενος. Η ποιήτρια δεν αποδέχεται την ιδέα μιας σταθερής ταυτότητας αλλά αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο υποκείμενο ως πεδίο συγκρούσεων, αντιφάσεων και μεταμορφώσεων.
Η διάσπαση αυτή γίνεται αισθητή τόσο στην ποίηση όσο και στη ζωγραφική της. Οι μορφές που δημιουργεί μοιάζουν συχνά ανολοκλήρωτες, κατακερματισμένες, σαν να βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία γέννησης και αποσύνθεσης. Η εικόνα αυτή δεν υποδηλώνει αδυναμία αλλά μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συνθήκης. Η ύπαρξη δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένη. Παραμένει ανοιχτή, αβέβαιη, εκτεθειμένη στις μεταβολές του χρόνου και της εμπειρίας.
Χαρακτηριστική είναι η εμμονή της με το όριο ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία. Το ποιητικό της υποκείμενο κινείται διαρκώς ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις, αναζητώντας τον τρόπο να ορίσει τον εαυτό του μέσα σε έναν κόσμο που διαρκώς μεταβάλλεται. Η αίσθηση του κενού και του τίποτα επανέρχεται συχνά στο έργο της, όχι όμως ως απόλυτη άρνηση αλλά ως φιλοσοφική και αισθητική αναζήτηση.
Η ίδια η ποιήτρια φαίνεται να συνομιλεί αδιάκοπα με αυτό το τίποτα. Το αντιμετωπίζει ως συνοδοιπόρο, ως πρόκληση αλλά και ως πηγή δημιουργίας. Μέσα από τη σύγκρουση μαζί του γεννιέται η τέχνη της. Οι λέξεις της συχνά μοιάζουν να αιωρούνται πάνω από το κενό, ενώ οι ζωγραφικές της μορφές αναδύονται από μια ατμόσφαιρα σχεδόν μεταφυσική. Το τίποτα δεν καταργεί την ύπαρξη αλλά τη δοκιμάζει, την αναγκάζει να αποκαλύψει την αλήθεια της. Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι στίχοι της όπου το προσωπείο, ο χρόνος και η μνήμη συνυφαίνονται σε μια κοινή εμπειρία.
Πρέπει να κοιτάει κανείς αυτόν που ήταν εκεί και ήταν ο εαυτός του. Τώρα δεν είναι Κανείς. Ο χρόνος είναι άδειος πίσω από το προσωπείο του.
Η εικόνα αυτή συνοψίζει μια από τις πιο χαρακτηριστικές αγωνίες της Ησαΐα. Την αδυναμία του ανθρώπου να συγκρατήσει τον εαυτό του απέναντι στη φθορά του χρόνου και συγχρόνως την ανάγκη του να τον αναζητήσει ξανά μέσα από την τέχνη.
Η οπτική ποίηση που διαμορφώνει η δημιουργός στηρίζεται ακριβώς σε αυτή τη μετατροπή της λέξης σε εικόνα και της εικόνας σε λόγο. Οι επαναλήψεις, οι αντιθέσεις, τα κενά, οι παύσεις και οι διαδοχικές μεταμορφώσεις των συμβόλων δημιουργούν μια ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του ποιήματος. Οι λέξεις δεν υπάρχουν μόνο για να διαβαστούν αλλά και για να ιδωθούν. Αποκτούν σχήμα, βάρος και υλικότητα, όπως ακριβώς οι χρωματικές μάζες στους πίνακές της.
Αυτή η εικαστική λειτουργία του λόγου συνδέεται με τη βαθύτερη επιθυμία της να αποδώσει το ασταθές και το μεταβαλλόμενο. Η ζωή, όπως παρουσιάζεται στο έργο της, χαρακτηρίζεται από συνεχείς ανυψώσεις και καταρρεύσεις. Η ανθρώπινη ύπαρξη κινείται ανάμεσα στην ελπίδα και στη ματαίωση, στην επιθυμία και στην απώλεια. Οι λέξεις της επιχειρούν να συλλάβουν αυτή τη διαρκή ταλάντωση, δημιουργώντας ένα ποιητικό τοπίο γεμάτο εντάσεις και αντιφάσεις.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν ο έρωτας κατέχει ξεχωριστή θέση. Δεν εμφανίζεται ως απλή συναισθηματική εμπειρία αλλά ως δύναμη που ανατρέπει ισορροπίες και μεταμορφώνει την ύπαρξη. Η Ησαΐα τον προσεγγίζει με πάθος αλλά και με επίγνωση της τραγικότητάς του. Ο έρωτας γίνεται χώρος θυσίας, απώλειας και αυτογνωσίας. Το ποιητικό υποκείμενο δεν τον απορρίπτει, ακόμη κι όταν τον βιώνει ως τραύμα. Αντίθετα, μέσα από αυτόν αναζητά τη δυνατότητα να κατακτήσει έναν προσωπικό χώρο ελευθερίας και αυτοπροσδιορισμού.
Τελικά, η ποίηση και η ζωγραφική της Νανάς Ησαΐα συνθέτουν μια ενιαία αισθητική και φιλοσοφική πρόταση. Πρόκειται για μια τέχνη βαθιά προσωπική, που όμως κατορθώνει να υπερβεί τα όρια της ατομικής εμπειρίας. Η δημιουργός μετατρέπει τη μοναξιά σε εικόνα, τη μνήμη σε χρώμα, τον χρόνο σε χώρο και το τίποτα σε ποιητικό γεγονός. Με μια γλώσσα αυστηρά επεξεργασμένη και ταυτόχρονα φορτισμένη από συναίσθημα, οικοδομεί έναν κόσμο όπου η λέξη και η εικόνα συναντώνται διαρκώς. Έναν κόσμο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη δοκιμάζεται, κατακερματίζεται, ανασυντίθεται και τελικά μεταμορφώνεται σε τέχνη.



