Έλαβα αυτό το μυθιστόρημα από τις εκδόσεις Μίνωας –ανέλπιστα– αλλά κάτι με έκανε να το διαβάσω επιτόπου. Τύχη; Ένστικτο; Δεν ξέρω ακριβώς τι, δεδομένου κιόλας ότι βρισκόμασταν στο μέσο του ελληνικού καλοκαιριού οπότε ένα μουντό εξώφυλλο με τόσα σύννεφα στον ορίζοντα δεν άνοιγε την όρεξη για τη συνθήκη της παραλίας. Μα ιδού το θαύμα· η Ελένη Βεζύρογλου αποδείχτηκε θησαυρός και το έργο της ένα αξιολογότατο βιβλίο που έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που αναζητάς σε μια μυθοπλασία και που θα σε κάνουν να την προτείνεις αβίαστα σε όλους τους φιλαναγνώστες.
Πρόκειται για ιστορία εποχής και συγκεκριμένα βρισκόμαστε στην τουρκοκρατούμενη Κάρπαθο του 19ου αιώνα όπου το έθιμο της κανακαριάς είναι ισχυρότερο κάθε νόμου ή ανθρώπινης επιθυμίας.
Εσείς το γνωρίζετε το έθιμο αυτό; Από την κανακαριά προέκυψε ο κανακάρης και η κανακάρα· λέξεις που ακούγονται ως τις μέρες μας, αν και με αλλοιωμένη τη σημασία τους. Αυτό που εμείς εννοούμε, αποκαλώντας έναν νέο ως κανακάρη, δεν σχετίζεται με τη θέση του στην οικογένεια (το πρώτο αγόρι) ούτε με το κληρονομικό του δίκαιο (απόλυτος και μοναδικός κληρονόμος της πατρογονικής περιουσίας) αλλά ούτε με τον γάμο του. Ωστόσο, στην Κάρπαθο του 1890 ένας πρωτότοκος –ή μία πρωτότοκη για τις οικογένειες που δεν είχαν αγόρι– είχε προδιαγεγραμμένη πορεία ζωής από τη γέννηση: πώς θα πορευτεί, ποια/ποιον επιτρέπεται να παντρευτεί, τι καλείται να κάνει στη ζωή του, πώς... Και όλα αυτά χωρίς καμία απόκλιση και χωρίς καμία εξαίρεση.
Αναρωτιέται κανείς, μοιραία, τι θα γινόταν αν ένας κανακάρης αγαπούσε μία κοπέλα που δεν ήταν της σειράς του ή το αντίθετο, όπως και τι θα συνέβαινε στα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας...
Με έμπνευση από όλα αυτά τα ζητήματα η κυρία Βεζύρογλου έπλεξε μια πολυπρόσωπη ιστορία εποχής, ένα κοινωνικό δράμα με μεγάλο συναισθηματικό φορτίο, μεγάλες εντάσεις, συνεχείς εξελίξεις και σασπένς που μπορεί να γοητεύσει και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη.
Ήθη και έθιμα του τόπου παρελαύνουν από τις σελίδες ενώ ένα ολόκληρο γλωσσάρι ολοκληρώνει την ηθογραφία. Έτσι γνωρίζουμε πρόσωπα που ζουν στην Έλυμπο το 1894 –χρονιά που ένα τραγικό γεγονός συνταράσσει και αλλάζει τα δεδομένα για αρκετούς χαρακτήρες– και έκτοτε, που μιλούν για κεμέρι, λιλιά, τρουφούι, κουρκουσούρα και πολλές πολλές άλλες λέξεις που έμαθα διαβάζοντας, που κρατούν τις παραδόσεις τους ατόφιες και που όλοι μαζί γίνονται γρανάζια μιας ιστορίας γεμάτης από δυσκολίες, αγριότητα, βία, σκληρότητα κ.ά.
Πόση αξία και μέγιστη σημασία μπορεί να έχει ένα έθιμο για να ισχύει σε κάθε περίπτωση χωρίς εξαίρεση; Πόσο μετράει στην κοινωνική ζωή; Μπορεί ένα έθιμο να γίνει βάσανο για τις ζωές ενός τόπου; Αυτά είναι μόνο κάποια από τα ερωτήματα που προκύπτουν ενώ όλες οι αποχρώσεις, επιπτώσεις και αντιφάσεις διαφαίνονται ολοκάθαρα μέσω της μυθοπλασίας και τοποθετούνται εύγλωττα μπροστά στα μάτια μας χωρίς καν να χρειάζονται στοχευμένα λόγια κι εξηγήσεις.
Όμως στο μυθιστόρημα υπάρχει και το θέμα του έρωτα να πρωτοστατεί. Του κατακλυσμιαίου έρωτα, του μοναδικού, του υπεράνω όλων, του μέγιστου... Ο έρωτας που αν ήταν ανθός, θα 'χε για κάλυκες τα χείλη της, αν ήταν νυχτιά, θα 'χε το χρώμα απ' τα μαλλιά της, κι αν ήταν ρόδο, θα φάνταζε πάλλευκος σαν το βελούδινο δέρμα της. Μόνο που ο έρωτας είναι φωτιά, φλόγα που ανάβει στην καρδιά και την κατατρώει. Σε μια επιπλέον «ανάγνωση», το βιβλίο αποτελεί και μία ωδή στον έρωτα με την πιο ολοκληρωτική του έννοια, την πιο απόλυτη και την πιο σπουδαία.
Από την αρχή φαίνεται το πόσο ενδιαφέρον θα είναι· ένα ενδιαφέρον που η συγγραφέας καταφέρνει να κρατήσει αμείωτο ως το τέλος κι αφού η εξιστόρηση έχει περάσει από ανατροπή σε ανατροπή μέσα από ζωντανές εικόνες και άρτια σκιαγραφημένους χαρακτήρες. Κι ενώ χρονικά βρισκόμαστε στην τουρκοκρατούμενη Κάρπαθο, η κυρία Βεζύρογλου δεν στέκεται καθόλου στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής παρά μόνο στο κοινωνικό πεδίο και στους ήρωές της.
Η αγριότητα και η σκληρότητα που διακατέχουν τα δρώμενα και οι βίαιες σκηνές προσφέρουν μια δυστοπική ατμόσφαιρα γεμάτη από έντονα συναισθήματα· η εξαιρετική πλοκή δεν σου επιτρέπει να πάρεις τα μάτια σου από το πόνημα και το σύνολο προσφέρει γενναίες δόσεις αγωνίας για την τύχη των ηρώων.
Αόρατα τείχη τούς χώριζαν για πάντα...
Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα που σε ταξιδεύει πραγματικά και σε κερδίζει και για τον ρεαλισμό του παρόλο που πρόκειται για ωμό ρεαλισμό.
Το μέρος που κατοικούσε ο Θεός, ο Παράδεισος, ήταν πολύ μακριά, πώς θα προλάβαινε να τρέξει να τον γλιτώσει;
Τώρα, και σε σχέση με τον Παράδεισο του τίτλου, κράτησα μία πολύ πολύ όμορφη εξήγηση-άποψη για το τι είναι ο Παράδεισος και πού βρίσκεται όταν λέει:
Δεν είναι τόπος ο Παράδεισος, είναι κατάσταση [...] κατάσταση εσωτερικής πληρότητας [...] η νίκη πάνω στον πόνο και την ερήμωση της ψυχής, ο θρίαμβος ενάντια στην επίγεια περιπέτεια.
Και είναι αυτή ακριβώς η επίγεια περιπέτεια που καλούνται τα πρόσωπα να βιώσουν ως το μεδούλι, σε υπερθετικό βαθμό. Και είναι αυτή ακριβώς η πορεία που σε κάνει να βουτάς στο βιβλίο [αντί στη θάλασσα] μανιωδώς προσπαθώντας να μάθεις πού και πώς θα καταλήξουν.
Δεν τα σκέφτηκε όλα τούτα με λόγια και λέξεις, μοναχά τα 'νιωσε.
Η συγκίνηση που προσφέρει εκεί προς το τέλος και η γενικότερη φόρτιση περιλαμβάνονται στα μεγάλα του ατού. Το παραμυθένιο με το ρεαλιστικό στοιχείο σε πάντρεμα δημιουργούν το κατάλληλο αναγνωστικό περιβάλλον και το πλήθος συναισθημάτων σε όλη την έκταση φτιάχνουν, τελικά, ένα βιβλίο άξιο λόγου και επαίνου που σου μένει.


