ΤΟ ΛΥΣΙΜΟ ΤΟΥ ΓΟΡΔΙΟΥ ΔΕΣΜΟΥ
Τελικά σε συμπεριλαμβάνω σ' αυτή την συλλογή σαν ένα σχισμένο γράμμα, πρώτα καλά και γερά τσαλακωμένο, μέσα στα δυο μου χέρια συμπιεσμένο και μετά με τα πόδια ένα μπαλάκι να το χτυπώ μηχανικά στους τοίχους με καρφωμένο το βλέμμα στον άδειο λευκό σοβά και να προβάλει το μυαλό μου τις εικόνες σου, το στόμα σου στο πέος μου, να θέλεις να το δαγκώσεις και να χύνω στο στόμα σου και καθώς καταπίνεις το σπέρμα μου να τονίζεις πως έχει πολύ στυφή γεύση γιατί πίνω πολλούς καφέδες, στην παραλία πάνω στα βότσαλα στο καταχείμωνο, με κατεβασμένα τα ρούχα να γλειφόμαστε σε στάση γιν-γιάν, το πρωτοχρονιάτικο φεγγάρι μια αχνή μελωδία των κυμάτων και οι τύποι που ενώ μιλάνε δυνατά μας βλέπουν και αποσβολωμένοι ακινητοποιούν το μηχανάκι, ακούμε το απότομο φρενάρισμα, ρε κοίτα λένε, ξέρουν πως είναι χειμώνας δεν έχει τουρίστες, ντόπιοι είναι σίγουρα, μα ποιοι είναι, αναρωτιούνται, τσόντα, ζωντανό θέαμα και τσάμπα στις τέσσερις το πρωί. Ντυνόμαστε και με καθοδηγείς σε μια άλλη γωνία, πιο ερημικά, μα κατά βάθος δεν μας νοιάζει, νιώθουμε την ένταση της έλξης και γελάμε, είναι ωραίο το πήδημά μας, δεν τα παρατάς παρά το κρύο, την κόπωση της νύχτας, το κέφι από το πιώμα, το διπλό μεθύσι του αλκοόλ και των γενετήσιων υγρών. Είναι ένα πέτρινο παγκάκι σε κάτι σαν μικρό ακρωτήρι, μισοκρυμμένο από το ύψωμα, όχι πως μας ένοιαζε κιόλας αν μας έβλεπαν από τις πολυκατοικίες, στην πλάτη τις είχαμε, κάθισες πάνω στο όργανο μου και με ακινητοποίησες μες στην έκσταση της ορμής σου. Ντυμένη εσύ με τη φούστα, έχωνα τα χέρια μου σαν μαριονέτα των ρυθμών της ανάσας σου, μια τα ζουμερά, ζυμαρένια κωλομέρια σου, λες κι έπλαθα την βασιλόπιτα των φαντασιώσεών μου, με φλουρί ένα μουνάκι σοκολατένιο και για τριχούλες το χνούδι της καρύδας και την άλλη τους βύζους του γαλαξία προσγειωμένους στα χέρια μου να μου χαρίζουν το νέκταρ την συμπαντικής διάχυσης.
Κι όμως ήταν σαν να συνουσιαζόμουν με την άλλη, ήσουν εσύ μα με την αύρα εκείνης, ήταν η άλλη η τόσο γνωστή, οικεία με το σώμα σου· πόσες φορές στη ζωή μου την είχα φαντασιωθεί, έχω αυνανιστεί άπειρες, να την παίρνω και να με παίρνει, αχ αυτό το μυαλό, μα δυστυχώς πάντα με κάποιον άλλο της παρέας θα τα τακίμιαζε, προσωρινά, αλλά με συνέπεια στοχοπροσηλωμένη στον περίγυρό μας, δεν χτύπαγε στο δόξα πατρί ενός αγνώστου, σαν και μένα, που εφόσον βρισκόμουν με κάποια ενός κύκλου, μιας παρέας, μετά την έκανα για άγνωστα ανθρωποπελάγη, πώς αλλιώς θα οδοιπορούσα πάντα με μια βαλίτσα στο χέρι, να ακολουθώ έναν ποδόγυρο, θα έλεγαν οι παλιοί· και σε σένα με βαλίτσα ήρθα, γιατί ερχόσουν κι έφευγες όπως κι εγώ, διότι ήθελες και δεν ήθελες να ζήσεις στη γενέτειρα, η οποία δεν ήταν ο γενέθλιος τόπος μου και ένιωθα άβολα ακόμα και στα πιο άνετά μου, ξένος στην βαθύτερη εξοικείωσή μου με τους ντόπιους. Μα ήταν όλα εξαρχής τελειωμένα, προδιαγεγραμμένα, τι κι αν ήσουν αστέρι σεξουλιάρικο κι απελευθερωμένο ξεφτέρι, της έμοιαζες τόσο πολύ, μα δεν ήσουν αυτή, πλησίαζες στην φαντασίωσή μου, αλλά δεν ταυτιζόσουν με την ουσία και τις λεπτομέρειες, μόνο στο αχνό, θολό περίγραμμα του απωθημένου εφηβικού έρωτά μου. Οι καμπάνες χτυπάνε χαρμόσυνα, όχι για τον πολυπόθητο γάμο, αυτόν που έπλαθα μες στο εφηβικό μου μυαλουδάκι, μα για την πλήρη απεξάρτηση, τη λύτρωση από έναν τόσο ενδόμυχο και βαρύ χαλκά, σαν να ήθελα να την συνοδεύω παντού, να είμαι ο ίσκιος της, τόσες φιλοδοξίες και όνειρα και περιπέτειές της, όλα τα είχα μάθει απ' έξω κι ανακατωτά, τα είχαμε συζητήσει, λεπτολογίσει, ξεψειρίσει, το ανατέλλων αστέρι που δεν συνάντησε ποτέ το πλανητικό του σύστημα, έμεινε στη μέση της πορείας να φυλλοροεί από μελαγχολία όπως το φεγγάρι. Δεν είχα εκείνα τα Χριστούγεννα, έστω και οι δύο τότε εξαπατημένοι από τους εαυτούς μας, στην αγκαλιά μου εκείνη, να την παρηγορώ και να με παρηγορεί, να σφιχτούμε δυνατά ο ένας στο στήθος του άλλου και με μια αύρα να γεννοβολάμε ταλαντούχα παιδάκια το ένα μετά το άλλο, να εκπληρώνει τα τρέλα μου όνειρα και να πορεύεται στον δρόμο του θριάμβου. Ήσουν εσύ στην αγκαλιά μου και κάθε βράδυ μες στο αυτοκίνητο με θέα τον κόλπο από ψηλά, με εκείνο το παλιό φρούριο στο νησάκι, το ενετικό κτίσμα της άμυνας να θωρεί τις εξαλλοσύνες μας και να συνουσιάζεται με τη θάλασσα, να παραλύει από τα γυμνά μας πλεξίματα και να καταθέτει όλα τα κανόνια του στην άβυσσο του αιδοίου σου, (ο κάστρος δεν λέμε στην τοπική διάλεκτο;) άντρας κι αυτός και λιγουρεύτηκε τα κάλλη σου, το ταπεραμέντο, την παθιάρικη εξαλλοσύνη σου, ήμουν τόσο μαγεμένος που σου καταθέτω το πέος μου έστω κι αν διακινδύνευα την σωματική μου ακεραιότητα και από τη μανία σου αντί να με ρουφήξεις να μου έκοβες το όργανο με τα δόντια και να μου εκπλήρωνες την τόσο ηδονοθανατηφόρα φαντασίωση της ταινίας του Οσίμα. Στο τσακ έφτασες μαναράκι μου να ζήσουμε τη δίκη μας αυτοκρατορία των αισθήσεων. Δεν ήταν καθόλου τυχαίο πως το σενάριό της βασίστηκε σε πραγματικά γεγονότα, ένιωθα το σμάλτο των δοντιών σου να σφίγγεται, βυθίζεται αργά, κι εγώ με κλειστά τα μάτια να σπαρταράω, μεθυσμένος στο όριο της εμμονής και του πάθους περιτυλιγμένο από την αιθάλη ενός θεσπέσιου κινδύνου. Όχι συναίσθημα ολάκερο, ένας θαυμασμός, μια βαθιά τρυφερότητα, μεγάλα λόγια, όχι, όχι, τίποτα από αυτά, αλλά μια πολύ έντονη βαθιά σαρκική έλξη. Και η ομοιότητα να δένει τη γλώσσα, να σφίγγει την καρδιά, αλλά το πέος λαλίστατο και η ανατριχίλα στην επιδερμίδα. Όχι, δεν ήσουν ποτέ εκείνη η άλλη κι ας της έμοιαζες, είχες μια λόξα αλλά δεν είχες την επιδεξιότητα, τον λυγμό των δακτύλων στα πλήκτρα, έστω κι αν δεν ήταν τέλειος, ήταν αρκετός για ταξιδιάρικες αποδράσεις, πέρα από τα στενά όρια των αισθήσεων, σαν ν' άγγιζα με τη μουσικότητά της το υπερβατικό και την είχα περιβάλλει με τους ύμνους της σιωπής μου, τα λόγια του βλέμματός μου, τη φωνή των παλμών της καρδιάς. Είχες όμως ένα σώμα σαν το πιάνο και μ' ένιωθα όμοια με τζαζίστα που χτυπιέται απάνω του κι εκείνο ανταποκρίνεται με την ανθεκτικότητα της λαιμαργίας του και τη λάγνα δίψα των ερωτογενών πλήκτρων του. Όνειρα αμαρτωλά που κάνετε τους καβγάδες και την αναιμικότητα του ψυχικού πεδίου περιρρέων σκοτάδι καθώς ανοίγει η αυλαία και δυο γυμνά κορμιά συνουσιάζονται στην σκηνή υποδυόμενοι τους πρωταγωνιστές σε πορνό. Θέλω να περιγράψω όλες τις ιδιαιτερότητες του σωματικού τρόπου σου, εκείνα τα αμμουδένια χείλη, τις χειλάρες των γκρεμών στα θαλάσσια βάθη της καύλας, την ευρύχωρη στοματική κοιλότητα, σαν το σαράι του πέους μου, τα χέρια σου τα ευλύγιστα, ακροβατικά αναρριχώμενα κλαδιά της λαγνείας, η φωτεινή λάμψη της επιδερμίδας σου, σαν στρώμα άχνης σε καρυδόπιτα για το ζαχαρωτικό σκι της γλώσσας μου. Και τα χείλη μου με αλματώδη σκέρτσα να περιφέρονται στις βουνοκορφές και πλαγιές σου σε παιδικό ονειρικό όραμα, βουτιές στις σφιχτές κρεμώδεις σφαίρες και στις απαλές σαντιγί των σαρκικών απολαύσεων. Η σπηλιά του κόλπου σου ήταν ένας τόπος διεισδυτικής εξερεύνησης, ένα υπόγειο βαθύ σαλόνι για διαρκή υποδοχή των βρόχινών μου γόνων, το πέος μου επέκτεινε την κορμοστασιά του και την έκταση της ακμαιότητάς του σαν τον πρίγκιπα της υπόγειας μυστικής σύναξης με τα ξωτικά της ζαλάδας, μια μέθη δίχως εφιάλτες, μια γυμναστική άσκηση στην νεφελώδη διάσταση του ερωτικού, ένας μαραθώνιος με όλες τις ανέσεις πολυτελούς έπαυλης στις υποθαλάσσιες διαδρομές της σαρκικής τρυφής.
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 4 Οκτωβρίου.



