Η ευχή μου είναι να μη χάσουμε την ικανότητά μας να εκπλήσσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Να έχουμε την υγεία και τη διαύγεια να συνεχίσουμε να δημιουργούμε με την καρδιά μας, κόντρα στην «ευκολία» και την ομοιομορφία των καιρών. Να βρίσκουμε πάντα τη δύναμη να ξεκινάμε κάτι νέο.
Ο Λεωνίδας Θεοδωρίδης και με το επίσημο label Leo ● Theo είναι Έλληνας ομογενής της Γερμανίας, με καταγωγή από τη Θεσπρωτία, που γεννήθηκε το 1980 στο Göppingen. Με σπουδές στη νοσηλευτική, πάντα ανήσυχος και πολυπράγμων, έχει ασχοληθεί με το θέατρο, την τηλεόραση, το σχέδιο, τη συγγραφή, την όπερα, με μικρές κινηματογραφικές παραγωγές και περιοδικά, έχοντας στρέψει πλέον την προσοχή και το ενδιαφέρον του ως καλλιτέχνης στο textile art.
Με τον Λεωνίδα γνωριστήκαμε πριν 25 χρόνια, στα φοιτητικά μας χρόνια στα Γιάννενα, και αμέσως μας συνέδεσε η αγάπη μας για την τέχνη. O ίδιος περιγράφει τη συνάντησή μας ως «τρακάρισμα»· προσωπικά θα την χαρακτήριζα ως μία ευτυχή αναλαμπή στο σκοτάδι του χρόνου, που μένει στη μνήμη και στην προσωπική μας ιστορία ως σελιδοδείκτης και σημείο αναφοράς. Αυτή η διασταύρωση έγινε αφορμή να γεννηθούν πολλά όμορφα πράγματα στη συνέχεια, μέσα από κοχλάζουσες συχνά καταστάσεις, μετά από ατελείωτο brainstorming, πειραματισμούς-παιχνίδια, παρορμητικές αποφάσεις ή και ό,τι φαινόταν ως πρόσκαιρη λύση ανάγκης, που κατέληξαν σε ταινίες μικρού μήκους, σε περιοδικά (CityMag-online magazine και Τρελή piñata), στην τηλεοπτική εκπομπή Blue Box στο ΗΡΤ (2001-2002) κ.ά.
Θα μπορούσαμε να συζητάμε ώρες για ό,τι κεντρίζει τη φαντασία μας, μας μεταφέρει σε ένα «αλλού», που καταλήγει σε γόνιμους καρπούς, για όσα επίσης πραγματικά γεγονότα μάς έδεσαν στα χρόνια, αλλά και για τραγελαφικές καταστάσεις, οριακά οριακές, απίθανες ίσως στο τρίτο μάτι, μα πέρα για πέρα αληθινές. Με τον Λεωνίδα γελάσαμε άπειρα και δυνατά, φαντασιωθήκαμε, υλοποιήσαμε, ιδρώσαμε, κουραστήκαμε, τρέξαμε και καταφέραμε να χωρέσουμε πολλά ταυτόχρονα σε εξαντλητικούς ρυθμούς, μοιραστήκαμε, κλάψαμε, ταξιδέψαμε, πιστέψαμε και κυρίως δεν σταματήσαμε ποτέ να προσπαθούμε για ό,τι αγαπάμε, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, τις προβλέψεις ή τις δυσκολίες που υπήρχαν. Ενάντια σε κάθε πιθανότητα. Κυριολεκτικά. Και χωρίς εκπτώσεις.
Με τον Λεωνίδα ξεκινούσαμε από το σημείο μηδέν, σαν να ανοίγονταν νοερά μπροστά μας, σε μια σφαίρα μαγική, όλες οι πιθανότητες που για να γίνουν βέβαια ικανότητες και ευκαιρίες χρειαζόταν πολλή –μα πολλή– δουλειά. Και εμείς σηκώναμε τα μανίκια, χωρίς δεύτερη σκέψη και με μόνη απορία: «Τι πρέπει να κάνουμε τώρα!». Δεν υπήρχαν «δεν» και «μην», αλλά «πώς», «πού», «πότε» και «τι». Είχα βρει τον ιδανικό ατρόμητο παρτενέρ για τον επίσημο χορό στο δικό μας παραμύθι, που γινόταν όμως μία ολόκληρη παράσταση και για τους άλλους.
Όλα έμοιαζαν με ενδιαφέρουσα περιπέτεια την οποία θέλαμε να γευτούμε πάση θυσία. «Δεν κάνουμε ένα περιοδικό;», «Δεν κάνουμε μία εκπομπή;» ρωτούσε, ρητορικά σχεδόν, και εγώ έλεγα: «Μέσα». Χρειάζεται και μία τρέλα σε αυτά. Που φέρνει ολόκληρη αλυσίδα σχέσεων και εμπειριών. Κι εμείς κλείναμε τα μάτια και βουτούσαμε, σαν παιδιά που αφήνονται σε ένα όνειρο, για να αναδυθούμε σε μία διαφορετική χειροποίητη κατάδική μας πραγματικότητα.
Και ο Λεωνίδας ερχόταν πάντα με μία νέα ιδέα, που την περνούσε σαν σκυτάλη, με μία νέα πρόταση για ταξίδι, με μυαλό που ήδη έτρεχε σε πολλά «μετά». Ήταν και δεν ήταν παρών. Γιατί υπήρχε σε πολλές διαστάσεις ταυτόχρονα. Ένας μικρός «μάγος» που με το ραβδάκι του άνοιγε την αυλαία για νέα σόου, που ήδη παίζονταν στη σκηνή του μυαλού του σε συνέχειες και με την προοπτική του απείρου στον χρόνο.
Εκείνο που νιώθω ότι μας έφερε κοντά ήταν και είναι μία αμοιβαία αίσθηση ότι είμαστε από την ίδια στόφα φτιαγμένοι, της δημιουργικής τρέλας, που γίνεται στη ζωή μας γνώμονας και άστρο φωτεινό. Η αφοσίωση εν τέλει σε ό,τι κάνουμε με αγάπη και πίστη. Και η τόλμη τού να προσπαθούμε, φτάνοντας κάπου τόσο στη διάρκεια όσο και στο τέλος, με άνοιγμα, αέρα και ανοιχτή καρδιά.
Ας αφήσουμε, όμως, τον Λεωνίδα ως δημιουργικό δαιμόνιο να μας παρασύρει με την αφηγηματική του ροή πόντο πόντο στο κέντημα της ζωής και της καλλιτεχνικής του διαδρομής...
Πες μας λίγα λόγια για την πορεία σου και τις σπουδές σου.
Λεωνίδας Θεοδωρίδης: Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Γερμανία, όπου φοίτησα και στο γερμανικό και στο ελληνικό σχολείο. Μετά την αποφοίτησή μου από το Λύκειο, έφυγα για την Ελλάδα καθώς πέρασα στο Τμήμα Νοσηλευτικής του ΤΕΙ Ηπείρου στα Γιάννενα. Παράλληλα με τις σπουδές μου, είχα ήδη ξεκινήσει να ασχολούμαι με τα σχέδια και τα κοστούμια μου. Τόσο τα φοιτητικά μου χρόνια όσο και η μετέπειτα πορεία μου ήταν έντονα επηρεασμένα από την καλλιτεχνική μου έκφραση. Στα τέλη του 2015 επέστρεψα στη Γερμανία, όπου μέχρι σήμερα εργάζομαι στον τομέα της φροντίδας, ενώ παράλληλα δραστηριοποιούμαι ως σχεδιαστής κοστουμιών και δημιουργός τέχνης υφασμάτων.
Πότε και πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη δημιουργική ραπτική και πότε ένιωσες ότι το κάλεσμά σου ήταν το να δραστηριοποιηθείς επαγγελματικά ως textile artist, διαθέτοντας ήδη από χρόνια το επίσημο label Leo ● Theo;
Λ.Θ.: Η σχέση μου με τη δημιουργική ραπτική ξεκίνησε πολύ νωρίς, θα έλεγα από τη στιγμή που ανακάλυψα τι μπορεί να κάνει ή μάλλον τι μπορεί να προκαλέσει ένα ψαλίδι. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, καμία κουρτίνα, κανένα τραπεζομάντιλο και κανένα σεντόνι δεν ήταν πια ασφαλές στα χέρια μου!
Αυτή η αυθόρμητη ανάγκη για δημιουργία εξελίχθηκε οργανικά. Αν και οι σπουδές μου σχετίζονταν με έναν εντελώς διαφορετικό τομέα, η καλλιτεχνική μου έκφραση δεν σταμάτησε ποτέ. Το κάλεσμα για να δραστηριοποιηθώ επαγγελματικά ως δημιουργός τέχνης υφασμάτων ήρθε όταν συνειδητοποίησα ότι τα κοστούμια μου δεν ήταν απλώς ρούχα, αλλά ιστορίες που ζωντανεύουν στη σκηνή. Το επίσημο label Leo • Theo ήταν το φυσικό αποτέλεσμα αυτής της πορείας, δίνοντας ταυτότητα σε δημιουργίες που συνδυάζουν τη χειροποίητη τέχνη με τη λάμψη του θεάματος.
Η επαγγελματική σου έδρα είναι στη Στουτγκάρδη, αλλά έχεις συνεργασίες σε όλον τον κόσμο. Πώς προκύπτουν;
Λ.Θ.: Στην ουσία δεν έχω «έδρα», απλώς τυχαίνει να μένω εδώ. Για μένα η τέχνη δεν έχει διεύθυνση και μπορώ να δημιουργώ όπου κι αν βρίσκομαι. Οι συνεργασίες μου προκύπτουν κυρίως μέσα από την ποιότητα της δουλειάς μου και τη δύναμη του διαδικτύου. Η παρουσία μου στα social media και η ιστοσελίδα μου λειτουργούν ως μια παγκόσμια βιτρίνα, επιτρέποντας σε καλλιτέχνες να ανακαλύψουν το στιλ του Leo • Theo.
Η εμπιστοσύνη που χτίζεται μέσα από την επικοινωνία είναι το κλειδί, παρόλο που δεν είναι πάντα εύκολο να ράβεις για καλλιτέχνες από απόσταση. Οι χειροποίητες δημιουργίες μου, όμως, ταξιδεύουν σε διεθνείς σκηνές σε όλον τον κόσμο, αποδεικνύοντας ότι, όταν υπάρχουν πάθος και αυθεντικότητα, οι αποστάσεις εκμηδενίζονται.
Ήταν δύσκολη η δικτύωση στον κόσμο της καλλιτεχνικής δημιουργικής υψηλής ραπτικής; Μίλησε μου για φιλίες, συνεργασίες, ανταγωνισμό και δημιουργούς που αποτελούν ή αποτέλεσαν για σένα πηγή έμπνευσης ενδεχομένως.
Λ.Θ.: Όταν ξεκίνησα, δεν γνώριζα κανέναν, ειδικά στον χώρο των σκηνικών κοστουμιών. Δύο παράγοντες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Σε πρώτη φάση, η ενασχόλησή μου με το θέατρο, όπου γνώρισα ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν και με προτίμησαν για τα κοστούμια στις επόμενες δουλειές τους. Και στη συνέχεια τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που τότε έκαναν την εμφάνισή τους και πρόσφεραν μια πιο άμεση και «πυκνή» δυνατότητα επικοινωνίας.
Κάποιοι συνάδελφοι είδαν τις δημιουργίες μου στο διαδίκτυο και μου πρότειναν να συμμετάσχω σε editorials για βιντεοκλίπ ή δημοσιεύσεις σε περιοδικά. Ένας από αυτούς, που μου έδωσε την πρώτη σημαντική ώθηση, είναι ο Δημήτρης Στρέπκος. Από τότε άρχισα να ταξιδεύω συχνά σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, γνωρίζοντας κι άλλα παιδιά, όπως τον Μάριο Καραβασίλη και τον Ντέμη Αρανιάδη. Με αυτήν τη fashion «οικογένεια» κρατάμε επαφή ακόμη και σήμερα, κι ας μη βλεπόμαστε τόσο συχνά.
Αργότερα, επιστρέφοντας στη Γερμανία, έπρεπε να ξεκινήσω ξανά από το μηδέν, καθώς εδώ δεν με γνώριζαν ακόμα. Άρχισα να συμμετέχω σε εκθέσεις και μικρές επιδείξεις μόδας. Μέσα από αυτές τις συναντήσεις, δικτυώθηκα με ανθρώπους από τον χώρο των drag shows, του κινηματογράφου και της μουσικής.
Πόσο σε έχει επηρεάσει στο επάγγελμά σου, ως προς τα ερεθίσματα, την έμπνευση, τις δυνατότητες, τις γνωριμίες, τις ευκαιρίες κ.λπ., η σχέση σου με δύο χώρες, η μία ρίζας, καταγωγής, σπουδών και στρατιωτικής θητείας και η άλλη γέννησης, βασικής εκπαίδευσης και μόνιμης διαμονής, η Ελλάδα και η Γερμανία αντίστοιχα;
Λ.Θ.: Η σχέση μου με αυτές τις δύο χώρες λειτουργεί συμπληρωματικά, προσφέροντάς μου μια μοναδική «διπλή» οπτική. Η Ελλάδα και η Γερμανία, επομένως, διαμόρφωσαν την καλλιτεχνική μου ταυτότητα με διαφορετικούς τρόπους.
Από την Ελλάδα, αντλώ το συναίσθημα, τον μυστικισμό και την έμπνευση από το ανατολικό στοιχείο και τη μυθολογία. Εκεί είχα την τύχη να συνεργαστώ με μεγάλους rock stars και καλλιτέχνες παγκόσμιου βεληνεκούς, κάτι που μου έδωσε την ευκαιρία να δημιουργήσω κοστούμια με καλλιτεχνική ελευθερία και πάθος.
Από την άλλη, η ζωή και η εκπαίδευσή μου στη Γερμανία μού επέτρεψαν να διευρύνω σημαντικά το ιστορικό μου ρεπερτόριο. Εδώ εμβάθυνα στην αισθητική του μπαρόκ, του Μεσαίωνα, των Βίκινγκς και των Κελτών. Αυτές οι ιστορικές αναφορές εμπλούτισαν τη δουλειά μου και μου έδωσαν τα εργαλεία να εξελίξω το label Leo • Theo σε διεθνές επίπεδο. Νιώθω τυχερός που η πορεία μου και στις δύο χώρες μού επέτρεψε να δημιουργώ κοστούμια που συνδυάζουν τόσα διαφορετικά πολιτισμικά στοιχεία.
Με τι σου αρέσει πιο πολύ να καταπιάνεσαι ως textile artist; Δημιουργείς αξεσουάρ καθημερινής χρήσης και casual ρούχα, αλλά και κοστούμια για το θέατρο, για την όπερα, για ταινίες κ.λπ. Πες μας λίγα λόγια για τις διάφορες αυτές θεματικές κατηγορίες, με ποια ή με ποιες σου αρέσει πιο πολύ να καταπιάνεσαι και γιατί.
Λ.Θ.: Σίγουρα αυτό που με κερδίζει ολοκληρωτικά είναι οτιδήποτε έχει σχέση με το θέαμα· είμαι «παιδί του entertainment». Η καρδιά μου χτυπάει για το θέατρο, την όπερα και τον κινηματογράφο, εκεί όπου το κοστούμι δεν είναι απλώς ένα ρούχο, αλλά ένας ρόλος. Τα αξεσουάρ για μένα είναι συχνά ένα «αναγκαίο κακό» που συνοδεύει το σύνολο, με εξαίρεση τις κεφαλόδεσμες (headpieces). Εκεί το βλέπω διαφορετικά, είναι τέχνη από μόνα τους. Όσο για τα casual ρούχα, πλέον προτιμώ να αναθέτω το ράψιμο σε άλλους. Οτιδήποτε θυμίζει μαζική παραγωγή ή «εργοστάσιο» με αφήνει παγερά αδιάφορο. Είμαι εδώ για τη δημιουργία, τη λεπτομέρεια και τη μαγεία της σκηνής, όχι για τη μαζική κατασκευή.
Ποια υλικά αγαπάς κυρίως να χρησιμοποιείς στις δημιουργίες σου και γιατί;
Λ.Θ.: Αγαπώ τα υλικά που δίνουν μια αίσθηση γλυπτικής στο ρούχο, οτιδήποτε δημιουργεί ένα τρισδιάστατο αποτέλεσμα. Μου αρέσει να «κεντώ» και να δημιουργώ παζλ χρησιμοποιώντας πέτρες, καθρέφτες και αλυσίδες, υλικά που μετατρέπουν τη μόδα σε «τέχνη που φοριέται» (wearable art).
Όσον αφορά τα υφάσματα, προτιμώ τα ανάλαφρα και αιθέρια υλικά, με ιδιαίτερη αδυναμία στο τούλι. Παράλληλα, με ενδιαφέρει πολύ η χρήση ανακυκλώσιμων υλικών, δίνοντάς τους μια νέα, καλλιτεχνική ζωή.
Όταν πρόκειται για κοστούμια εποχής, είμαι πολύ σχολαστικός: χρησιμοποιώ το ύφασμα που αντιστοιχεί στην εκάστοτε περίοδο, αλλά συχνά προτιμώ παλιά, «λερωμένα» υφάσματα. Αυτή η παλαίωση είναι που φέρνει την ωμή πραγματικότητα του παρελθόντος στο σήμερα, πάνω στη σκηνή ή στην οθόνη. Δεν θέλω το κοστούμι να φαίνεται καινούργιο, θέλω να φαίνεται ότι έχει ζήσει.
Έχεις κατά καιρούς παρουσιάσει και διαρκώς προκύπτουν ιδέες νέων projects, όπως το Toxiety. Θες να μας πεις τι συμβολίζουν, πώς στήνονται, εξελίσσονται και τι προβλέπεται σε βάθος χρόνου για αυτά;
Λ.Θ.: Το Toxiety είναι ένα έργο ζωής για μένα, μια τριλογία επιστημονικής φαντασίας που ξεκίνησε ως μυθιστόρημα και εξελίχθηκε σε ένα ολοκληρωμένο εικαστικό και ενδυματολογικό project. Η ιστορία μάς μεταφέρει στο έτος 3528, σε έναν κόσμο όπου η ανθρωπότητα φοράει μάσκες αερίων για πάνω από 1000 χρόνια, μετά από ένα καταστροφικό ατύχημα σε μια διαστημική αποστολή το 2499.
Στην ουσία, το Toxiety συμβολίζει την καταπίεση και τον έλεγχο. Η παγκόσμια κυβέρνηση των Resetters επιβάλλει τις μάσκες για να διατηρεί την εξουσία της, ενώ οι επαναστάτες Rebooters, με ηγέτη τον πολεμιστή Starlight, πιστεύουν ότι ο πλανήτης είναι πλέον καθαρός και ότι οι μάσκες είναι το εργαλείο της υποδούλωσης. Είναι σοκαριστικό το γεγονός ότι έγραψα αυτή την ιστορία το 2015, πέντε χρόνια πριν από την πανδημία, βλέποντας αργότερα την πραγματικότητα να καθρεφτίζει τη φαντασία μου.
Σε βάθος χρόνου, το όνειρό μου είναι να δω και τα τρία μέρη του Toxiety να εκδίδονται ως βιβλία ή μια μεταφορά στην οθόνη –μια σειρά ή ταινία Sci-Fi– όπου θα μπορούσα να υπογράψω εξ ολοκλήρου τον ενδυματολογικό σχεδιασμό, δημιουργώντας έναν κόσμο που ξεκίνησε από μια δική μου ιδέα.
Ποια είναι η ανταπόκριση του κοινού σε όσα κάνεις; Ως κοινό εννοώ αφενός καλλιτέχνες που ζητούν μαζί σου συνεργασία, πελάτες, επίσης, που σε βρίσκουν από τα social, διαδικτυακά ή από στόμα σε στόμα καθώς και ανθρώπους που βλέπουν τις δημιουργίες σου στις θεματικές επιδείξεις μόδας τις οποίες διοργανώνεις ή όπου αλλού.
Λ.Θ.: Η ανταπόκριση του κοινού είναι, θα έλεγα, διχασμένη. Πιστεύω ότι αυτό που κάνω είναι «ή το λατρεύεις ή το μισείς». Δεν υπάρχει μέση οδός. Τα θετικά σχόλια είναι σαφώς η πλειονότητα, αλλά, όταν ακούω ότι η δουλειά μου είναι περίεργη, δαιμονική ή δύσκολη, στην αρχή ξαφνιάζομαι, αλλά μετά λέω: αδιάφορη να μην είναι!
Κάποτε μου είπαν ότι βρίσκομαι σε «πλήρη αναντιστοιχία». Δεν το πήρα αρνητικά, το αντίθετο! Για μένα ήταν η επιβεβαίωση ότι βαδίζω στον σωστό δρόμο. Αν η τέχνη σου δεν προκαλεί αντίδραση, τότε ίσως δεν είναι τέχνη.
Η τέχνη για μένα άλλωστε δεν χωρίζεται σε καλή ή κακή και, για να είμαι ειλικρινής, η «κακή» τέχνη είναι κάτι που δύσκολα επιτυγχάνεται. Η αυθεντικότητα είναι για μένα το ζητούμενο και το να αναγνωρίζει κανείς το έργο μου λέγοντας «Α, αυτό είναι Leo Theo!»· κι ας μην αρέσει.
Θυμάσαι κάποια εξαιρετικά περιστατικά, ευχάριστα, δύσκολα ή τα οποία αποτέλεσαν πρόκληση, καθώς και σημαντικές γνωριμίες, που προέκυψαν όλα αυτά τα χρόνια;
Λ.Θ.: Σχεδόν τα πάντα στην πορεία μου έχουν προκύψει κάτω από τρελές συνθήκες· κάθε δημιουργία μου κρύβει από πίσω τη δική της, ιδιαίτερη ιστορία γέννησης. Καμία δουλειά ή συνεργασία δεν έγινε ποτέ ακριβώς όπως «έπρεπε» ή όπως φανταζόμουν ότι θα γίνει. Κάθε φορά λέω στον εαυτό μου «την επόμενη φορά θα προσέξω αυτό κι εκείνο», αλλά μετά προκύπτει κάτι καινούριο. Με τον καιρό πάντως αποκτάς ανοσία και απλά προχωράς.
Όσο για τις γνωριμίες μου, πιστεύω ότι έπρεπε να συμβούν και να βρεθώ με αυτά τα άτομα, όπως συνέβη και με σένα, ήταν σαν να «τρακάραμε». Προσωπικά, φεύγω πάντα πολύ ικανοποιημένος από τις συνεργασίες μου και όσο περνάει ο καιρός και αυτές πληθαίνουν, τόσο περισσότερο απολαμβάνω την κάθε στιγμή της διαδικασίας. Για μένα, η μεγαλύτερη πρόκληση αλλά και η μεγαλύτερη χαρά είναι αυτή ακριβώς η σύνδεση, το να βρίσκεις τους ανθρώπους που «κουμπώνουν» με το δικό σου τρελό καλλιτεχνικό όραμα.
Μπορείς να μας περιγράψεις τη διαδικασία στησίματος μίας επίδειξης μόδας για την παρουσίαση μίας κολεξιόν;
Λ.Θ.: Με την προϋπόθεση ότι η κολεξιόν είναι έτοιμη, η διαδικασία για το στήσιμο μιας επίδειξης είναι μια σύνθετη επιχείρηση. Το πρώτο βήμα είναι ο σωστός προγραμματισμός του χρόνου· μια επίδειξη χρειάζεται μεγάλη περίοδο προετοιμασίας, δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Πρέπει να βρεις τον κατάλληλο χώρο, να τακτοποιήσεις τη γραφειοκρατία, να κλείσεις το «slot» σου και να υπολογίσεις το budget.
Μετά έρχεται το κεφάλαιο των μοντέλων. Προτιμώ να έχω δικά μου μοντέλα, γιατί γνωρίζω τις μετρήσεις και τα πρόσωπά τους, κάτι που μου επιτρέπει να χτίζω τον χαρακτήρα που θέλω. Με μοντέλα από πρακτορείο, ο χρόνος για το fitting την ημέρα του show είναι εξαιρετικά περιορισμένος, κάτι που δυσκολεύει την κατάσταση.
Οι δικές μου δημιουργίες, επίσης, είναι τόσο ιδιαίτερες που δεν επιτρέπουν γρήγορες αλλαγές. Γι' αυτό, τα μοντέλα μου φορούν πάντα μόνο ένα outfit το οποίο πρέπει να έχει τοποθετηθεί σωστά και έγκαιρα πριν την έναρξη. Η χορογραφία του catwalk είναι το επόμενο στάδιο: η είσοδος, η διπλή διαδρομή, το φινάλε. Στις δικές μου επιδείξεις, τα πάντα είναι χρονομετρημένα στο δευτερόλεπτο. Η μουσική είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το περπάτημα του κάθε μοντέλου, μέχρι και η δική μου εμφάνιση στο τέλος για την υπόκλιση και τον χαιρετισμό τελειώνει με τη μουσική ακριβώς.
Φυσικά, πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια ολόκληρη ομάδα: βοηθοί, dressers, catering, press walls, φωτογράφοι κ.ά.
Πάνω απ' όλα, όμως, η διαδικασία αυτή απαιτεί απόλυτη συγκέντρωση και απόλυτη πειθαρχία. Όλο το glamour που βλέπει ο κόσμος δεξιά και αριστερά από την πασαρέλα, δεν υπάρχει πίσω στα παρασκήνια. Εκεί επικρατεί ένταση, τρέξιμο και προσήλωση στον στόχο. Για να βγει αυτό το μαγικό αποτέλεσμα που βλέπει ο θεατής, πρέπει πίσω από τη σκηνή να δουλεύουμε με ακρίβεια. Είναι ένας ολόκληρος μηχανισμός που πρέπει να δουλέψει ρολόι.
Μίλησέ μας για τα στάδια μίας φωτογράφισης.
Λ.Θ.: Η διαδικασία μιας φωτογράφισης ξεκινά συνήθως με πολύ πρωινό ξύπνημα. Αν πρόκειται για εξωτερικό γύρισμα, το πρόγραμμα περιλαμβάνει πολύ κουβάλημα και περπάτημα μέχρι να στηθεί το σκηνικό. Μετά γίνεται ο διαχωρισμός των σετ: ποιος φωτογραφίζεται, πότε και με ποια κομμάτια. Ακολουθούν ατέλειωτες ώρες αναμονής για το μακιγιάζ και τα μαλλιά – εκείνες είναι οι ώρες που ουσιαστικά απλώς κάθομαι και περιμένω. Όταν έρθει η στιγμή να ντύσω τα μοντέλα, η δική μου ενεργή συμμετοχή στο πεδίο ολοκληρώνεται και ο έλεγχος περνάει στον φωτογράφο.
Οι περισσότερες φωτογραφίσεις, πλέον, γίνονται χωρίς τη δική μου φυσική παρουσία. Λόγω του μεγάλου όγκου εργασίας στον χρόνο, είναι πρακτικά αδύνατον να βρίσκομαι σε κάθε σετ. Επιπλέον, πάρα πολλές φωτογραφίσεις γίνονται στο εξωτερικό, είναι εκ των πραγμάτων δύσκολο να παρευρίσκομαι σε αυτές. Συνήθως, κανονίζεται το ποια κομμάτια θα διατεθούν για το concept και, από εκεί και πέρα, τον λόγο έχουν οι stylists.
Σε αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω τη σημασία των στιλιστών, που πολλές φορές υπονομεύονται στον χώρο μας. Ο σχεδιαστής έχει μια συγκεκριμένη εικόνα που τον οδήγησε στη δημιουργία του έργου του, όμως ο στιλίστας παίρνει αυτά τα έργα και τα συνδυάζει με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, συχνά με συνδυασμούς που δεν θα περνούσαν ποτέ από το δικό μου μυαλό. Οφείλω, μάλιστα, να επισημάνω ότι εγώ ο ίδιος είμαι «χάλια» στο styling. Παρόλο που με ρωτάνε συχνά τη γνώμη μου, η αλήθεια είναι ότι δεν έχω ιδέα από αυτό το κομμάτι, γι' αυτό και εκτιμώ διπλά όσους έχουν αυτό το χάρισμα! Αυτή η «φρέσκια» ματιά εξελίσσει το ρούχο, γι' αυτό και ένα μεγάλο shout out σε όλους τους στιλίστες εκεί έξω· η συμβολή τους είναι καθοριστική.
Ποια είναι η πορεία ενός κοστουμιού από την πρώτη παραγγελία ή τη σύλληψη της ιδέας μέχρι να πάρει την τελική του μορφή;
Λ.Θ.: Η πορεία ενός κοστουμιού εξαρτάται από τη φύση του έργου. Αν πρόκειται για ένα γνωστό έργο όπου το κοστούμι πρέπει να αναπαραχθεί πιστά, το πρώτο βήμα είναι η ενδελεχής μελέτη του αυθεντικού υλικού (θέατρο, ταινία ή μιούζικαλ). Παρατηρώ με κάθε λεπτομέρεια πώς φαίνεται το ρούχο, αλλά και πώς κινείται πάνω στον καλλιτέχνη. Στη συνέχεια, αναζητώ τα υλικά που πλησιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα αρχικά και ξεκινά η ραφή με βάση τις συγκεκριμένες μετρήσεις του ατόμου που θα το φορέσει. Όταν πρόκειται για ένα ελεύθερο, πρωτότυπο έργο, η διαδικασία είναι πιο συνεργατική. Αρχικά συζητάμε το concept με την παραγωγή, τον σκηνοθέτη, τον φωτογράφο, τον σχεδιαστή σκηνικών και τον χορογράφο. Μετά από αυτές τις επαφές, δημιουργείται ένα storyboard. Ακολουθεί το πατρόν, η επιλογή των υλικών και μετά πιάνω αμέσως το ψαλίδι. Αφού ολοκληρωθεί το ράψιμο, σειρά έχουν οι τελευταίες πινελιές: εξετάζουμε αν χρειάζονται επιπλέον στοιχεία για να ολοκληρωθεί ο χαρακτήρας, όπως ζώνες, τσάντες, καπέλα, ομπρέλες ή μπαστούνια. Είναι η στιγμή που το κοστούμι παύει να είναι απλώς ένα ύφασμα και γίνεται ένα ολοκληρωμένο κομμάτι της ιστορίας που θέλουμε να πούμε.
Πού καταλήγουν όλα αυτά τα ρούχα που φτιάχνεις για έργα πολλών ατόμων; Θυμάμαι στα Ιωάννινα άφησες πολλά κοστούμια στο θέατρο.
Λ.Θ.: Πού καταλήγουν; Στις τέσσερις τετράφυλλες ντουλάπες μου! Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ να «ξεφορτωθώ» κάποια κομμάτια κατά καιρούς, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Πολλά κοστούμια, με την πάροδο του χρόνου, μεταποιούνται ή χρησιμοποιούνται σε επόμενες παραγωγές με διαφορετικούς συνδυασμούς. Είναι σπάνιο κάποιος καλλιτέχνης να θέλει να αγοράσει και να κρατήσει το κοστούμι του μετά την παράσταση, κάτι που βέβαια είναι κατανοητό. Στα Ιωάννινα, την πόλη όπου έζησα 15 χρόνια, άφησα πίσω μου πάνω από 80 κοστούμια σε ένα βεστιάριο που φέρει το όνομά μου. Είμαι πραγματικά ευτυχής που αυτά τα κομμάτια χρησιμοποιούνται ακόμα και σήμερα δωρεάν σε παραστάσεις. Εδώ, μετά από δέκα χρόνια δουλειάς, έχω ήδη συγκεντρώσει πάνω από 100 κοστούμια. Πιστεύω ότι πλέον, μετά το Κρατικό Θέατρο και το ιδιωτικό βεστιάριο του κινηματογραφικού fundus, είμαι ο τρίτος στην περιοχή με τη μεγαλύτερη συλλογή κοστουμιών. Επιπλέον, έχω στείλει πολλά κομμάτια μου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, όπου τα κρατούν φίλοι και συνεργάτες για να τα διαθέτουν εκεί σε φωτογραφίσεις. Το ίδιο σύστημα έχω αναπτύξει πλέον και εδώ στη Γερμανία: έχω στείλει προκαταβολικά δημιουργίες μου σε φίλους στο Μόναχο, τη Φρανκφούρτη, το Αμβούργο και το Βερολίνο. Με αυτόν τον τρόπο, έχουν πάντα υλικό για να δουλέψουν ανά πάσα στιγμή, κι εγώ δεν χρειάζεται να κουβαλάω ολόκληρο το βεστιάριο μαζί μου κάθε φορά που ταξιδεύω σε αυτές τις πόλεις. Είναι ένα δίκτυο που μου επιτρέπει να είμαι παντού!
Πάντα ήσουν πολυτάλαντος και πολυπράγμων, ένα δημιουργικό δαιμόνιο, θα σε χαρακτήριζα. Έχεις ασχοληθεί με θέατρο, τηλεόραση, σχέδιο, συγγραφή, όπερα, με μικρές κινηματογραφικές παραγωγές, περιοδικά κ.λπ. Σε κάποια από αυτά συνυπήρξαμε και αποτέλεσαν κομβικά σημεία της επαγγελματικής μας πορείας και μίας φιλίας που μετράει 25 χρόνια, νομίζω, πλέον. Περνάει ο χρόνος νερό! Είναι κεφάλαια ξεχωριστά, συνυπάρχουν, το ένα φέρνει το άλλο; Πώς συνδυάζονται τόσες διαφορετικές πτυχές σε έναν άνθρωπο;
Λ.Θ.: Πράγματι, 25 χρόνια είναι μια ολόκληρη ζωή και οι κοινές μας μνήμες είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο. Στο παρελθόν ήμουν ίσως πιο «ανοιχτός» σε κάθε μορφή τέχνης που βρισκόταν μπροστά μου· ήθελα να τα δοκιμάσω όλα, να πειραματιστώ, να εξερευνήσω κάθε πτυχή της δημιουργίας. Με τον καιρό, όμως, αυτή η ανάγκη για πολυδιάσπαση έδωσε τη θέση της στην εστίαση. Κατάλαβα ότι, για να φτάσεις σε ένα βαθύ επίπεδο δημιουργίας, πρέπει να διαλέξεις ένα κέντρο. Για μένα, αυτό το κέντρο είναι πλέον το ένδυμα και το κοστούμι. Όλα τα υπόλογα στοιχεία –η συγγραφή, το θέατρο, η σκηνοθετική ματιά– δεν χάθηκαν, αλλά μετουσιώθηκαν. Πλέον λειτουργούν ως «εργαλεία» που υπηρετούν το κεντρικό μου όραμα. Οι διαφορετικές πτυχές δεν συνυπάρχουν απλώς, πλέον συνεργάζονται για να δώσουν βάθος σε αυτό που κάνω τώρα. Θα έλεγα ότι δεν είμαι πια ένας άνθρωπος που κάνει πολλά πράγματα, αλλά ένας άνθρωπος που χρησιμοποιεί πολλές τέχνες για να κάνει ένα πράγμα με έναν απολύτως δικό του τρόπο.
Έχεις υπομονή στην ανάπτυξη των projects ή σε ενδιαφέρει το άμεσο αποτέλεσμα; Ζούμε σε μία τέτοια εποχή εκβιασμών, ευθυγράμμισης και υπερταχύτητας και προσπαθώ να αντιστέκομαι στους εκβιασμούς, γιατί αγχώνουν, αδειάζουν και καταστρέφουν πιο πολύ, παρά εξυπηρετούν ωφέλιμα σε κάτι. Η δημιουργία χρειάζεται σπίθα, στιγμή, πηγαίο συναίσθημα, ναι, αλλά υπομονή επίσης και κυοφορία, είναι μία διαδικασία από τη σύλληψη έως την υλοποίηση. Δεν πατιούνται κουμπιά ούτε προκύπτει κάτι μαγικά. Τα γράφω αυτά γιατί παρατηρώ ότι ορισμένα projects που αναπτύσσεις κατά καιρούς τα συζητούσαμε προ δέκα ετών, για παράδειγμα. Πώς λειτουργούν το πέρασμα του χρόνου και η κεκτημένη εμπειρία πάνω στις αποθηκευμένες ιδέες;
Λ.Θ.: Ως Λεωνίδας η υπομονή δεν είναι το δυνατό μου σημείο στην καθημερινότητα, αλλά ως Leo Theo, στην τέχνη, τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Πολλοί νομίζουν ότι δουλεύω με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, όμως για πρώτη φορά σε συνέντευξη θα αποκαλύψω κάτι σε σένα. H τέχνη είναι η διαφυγή μου από τη σκληρή πραγματικότητα. Αν ένιωθα εκεί πίεση, άγχος ή εκβιασμό, δεν θα είχε νόημα να δημιουργώ. Για να αποφεύγω τη στασιμότητα και την απογοήτευση, εφαρμόζω μια στρατηγική «σποράς».
Ξεκινώ ταυτόχρονα πολλές διαφορετικές δημιουργίες, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι το project Α θα ολοκληρωθεί σε ένα μήνα, το Β μεθαύριο, το Γ του χρόνου και το Δ ίσως σε τρία χρόνια. Επειδή σέβομαι τον χρόνο που χρειάζεται ο κάθε δημιουργός, όταν μου λένε «θα αργήσει» ή «δεν σε ξέχασα», η μόνιμη απάντησή μου είναι: «Κάνε τη δουλειά σου με την ησυχία σου». Αυτή η στάση μου έχει εκτιμηθεί πολύ από τους συνεργάτες μου. Το αποτέλεσμα; Ουσιαστικά, δεν προλαβαίνω να τα δείξω όλα! Κάθε μέρα ανεβαίνει κάτι στα social media, είτε κάτι τωρινό είτε κάτι από πέρυσι είτε μια παλαιότερη συνεργασία.
Υπάρχουν τόσo πολλά «στα σκαριά», που μερικές φορές το κοινό «καίγεται» από τον όγκο της πληροφορίας, οπότε το μόνο που κάνω είναι να συντονίζω τις δημοσιεύσεις. Ουσιαστικά, το κοινό με βιώνει με μια χρονική απόκλιση. Συχνά με ρωτάνε, για παράδειγμα, τη Δευτέρα: «Πού ήσουν το Σάββατο; Αυτό το shooting ήταν απίστευτο!». Κι εγώ απαντάω: «Πού; Πότε; Ποιο;». Γιατί το Σάββατο ήμουν απλώς στο κρεβάτι μου, ενώ το shooting που είδαν είχε γίνει πριν από τρεις μήνες. Λειτουργώ σαν μια τηλεοπτική σειρά: ο κόσμος είναι ακόμα στο cliffhanger του προηγούμενου επεισοδίου, ενώ εγώ έχω ήδη γυρίσει ολόκληρη την επόμενη σεζόν και βρίσκομαι ήδη στα γυρίσματα μιας άλλης σειράς!
Πώς μπορεί να επηρεάσει θετικά, πώς αρνητικά ή και ουδέτερα ακόμα στον τομέα του textile artist η χρήση, υπερχρήση ή η κακή χρήση της AI, κατά τη γνώμη σου; Παρατηρώ μία ισοπέδωση και μία ομοιομορφία να επικρατούν, που προσφέροντας ευκολίες αναχαιτίζουν την προσπάθεια για πραγματική βελτίωση. Αναρωτιέμαι αν έγινα σαφής με αυτή την τοποθέτηση. Παρατηρώ πως καλλιτεχνικά, τουλάχιστον, δεν μιλάω για άλλους τομείς, όπου μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη η ΑΙ, χρησιμοποιείται σαν πολύ βολικό σκονάκι. Όχι από όσους έχουν ψηθεί στο craft τους και έχουν όρια ή το ψάχνουν διερευνητικά, αλλά από wannabees ενδεχομένως, που ξεπετάγονται σαν μανιτάρια. Πολλές εικόνες-illustrations ή μουσικά κομμάτια, για παράδειγμα, έχουν γίνει επαναληπτικά ομοιόμορφα με παραλλαγές. Έχω αρχίσει να συμπαθώ πλέον έως και τις μέτριες αποδόσεις όταν είναι αυθεντικές, από τις επιφανειακά τέλειες εικόνες που θυμίζουν κάτι άλλο, όχι ως επιρροή αλλά ως ενσωματωμένη αντιγραφή. Το πιο τρομακτικό είναι όταν άτομα που γνωρίζω μου στέλνουν μηνύματα επεξεργασμένα με AI, θεωρώντας πως βελτιώνεται η έκφρασή τους, πως καλύπτουν κενά, από ανασφάλεια υποθέτω κυρίως, νομίζοντας πως δεν γίνεται αντιληπτό. Πώς να μη γίνει όταν χάνεται η υπογραφή των προσωπικών χαρακτηριστικών! Νιώθεις σαν να μιλάς με ρομπότ. Αμέσως καταλαβαίνεις ακόμα και από τη φρασεολογία, την οποία δεν θα χρησιμοποιούσαν, ή από την κλητική προσφώνηση και μόνο πως κάτι είναι off.
Λ.Θ.: Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) στην τέχνη είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Κατά τη γνώμη μου, η AI είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο, αλλά ένας κάκιστος αφέντης. Στον τομέα μου, ως textile artist, η AI μπορεί να βοηθήσει στη διεκπεραίωση ή στην οργάνωση της πληροφορίας, αλλά δεν μπορεί ποτέ να αντικαταστήσει την «ατέλεια» του χειροποίητου. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου για την ομοιομορφία που επικρατεί. Βλέπουμε παντού εικόνες «τέλειες» αλλά άψυχες, που θυμίζουν πλαστικό. Αυτό που λείπει είναι η υπογραφή. Η τέχνη δεν είναι μόνο το τελικό αποτέλεσμα, είναι η πάλη με το υλικό, το λάθος που θα οδηγήσει σε μια νέα ιδέα, η κούραση και η ικανοποίηση. Η AI προσφέρει μια «ευκολία» που, αν δεν προσέξεις, σε ευνουχίζει καλλιτεχνικά.
Όσο για το θέμα της επικοινωνίας και των μηνυμάτων που αναφέρεις, το βρίσκω κι εγώ τρομακτικό. Όταν κάποιος χρησιμοποιεί AI για να μιλήσει σε έναν φίλο ή συνεργάτη, χάνει την αυθεντικότητά του. Η γλώσσα είναι συναίσθημα, είναι χαρακτήρας. Αν αφαιρέσεις τα προσωπικά σου χαρακτηριστικά για να ακουστείς «σωστός» ή «επαγγελματίας», τότε όντως γίνεσαι ρομπότ.
Κατά τη γνώμη μου, η AI πρέπει να μένει στα παρασκήνια, να βοηθάει στη μηχανική δουλειά, αλλά ποτέ να μην παίρνει το τιμόνι της έκφρασης. Ο κόσμος, άλλωστε, πάντα θα διψάει για το αυθεντικό, το «ψημένο», αυτό που έχει πάνω του το άγγιγμα ενός ανθρώπου που πόνεσαν τα χέρια του για να το φτιάξει!
Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις και δυσκολίες που αντιμετωπίζεις ως textile artist και θα ήθελες να μοιραστείς;
Λ.Θ.: Οι προκλήσεις είναι πολλές, αλλά οι κυριότερες έχουν να κάνουν με την αντίληψη για το αντικείμενό μας. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ο χρόνος. Πολλοί μπερδεύουν το textile art με το fast fashion· δεν αντιλαμβάνονται ότι κάθε δημιουργία απαιτεί ώρες έρευνας, πειραματισμού και χειροποίητης εργασίας.
Μια άλλη πρόκληση είναι η απαίτηση για «αντιγραφή». Συχνά έρχονται και ζητάνε κάτι που είδαν κάπου αλλού, θέλοντας να το αναπαράγω ακριβώς ίδιο. Εκεί η απάντησή μου είναι ξεκάθαρη: «Συγγνώμη, αλλά καλύτερα να πάτε στη ράφτρα της γειτονιάς σας. Θα σας το φτιάξει ακριβώς έτσι και θα χαρείτε και οι δύο».
Επιπλέον, υπάρχει το κομμάτι του wearable art. Ο textile artist μπορεί να σου κάνει κάτι πολύ μαγικό, αλλά όχι μαγικά. Οι νόμοι της φύσης ισχύουν και για εμάς. Ένα ένδυμα πρέπει να είναι ασφαλές – για παράδειγμα, να μην παίρνει εύκολα φωτιά αν πρόκειται να φορεθεί σε μια σκηνή με πυροτεχνήματα. Πολλοί το ξεχνάνε αυτό, αλλά για έναν επαγγελματία η ασφάλεια προέχει.
Τέλος, ο περισσότερος κόσμος δεν γνωρίζει τι ακριβώς κάνει ένας textile artist, ενώ το λέει η ίδια η λέξη: δημιουργούμε τέχνη από και με ύφασμα. Όπως ένας ζωγράφος δημιουργεί με τα χρώματά του, έτσι κι εμείς χρησιμοποιούμε το ύφασμα ως υλικό μας, όπου ο καμβάς μας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Μόνο που εμείς πρώτα φτιάχνουμε την εικόνα και μετά την τοποθετούμε στον καμβά. Φαντάσου το σαν έναν ζωγράφο που δεν ζωγραφίζει απευθείας πάνω στο τελάρο, αλλά στον αέρα. Αφού ολοκληρώσει το έργο του εκεί, παίρνει την εικόνα που δημιούργησε και προσπαθεί να την «χωρέσει» και να την εφαρμόσει στον πίνακα.
Θέλεις να μας μιλήσεις για κάποιο νέο project που έχεις στα σκαριά;
Λ.Θ.: Όπως ανέφερα και πριν, υπάρχουν πολλά projects που κάθονται «φρόνιμα» στην αίθουσα αναμονής και περιμένουν τη σειρά τους. Παράλληλα, υπάρχουν και νέα έργα που βρίσκονται ήδη στη διαδικασία της υλοποίησης, τα οποία όμως θα αποκαλυφθούν από την επόμενη χρονιά, οπότε προς το παρόν δεν μπορώ να πω περισσότερα.
Αυτή την περίοδο τρέχει ακόμα το project FRAGILE, ενώ ενδιάμεσα δουλεύω πάνω σε αρκετά show outfits για διάφορους καλλιτέχνες. Ανάμεσα σε αυτά, υπάρχουν και κάποια μεγαλύτερα projects σε συνεργασία με άλλους συναδέλφους – μεταξύ των οποίων, φυσικά, και με εσένα!
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα υπόλοιπα για έκπληξη. Η συνέχεια επί της οθόνης (ή επί σκηνής)!
Τι θα σου έλεγε ο μικρός Λεωνίδας σήμερα; Τι ονειρευόσουν για το μέλλον όταν ήσουν στο σχολείο ή στο λύκειο; Έφτασες ή ξεπέρασες τις προσδοκίες σου;
Λ. Θ.: Ο μικρός Λεωνίδας σήμερα θα με κοίταζε και θα έλεγε: «Όπα! Καθόλου άσχημα!». Πιστεύω ότι βρίσκομαι πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμουν ως παιδί. Φυσικά, πάντα υπάρχει περιθώριο για το κάτι παραπάνω, αλλά αυτό που με γεμίζει είναι το ταξίδι και όχι απαραίτητα ο προορισμός. Για την ακρίβεια, νομίζω πως για μένα δεν υπάρχει τελικός προορισμός – και αυτό είναι το καλύτερο, γιατί έτσι δεν χρειάζεται να αναρωτιέμαι συνεχώς πού βρίσκομαι ή τι έχω καταφέρει μέχρι τώρα. Δεν υπάρχει το «μέχρι τώρα», όταν δεν υπάρχει πραγματικό τέλος.
Αντίστροφα, αν μπορούσα εγώ να πω κάτι στον μικρό Λεωνίδα, θα του έλεγα: «Δέσε τη ζώνη σου, μικρέ, γιατί η διαδρομή θα είναι άγρια!». Και ξέρεις κάτι; Είμαι σίγουρος ότι θα μου έκλεινε το μάτι και θα έστρεφε ψηλά τον αντίχειρα!
Τι έχεις να πεις σε νέα άτομα που θέλουν να ακολουθήσουν αυτό το επάγγελμα;
Λ.Θ.: Στα νέα άτομα που θέλουν να ασχοληθούν με αυτό το επάγγελμα, θα έλεγα τρία πράγματα: Γερό στομάχι, υπομονή και αυθεντικότητα. Μην προσπαθείτε να γίνετε μια κακή αντιγραφή κάποιου άλλου. O κόσμος έχει γεμίσει πια από κόπιες. Το ζητούμενο είναι να βρείτε τη δική σας φωνή, ακόμα κι αν στην αρχή ακούγεται φάλτσα. Βρείτε τους σωστούς ανθρώπους που πιστεύουν στο ίδιο όραμα με εσάς και μην χαλάτε μια συνταγή που έχει πετύχει. Να είστε ανοιχτοί σε νέους δρόμους και πειραματισμούς, αλλά να διατηρείτε τις αρχές σας. Και το κυριότερο: Μην περιμένετε απαραίτητα να κάνετε «καριέρα» με την παραδοσιακή έννοια. Προσπαθήστε αρχικά να γεμίσετε το ψυγείο σας μέσα από την τέχνη σας και απολαύστε το. Αν στοχεύετε μόνο στη δόξα, θα καταλήξετε αιχμάλωτοι των ίδιων σας των ψευδαισθήσεων.
Πώς και πού σε φαντάζεσαι σε 10 χρόνια από τώρα;
Λ.Θ.: Σε δέκα χρόνια με βλέπω, στην καλύτερη περίπτωση, εκεί που είμαι και τώρα. Οπότε, ξαναρώτα με τότε. Αν με ρωτήσεις όμως πού με βλέπω σε είκοσι χρόνια, τότε ναι, μπορώ να σου πω: στην πατρίδα μου, με τα ζωάκια μου και πολλές ώρες στη θάλασσα. Κακά τα ψέματα, τότε δεν θα μπορώ πια να δημιουργώ με τον ίδιο τρόπο. Ήδη τα χέρια μου αρχίζουν σιγά σιγά να με εγκαταλείπουν. Θα χρειαστεί, λοιπόν, ένα καλλιτεχνικό plan B. Αλλά, ακόμα κι αν δεν υπάρξει, εύχομαι να είμαι υγιής και να κάνω πράγματα που δεν έκανα ή δεν πρόλαβα να κάνω τώρα. Επειδή όμως έχω τη δική μου μηχανή του χρόνου (The Time Machine), έχω τελευταία επίδειξη το 2045. Ίσως αυτό να είναι και το αποχαιρετιστήριο show μου και η τελευταία μου υπόκλιση στο κοινό.
Για κλείσιμο, μία θετική ευχή για το μέλλον.
Λ.Θ.: Για το μέλλον, η ευχή μου είναι να μη χάσουμε την ικανότητά μας να εκπλήσσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Να έχουμε την υγεία και τη διαύγεια να συνεχίσουμε να δημιουργούμε με την καρδιά μας, κόντρα στην «ευκολία» και την ομοιομορφία των καιρών. Να βρίσκουμε πάντα τη δύναμη να ξεκινάμε κάτι νέο. Και πάνω απ' όλα, εύχομαι στον καθένα να βρει εκείνο το «καταφύγιο», είτε είναι η τέχνη είτε ένας άνθρωπος είτε μια θάλασσα, που θα τον κάνει να νιώθει ελευθερία και ψυχική ηρεμία.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



