Ο Ακύλας Άρωνας και Ο ήλιος πάγωσε

Ακύλα Άρωνα Ο ήλιος πάγωσε

Δεν μου είναι εύκολο να μιλήσω για ένα έργο που γράφτηκε εξαρχής και σκοπίμως φέροντας την ταυτότητα της ψευδωνυμίας. Ίσως το ίδιο το βιβλίο να μιλά πολύ καλύτερα για μένα απ' ότι εγώ γι' αυτό. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν πολυσυμπαθώ τον κεντρικό πρωταγωνιστή: έναν ιερέα που αναγκάζεται (έτσι λέει κι έτσι πιστεύει) να χωθεί εκεί που δεν τον σπέρνουν, έναν άνθρωπο που φτάνει στα όρια της αυτοκαταστροφής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που σχεδόν σκορπά τον όλεθρο στους γύρω του. Η παρουσία του αντιήρωα πρωταγωνιστή είναι, ασφαλώς, σύμβαση της αστυνομικής λογοτεχνίας και του νουάρ γενικότερα. Όμως υποπτεύομαι –όχι συνεχώς και όχι υπό το φως της μέρας– πως η αίσθηση αμηχανίας, έως και ήπιας αντιπάθειας που με διακατέχει απέναντι στον δικό μου αντιήρωα, είναι προϊόν μιας αμοιβαίας οικειότητας.

Τι θα σκεφτόταν άραγε για μένα εάν μάθαινε πως έχω κληθεί να στοχαστώ πάνω στους μονολόγους, τις αφηγήσεις, τους καημούς του; Μπορεί πάνω στα νεύρα του να μου πετούσε και καμιά κουβέντα παραπάνω, ξεχνώντας προς στιγμήν πως είναι παπάς. Μπορεί και όχι· τον φαντάζομαι ν' ανοίγει το πακέτο με τα τσιγάρα και να με κερνά, ακουμπώντας κουρασμένα στην κάσα του παραθύρου του, που αντικρίζει από απόσταση ασφαλείας το γοτθικό τζαμί της Αγια-Σοφιάς στη Λευκωσία. Εγώ καπνίζω σταυροπόδι στο σαλόνι του, ξάφνου εκείνος γυρνά και με κοιτάζει με την ευθύτητα του μαχαιριού. Γιατί μ' έπλασες, ρωτά. Δεν σου αρκούσε η σιωπή;

Είναι καλοκαίρι κι η νύχτα γλυκαίνει την ασκήμια της πόλης. Τον αφήνω πρώτα να σβήσει τη γόπα στο τασάκι. Κάτω απ' το παράθυρό του μαζεύονται αυτοί που κανείς δεν αγαπά πραγματικά: ένας άντρας με πρόσωπο και λίκνισμα γυναίκας, εκείνο του πρεζόνι που κρυώνει συνεχώς, μια γυναίκα απ' τη Σρι-Λάνκα που κάποιοι χτύπησαν για να κλέψουν, ο Ιμπραχήμ που τον χειμώνα καίει τα χέρια του ανάμεσα σε παγωμένα ψάρια. Σηκώνομαι και στέκομαι δίπλα του. Υπάρχουν κι άλλοι, τους γνωρίζουμε κι οι δυο, δεν υπάρχει λόγος για συστάσεις. Δεν υπάρχει χρόνος για συστάσεις.

Μου γνέφει να κατέβουμε, όμως στην είσοδο μάς σταματά η ίδια αφίσα, που προσπεράσαμε τόσες φορές, χωρίς αυτή να μας προσπερνά. Μια ασπίδα, ένας πίλος Λακεδαιμόνιου πολεμιστή, ένα ξίφος, όλα τους μαύρα σε μπλε φόντο, σκούρο μπλε, σαν το αντερί του την ώρα που αρπάζει το χαρτί και το σκίζει, το τινάζει σε χίλια κομμάτια μουγκρίζοντας. Εσύ γιατί; ρωτώ με τη σειρά μου. Δεν σου αρκούσε η σιωπή;

Εγώ δεν έχω το θάρρος το δικό σου, Ακύλα Άρωνα. Εσύ σκίζεις τις αφίσες τους, χωρίς να υπολογίζεις το κόστος. Ή, έχοντας βαρεθεί να το υπολογίζεις. Για μένα ο δρόμος περνά μέσα απ' τις λέξεις, που σπέρνουν το δικό τους μονοπάτι μέσα στο δάσος της υποκρισίας. Και κάπως έτσι αποφασίζω να τεντώσω τη χορδή μέχρι εκεί που δεν παίρνει άλλο, για να φύγει το βέλος, πέρα μακριά.

Δεν μου είναι εύκολο να μιλήσω για ένα έργο που γράφτηκε εξαρχής και σκοπίμως φέροντας την ταυτότητα της ψευδωνυμίας. Ίσως το ίδιο το βιβλίο να μιλά πολύ καλύτερα για μένα απ' ότι εγώ γι' αυτό. Το μόνο σίγουρο είναι πως ο αντιήρωας πρωταγωνιστής έχει το πείσμα μου, το πείσμα των απελπισμένων, των οργισμένων, εκείνων που σφίγγουν τα δόντια και προχωρούν.


Ακύλας Άρωνας

Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το αστυνομικό μυθιστόρημα του Ακύλα Άρωνα Ο ήλιος πάγωσε κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν.