Punching the Clown (City Slang, 2026)

Ο Kurt Wagner δεν έχει πει ακόμη την τελευταία του λέξη


Punching the Clown (City Slang, 2026)

Υπάρχουν καλλιτέχνες που όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο φοβάσαι μήπως αρχίσουν να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους. Ο Kurt Wagner όμως, δεν μου δίνει αυτή την εντύπωση. Στο 17ο άλμπουμ των Lambchop, το Punching the Clown, κάνει κάτι που δεν είναι ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο: κοιτάζει πίσω για να προχωρήσει μπροστά. Ανακαλύπτει μια παλιά σκωτσέζικη τεχνική, το lined out singing και την περνά μέσα από το προσωπικό του σύμπαν. Μαζί του ο Andrew Broder, ο Justin Vernon και μια ολόκληρη χορωδία υπό τον Blake Morgan. Και ξαφνικά, κάτι που γεννήθηκε πριν από αιώνες ακούγεται σαν να περίμενε απλώς κάποιον να το ξαναθυμηθεί.


Το θέμα


Η ιστορία ξεκινάει από ένα αυτοκίνητο. Ο Wagner οδηγούσε ένα βράδυ και από το ραδιόφωνο άκουσε ένα μπάντζο και μερικές φωνές. Του άρεσε αυτό που άκουγε, αλλά δεν πρόλαβε να μάθει ούτε ποιο ήταν το τραγούδι ούτε ποιος το έπαιζε.

Κλασική ιστορία. Αυτό που δεν είναι τόσο κλασικό είναι να μην ξεχάσεις αυτό που άκουσες και σε ιντριγκάρισε. Ο Wagner άρχισε λοιπόν να ψάχνει και στην πορεία ανακάλυψε το lined out singing. Η τεχνική αυτή είναι παλιά και έρχεται από τη Σκωτία. Κάποιος που μπορούσε να διαβάσει τους στίχους τραγουδούσε πρώτος μια φράση και μετά ακολουθούσε ολόκληρη η εκκλησία. Οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να διαβάσουν, αλλά μπορούσαν να τραγουδήσουν και ίσως αυτό να λέει περισσότερα για τη μουσική απ' όσα λέμε εμείς σήμερα. Ο Wagner δεν προσπαθεί να κάνει αυτή την παλιά τεχνική «μοντέρνα». Ευτυχώς βέβαια (να το λέμε κι αυτό). Την αφήνει να είναι αυτό που είναι και την περνά μέσα από τον δικό του ήχο.

Η κιθάρα του Andrew Broder δεν ζητάει την προσοχή σου, το μπάντζο του Justin Vernon έχει εκείνη τη ζεστή, ελαφρώς παράξενη χροιά που μοιάζει να έρχεται από κάπου μακριά και μετά μπαίνουν οι φωνές. Πολλές φωνές, έτσι που ξαφνικά έχεις μπροστά σου έναν ήχο που μοιάζει παλιός, χωρίς να είναι παλιομοδίτικος. Η φωνή του Kurt Wagner είναι πιο φθαρμένη από ποτέ και ευτυχώς (ξανά ευτυχώς), γιατί δεν θα ήθελα να ακούσω τον Kurt Wagner να τραγουδά σαν κάποιον άλλο. Η φωνή του έχει μέσα της χρόνια, δρόμους, νύχτες και πράγματα που δεν χρειάζεται να εξηγηθούν, όπως έχουν όλων οι φωνές, κι όταν συναντά τη λιτή δομή του lined out singing, δημιουργεί κάτι που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο εύθραυστο και στο μεγαλειώδες, σαν ύμνος, αλλά χωρίς να χρειάζεται να πιστεύεις σε κάτι.

Οι στίχοι κινούνται στο ίδιο κλίμα. Είναι τραγούδια για εκείνες τις μεγάλες διαδρομές όπου έχεις παρέα μόνο το ραδιόφωνο και όσα κουβαλάς μέσα στο κεφάλι σου. Ε, τότε, λοιπόν, ο δίσκος αρχίζει να φέρνει εικόνες: σκωτσέζικα highlands, ομίχλη, βουνά, ρείκια και χορωδίες που ανεβαίνουν μέχρι τον ουρανό και μετά χάνονται. Μόνο που ο Wagner δεν φτιάχνει μια τουριστική καρτ-ποστάλ της Σκωτίας και ευτυχώς (πάλι ευτυχώς), γιατί αν ακούσεις «μπάντζο» και «Scottish Highlands» και αρχίσεις να φοβάσαι ότι μπήκες κατά λάθος σε folk φεστιβάλ του 2008, μπορείς να χαλαρώσεις, γιατί ο Kurt Wagner έχει άλλα σχέδια: Κάπου μέσα στον δίσκο εμφανίζεται ένα hip-hop sample, έτσι για να θυμόμαστε ότι βρισκόμαστε στο 2026 και όχι σε κάποιο σκωτσέζικο πανδοχείο του 19ου αιώνα και μετά ο Wagner τραγουδά για τη Minesota. Για ένα μέρος που, όπως λέει, είναι το πιο άγριο που έχει γνωρίσει. Το μόνο που ξέρω για τη Minesota, είναι ότι στο Duluth γεννήθηκε ο Bob Dylan. Τίποτα άλλο. Ξέρω όμως, πως το Punching the Clown έχει κάτι άγριο. Μόνο που δεν είναι η αγριάδα που περιμένεις, αλλά είναι η αγριάδα ενός ανθρώπου που δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα και αυτό, στις μέρες μας, θέλει κότσια. Το άλμπουμ δεν προσπαθεί να σου αποδείξει ότι είναι καινούργιο. Δεν κυνηγάει την πρωτοτυπία για την πρωτοτυπία. Ξέρει πού θέλει να πάει και πηγαίνει.


Το συμπέρασμα


Αν έπρεπε να περιγράψω το Punching the Clown με μια εικόνα, θα έλεγα: Είναι βράδυ, το τζάκι ανάβει, είσαι στο παράθυρο με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, η καλή σου είναι στον καναπέ και δεν έχετε κανέναν λόγο να κοιτάξετε το ρολόι. Το Punching the Clown δεν είναι δίσκος για να τον βάλεις όταν θέλεις να γίνει κάτι. Είναι δίσκος για να τον βάλεις όταν θέλεις να μη γίνει τίποτα και αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Βέβαια, εδώ βρίσκεται και η μοναδική μου ένσταση. Η ατμόσφαιρα είναι τόσο συγκεκριμένη, ώστε σε κάποια σημεία τα τραγούδια μοιάζουν να κινούνται πολύ κοντά το ένα στο άλλο.

Κάποια στιγμή μπορεί να νιώσεις πως ένα κομμάτι τελειώνει και το επόμενο απλώς συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το προηγούμενο. Αυτό, δεν το θεωρώ απαραίτητα αδυναμία. Απλώς αυτός ο δίσκος θέλει τον χρόνο του. Δεν είναι για να τον ακούσεις βιαστικά ανάμεσα σε δύο δουλειές, τρία τηλεφωνήματα, τέσσερα e-mails και πέντε ειδοποιήσεις του FB. Αυτός ο δίσκος θέλει να τον αφήσεις να παίξει και τότε καταλαβαίνεις αυτό που έκανε ο Wagner. Γύρισε αιώνες πίσω, σε μια εποχή χωρίς playlists, streaming και αλγόριθμους, για να βρει έναν τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι τραγουδούσαν μαζί: Μια φωνή έλεγε μια φράση, οι άλλοι απαντούσαν και η μουσική γινόταν υπόθεση όλων. Κι αν πας πολύ πίσω, πάρα πολύ πίσω, αυτό οι άνθρωποι το έκαναν ή έμαθαν να το κάνουν από τότε που ζούσαν σε ομάδες και μαζεύονταν γύρω από μια φωτιά για να φάνε, ή για να προφυλαχτούν από τα άγρια ζώα. Ίσως γι' αυτό το Punching the Clown ακούγεται τόσο ανθρώπινο. Γιατί πίσω από όλη αυτή την παράξενη διαδρομή –τη Σκωτία, το μπάντζο, τη χορωδία, το hip-hop sample, τη Minesota, τα προϊστορικά χρόνια– υπάρχει τελικά κάτι πολύ απλό: Ένας άνθρωπος που άκουσε κάτι στο ραδιόφωνο, δεν μπόρεσε να το ξεχάσει και αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσει να ψάχνει. Αυτό, ίσως, είναι και το πιο rock πράγμα που υπάρχει: Να ακούσεις κάτι, να σε στοιχειώσει και να μην ησυχάσεις μέχρι να βρεις από πού ήρθε. Μου έχει συμβεί και εμένα με το Angle of Passion των Green Pajamas και με το Surrender του David Sylvian και όταν βρήκα την άκρη, έγιναν φίλοι μου και οι δύο.

Αυτό έκανε και ο Kurt Wagner και κάπως έτσι, το παρελθόν μπήκε στο αυτοκίνητό του, ταξίδεψε μαζί του και κατέληξε σε έναν από τους καλύτερους δίσκους των Lambchop. To Punching the Clown δεν είναι ένας δίσκος που προσπαθεί να φωνάξει για να τον προσέξεις, αλλά είναι ένας δίσκος που ξέρει πως, αν κάτι αξίζει πραγματικά, θα βρεις εσύ τον δρόμο να το ακούσεις.


Να το πάρω;


Ναι, γιατί αν ένας δίσκος σε κάνει να θέλεις να μάθεις από πού ήρθε, πριν καν τον ακούσεις ολόκληρο, έχει ήδη πετύχει κάτι. Δεν συμφωνείς;



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου