Το μέγαρο

Δημήτρη Μαμάκου Το μέγαρο

Η καλύτερη αυτοέκδοση που έχω διαβάσει!

Συνήθως, και δεν το λέω με κακό σκοπό, οι αυτοεκδόσεις βρίθουν θεμάτων καθώς δεν περνούν από τα χέρια επαγγελματιών [γραφιστών, επιμελητών, εκδοτών κ.ο.κ.] με αποτέλεσμα να προκύπτουν μια σειρά από ατέλειες, προβλήματα και λάθη. Άτυχα εξώφυλλα, αδιόρθωτα κείμενα, λανθασμένη σελιδοποίηση κ.λπ. με σοβαρότερο όλων, κατά τη γνώμη μου, το αδύναμο κείμενο εφόσον οι περισσότερες αυτοεκδόσεις δουλεύονται μόνο από τον συγγραφέα τους, αν δουλεύονται και από αυτόν, γιατί έχει τύχει να μου πει άνθρωπος πως όταν ολοκληρώσει ένα βιβλίο του δεν το ξαναδιαβάζει ποτέ.

Το μέγαρο, ωστόσο, του Δημήτρη Μαμάκου, είναι ένα εξαίσιο πόνημα με αρετές που εκτιμώνται πολύ από μια φιλαναγνώστρια όπως του λόγου μου, που διαβάζει πολλά και πολύ και η οποία έχει χιλιοδεί, τόσες και τόσες, κοινωνικές ιστορίες με ήρωες που βιώνουν τα προβλήματά τους στη μεγάλη πόλη.

Στην υπόθεση, γνωρίζουμε τον Δημοσθένη που μετακομίζει σε ένα μεγακτήριο όταν κληρονομεί εκεί έναν χώρο και που διαπιστώνει ότι δύο μεγαλοϊδιοκτήτες έχουν πάρει τα ηνία του συγκροτήματος ενώ οι υπόλοιποι, αν και δυσανασχετούν, συμβιβάζονται τελικά στα θέλω και τις πρακτικές τους. Ο Δημοσθένης, όμως, δεν μένει παθητικός απέναντι στη νοοτροπία. Ωθείται σε δράση ελπίζοντας ότι θα βρει κι άλλους συμμάχους.

Η μυθοπλασία έχει πλήθος συμβολισμών: Το κτήριο είναι η μικρογραφία της κοινωνίας αφού ό,τι συμβαίνει εκεί συμβαίνει σε όλη τη χώρα – μια αντιπροσωπευτική όψη της. Οι συνιδιοκτήτες του είναι η αντανάκλαση όλων των πολιτών, της σύγχρονης πραγματικότητας όπως τη βιώνουμε ή τη συναντάμε σε μια μεγάλη πόλη και, ως εκ τούτου, «κουβαλούν» την παθολογία, την εθιμοτυπία, τη νοοτροπία και τα κουσούρια της/μας... για να μη μιλήσω για τις σακούλες των σκουπιδιών [τις βλέπουμε και στο οπισθόφυλλο] και τη δική τους σημειολογία!

Η ιστόρηση επικεντρώνεται σε ένα πρόσωπο, τον Δημοσθένη, με τα σύντομα κεφάλαια να εναλλάσσονται ανάμεσα σε τρίτο και πρώτο πρόσωπο, άλλοτε αφηγηματικά κι άλλοτε διαλογικά, με τα τελευταία να περιλαμβάνουν και κάποια εδάφια όπου ο ήρωας συνομιλεί με έναν άγνωστο, δηλαδή ένα έτερο πρόσωπο που δεν κατονομάζεται. Σε αυτό το χαρακτηριστικό υπάρχει ένα ανοιχτό «παράθυρο» όπου ο κάθε αναγνώστης καλείται να αντιστοιχήσει αυτό το πρόσωπο όπως το εισπράττει εκείνος: μπορεί να είναι ο άλλος του εαυτός, μπορεί να είναι ένας από τους άλλους χαρακτήρες του βιβλίου, μπορεί να είναι ένα πρόσωπο από το παρελθόν του κ.ο.κ. Επιστρέφοντας όμως στον τρόπο και την υφολογία του συγγραφέα, υπάρχει μια ποικιλία ειδών πεζού λόγου η οποία λειτουργεί υπέροχα, προβάλλει όλες τις πλευρές του κεντρικού χαρακτήρα και όλων όσοι αλληλεπιδρούν ή σχετίζονται με αυτόν και δομεί μια ατμόσφαιρα που μεταφέρει επάξια τόσο το σύγχρονο αστικό τοπίο, όπου συμβαίνει η δράση, όσο και την ψυχοσύνθεση του ίδιου.

Ο κύριος Μαμάκος είναι ένας πολύ καλός αφηγητής και το συνολικό αποτύπωμα είναι καλύτερο από αυτό που δείχνει στην πρώτη ματιά.

Κράτησα κάποιες μικρές φράσεις, εδώ κι εκεί, που νομίζω πως έχουν νόημα... Ένιωθε να τον υποτιμούν, γράφει κάπου και αρκεί για να μεταφέρει την οργή που ριζώνει μέσα στον ήρωα. Ένα μεγάλο κομμάτι του διψούσε για αντίδραση, λέει λίγο παρακάτω μιλώντας παραστατικά και μετά: Ο οικείος κύκλος της αδράνειας είχε φτάσει στο τέλος του, σε μία φράση που οριοθετεί την απόφαση. Σε αυτό το σημείο, αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση και η δράση, τελικά, είναι που μετράνε παρά το αποτέλεσμα, γιατί ακόμα κι αν δεν ευοδωθεί το επιθυμητό, ο άνθρωπος έχει το κέρδος της αυτοεκτίμησης. Με τον εαυτό του ήταν θυμωμένος, όχι με τους άλλους. Με την αξιοθρήνητη, παθητική του στάση. Έτσι το περιγράφει ο συγγραφέας ολοκληρώνοντας μετά το όφελος: Η ανωτερότητα που νιώθει ο άνθρωπος ακόμα και όταν προσφέρει ελάχιστα· αυτή ήταν αυθεντική συγκίνηση...

Με απορρόφησε αυτό το βιβλίο, συμπάθησα τόσο τον μελαγχολικό του ήρωα που αγωνιούσα να δω αν θα τα καταφέρει και θύμωνα για λογαριασμό του όταν του έστηναν δόκανα αφού, εκείνες τις μέρες, στο πρόσωπό του έβλεπα τον κάθε έναν που κάνει την κοινωνική του επανάσταση κόντρα στο σύστημα και κάθε κατεστημένο προσπαθώντας να παραμείνει ατόφιος, να μην αλλοιωθεί, να μην βρομίσει και να μην συνθηκολογήσει.

Το αν έχει βάλει τον εαυτό του μέσα; Ως έναν βαθμό, θα έλεγα, είναι δεδομένο. Ό,τι κι αν δημιουργήσει κανείς, παντού και πάντα, θέλει δεν θέλει, αφήνει κάτι από εκείνον εκεί. Στο προκείμενο, ο Δημοσθένης είναι μαθηματικός όπως και ο συγγραφέας, ζει στην Αθήνα του σήμερα και προσπαθεί να κάνει τον κόσμο καλύτερο, πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο και πιο γόνιμο. Φυσικά, δεν γνωρίζω αν ο ήρωας είναι ο Δημήτρης Μαμάκος όμως ξέρω σίγουρα ότι ο ένας φέρει στοιχεία του άλλου.

Μια μυθοπλασία που είναι οριακά μυθιστόρημα λόγω του πλήθος χαρακτήρων του [κανονικά θα χαρακτηρίζαμε το βιβλίο ως νουβέλα επειδή επικεντρώνεται σε έναν ήρωα] και που αφήνει αποτύπωμα. Ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα που είναι πολύ πολύ καλό και που καταλήγει γλυκό κι ανθρώπινο.
Αν δεν αναζητήσεις έστω και λίγη ευχαρίστηση σε αυτό που κάνεις, τότε ένα κομμάτι σου θα επαναστατήσει. Ή θα αρρωστήσει.
Να το βρείτε!



Δωροθεσία! Ο συγγραφέας προσφέρει δύο [2] αντίτυπα σε ισάριθμους τυχερούς αναγνώστες – ένα βιβλίο έκαστος. Σύνδεσμος συμμετοχών και όροι.