Διάβασα φέτος το καλοκαίρι ένα βιβλίο του Andrea Camilleri το οποίο αναφέρονταν σε στιγμές της ζωής του Caravaggio στην Μάλτα και την νότια Ιταλία. Η τελευταία αυτή περίοδος της ζωής του είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον μου κατά την επίσκεψή μας στη Νάπολη. Εκεί είχα πληροφορηθεί κάποια γεγονότα της και θαυμάσει πίνακές του. Στις εκατό, πάνω κάτω, σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας, δήθεν, αντιγράφει σημειώσεις από ένα χαμένο ημερολόγιο του ζωγράφου. Ο Camilleri εκτός από φημισμένος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων –αλλά όχι μόνο– ήταν και Σικελός, οπότε έχει «ίδια αντίληψη» της ατμόσφαιρας μέσα στην οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα. Ανέτρεξα όμως και στο βιβλίο Καραβάτζο για συμπληρωματικές πληροφορίες.
Ο Caravaggio είναι μεταγενέστερος του ζωγράφου και συγγραφέα Giorgio Vasari και δεν περιλαμβάνεται στο μνημειώδες βιβλίο του για τη ζωή και το έργο των καλλιτεχνών μέχρι την εποχή του. Υπάρχουν πάντως πολλές πληροφορίες για τη ζωή του από μεταγενέστερους βιογράφους ή φίλους του.
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης όμως, για τα έργα και τις ημέρες αυτού του ιδιοφυούς αλητήριου ζωγράφου, αναδύθηκε στη θύμησή μου ένας άλλος –ποιητής αυτός– με τις ίδιες ιδιότητες, τόσο στις τέχνες όσο και στις παραβατικές συμπεριφορές· ο Γάλλος François Villon. Σ' αυτόν έχουμε ακροθιγώς αναφερθεί στο άρθρο για τον Γάλλο τροβαδούρο Georges Brassens.
Ανέτρεξα λοιπόν και πάλι στον Σπύρο Σκιαδαρέση ο οποίος εκτός από τις έμμετρες μεταφράσεις έχει γράψει και την εισαγωγή του βιβλίου με την δίγλωσση έκδοση των ποιημάτων του. Στις ομοιότητές τους να συμπληρώσω ότι πέθαναν και οι δύο τριαντάρηδες και όχι κάτω από ομαλές συνθήκες.
Ο ζωγράφος Michelangelo Merisi da Caravaggio (1571-1610), γνωστός ως Caravaggio, γεννήθηκε κοντά στο Μιλάνο. Ο πατέρας του ήταν αρχιτέκτονας και η οικογένεια σχετικά εύπορη για τα δεδομένα της εποχής, μια και δεν ανήκε στην αριστοκρατία. Άρχισε να σπουδάζει ζωγραφική από μικρή ηλικία στο Μιλάνο και μετά μετακόμισε στη Ρώμη. Εκτός όμως από το ταλέντο του στη ζωγραφική ανέπτυξε και ταλέντο στις βιαιοπραγίες. Με τα δύο αυτά εφόδια πορεύτηκε όλη του τη σύντομη ζωή. Μετά τον θάνατο των γονέων τους, τ' αδέλφια εκποίησαν και μοιράστηκαν την αξιόλογη περιουσία. Φαίνεται όμως ότι ο ζωγράφος μας την «έφαγε» σύντομα και στη Ρώμη έμενε, για κάποιο διάστημα στους δρόμους. Χάρη στο ταλέντο του όμως έμεινε αργότερα και σε αρχοντικά ή σε σπίτια καρδιναλίων – έτσι τα φέρνει η ζωή.
Μετά από την καταδίκη του σε θάνατο για φόνο, που ήταν το επιστέγασμα πολλών φυλακίσεων για αντικοινωνικές συμπεριφορές, κατέφυγε στη νότια Ιταλία. Από την Νάπολη πήγε στη Μάλτα, μετά στη Σικελία και τέλος πάλι στη Νάπολη, αφήνοντας στο διάβα του ζωγραφικά αριστουργήματα αλλά και αμαρτίες. Στη Μάλτα, μάλιστα, χρίστηκε μέλος του θρησκευτικού τάγματος των Ιωαννιτών ιπποτών οι οποίοι είχαν τελικά εγκατασταθεί εκεί. Οι γνωστοί μας Ιππότες της Ρόδου είχαν καταφύγει στη Μάλτα μετά την κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους. Η ιπποσύνη του όμως έληξε άδοξα, τον αποσχημάτισαν και τον φυλάκισαν. Δεν τους πτόησε το γεγονός ότι είχε φιλοτεχνήσει πορτρέτο του Μεγάλου Μάγιστρου Alof de Wignacour σε όλο του το μεγαλείο! Απέδρασε όμως και έφυγε κακήν κακώς.
«Καλόδεχτος, διωγμένος με κλωτσιές», όπως έγραφε νωρίτερα και ο ποιητής που θα ακολουθήσει· για τον εαυτό του όμως, όχι για τον Caravaggio που δεν είχε ακόμα γεννηθεί. Μετά από περιπλανήσεις κατάληξε και πάλι στη Νάπολη. Πέθανε κάτω από άγνωστες συνθήκες κατά την επιστροφή του από εκεί στη Ρώμη μετά την απονομή χάριτος από τον Πάπα. Είχε ήδη τη φήμη μεγάλου ζωγράφου, αν και είχε κατηγορηθεί για πολλές από τις καινοτομίες του – όπως αυτές του φωτός και της προοπτικής. Με τον καιρό όμως ξεχάστηκε. Τον ξαναθυμήθηκαν αργότερα και οι πίνακές του κοσμούν σήμερα τα πιο γνωστά μουσεία.
Ο ποιητής François Villon (1431-;) γεννήθηκε στο Παρίσι από πάμπτωχη οικογένεια χωρικών οι οποίοι είχαν μετοικίσει στην πόλη προσβλέποντας, μάταια, σε ένα καλύτερο μέλλον –η αστυφιλία υπήρξε από τότε– και εξαφανίστηκε μετά το 1463. Villon δεν ήταν το πραγματικό επώνυμό του, αλλά αυτό του ψυχοπατέρα του εφημέριου Guillaume de Villon στον οποίο τον είχε εμπιστευθεί η μητέρα του μετά τον θάνατο του φυσικού του πατέρα. Μ' αυτό πάντως υπέγραφε τα ποιήματά του. Στα επίσημα έγγραφα αναφέρεται ως François de Montcorbier ή François des Loges. Πολλά από αυτά είναι πρακτικά δικαστικών υποθέσεων στις οποίες ήταν κατηγορούμενος.
Ο εφημέριος, ο οποίος τον προστάτευε όλη τη ζωή του, τον έστειλε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού το οποίο είχε έδρα στο περίφημο μέχρι σήμερα Quartier Latin. Οι φοιτητές εκείνης της εποχής έπρεπε να γνωρίζουν, λίγο ή πολύ, την λατινική γλώσσα. Ο νεαρός François τα κατάφερε να αποφοιτήσει από κάποια σχολή, αλλά και να σπουδάσει, επίσης, παραβατικές επιστήμες. Οι φοιτητές όλων των εποχών φημίζονται για την αντίθεσή τους στο εκάστοτε κατεστημένο. Ελάχιστοι βέβαια καταλήγουν στη φυλακή· οι υπόλοιποι, λίγο ή πολύ, παραμένουν «συνήθεις ύποπτοι» ή κατά κάποιο τρόπο «πηγαίνουν μπροστά». Έμπλεξε λοιπόν με κακές παρέες και άρχισαν τα πάρε δώσε του με τη δικαιοσύνη τα οποία τον συνόδευσαν σε όλη την σύντομη ζωή του.
Ο έκλυτος βίος του σε καπηλειά και μπορντέλα τον οδήγησε σε φόνο και για να αποφύγει τις συνέπειες εγκατέλειψε το Παρίσι προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο διάβα του συνάντησε, για καλή του τύχη, τον ομότεχνό του σπουδαίο ποιητή της εποχής Κάρολο, δούκα της Ορλεάνης, ο οποίος τον φιλοξένησε. Αυτός όμως τον χαβά του, έμπλεξε πάλι και κατέληξε στη φυλακή. Κάποια στιγμή, του δόθηκε χάρη και γύρισε στο Παρίσι όπου συνέχισε τα δικά του, συμμετείχε σε φόνο και καταδικάστηκε σε απαγχονισμό. Τελικά του δόθηκε χάρη και εξορία. Έφυγε και χάθηκαν τα ίχνη του. Παιδί κι αυτό – που λέμε!
Τον βίο και πολιτεία του περιγράφει γλαφυρά και διεξοδικά ο Σπύρος Σκιαδαρέσης, αλλά η πρωτογενής πηγή είναι τα ίδια τα ποιήματά του. Στη Διαθήκη του (Le Testament), αλλά και στα περισσότερα από τα υπόλοιπα ποιήματά του, αποτυπώνει, λυρικά και ρεαλιστικά, σκηνές από την πολυτάραχη ζωή του.
Τους χώριζαν, λοιπόν, κάπου εκατόν πενήντα χρόνια. Αλλά εκτός από τον «έκλυτο βίο» τους, τις φυλακίσεις για κλοπές ή βιαιοπραγίες και τις καταδίκες σε θάνατο για δολοφονίες οι δύο φιλοξενούμενοί μας είχαν και τουλάχιστον ένα ακόμα κοινό χαρακτηριστικό.
Ο Caravaggio με τα ciaroscuro του άνοιξε νέους ορίζοντες στη ζωγραφική. Ο Villon άλλαξε τα θέματα και τις φόρμες της μπαλάντας, ανοίγοντας νέους δρόμους στην ποίηση. Δεν θα δούμε νεαρές παρθένες στους πίνακες του Caravaggio ούτε θα διαβάσουμε για ηρωικά κατορθώματα στα ποιήματα του Villon.
Ακόμα και στους πίνακες θρησκευτικού περιεχομένου, τα μοντέλα του Caravaggio ήταν καθημερινοί άνθρωποι, σαν κι εμάς πριν από τετρακόσια χρόνια. Στο περίπου δηλαδή γιατί δύο από τις Παναγίες του ήταν γνωστές εταίρες της εποχής. Οι διάφοροι ρακένδυτοι άγιοι με βρόμικα πόδια, κακόφημοι περιθωριακοί ίσως φίλοι του. Τα αγοράκια ήταν ερωτικοί του σύντροφοι. Είχε βέβαια ζωγραφίσει, όπως είπαμε, και τον Μεγάλο Μάγιστρο των ιπποτών της Μάλτας, κάτι που δεν τον βοήθησε πολύ στην καριέρα του.
Όπως σχεδόν όλες οι ιδιοφυΐες της εποχής τους –και όχι μόνο– εκτιμήθηκαν μετά θάνατον. Οι πίνακες του Caravaggio κοστολογούνται σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια και τα βιβλία του Villon πωλούνται κατά δεκάδες εκατομμύρια αντίτυπα. O tempora o mores, που έλεγε και ο προγενέστερος τους Κικέρων.
Δεν είμαι φυσικά ειδήμων στη ζωγραφική ή την ποίηση. Έχω διαβάσει τα ποιήματα του Villon και δει –σε διάφορα μουσεία– αρκετούς πίνακες του Caravaggo. Θα έχει ενδιαφέρον όμως να ασχοληθούμε –με τη βοήθεια της βιβλιογραφίας– με μερικά από τα έργα των «καλεσμένων» μας.
Στο Παλέρμο, ο Caravaggio, λίγο πριν πεθάνει ζωγράφισε τον πίνακά του Η γέννηση με τους άγιους Φραγκίσκο και Λαυρέντιο. Είναι γνωστό βέβαια ότι ο άγιος Φραγκίσκος γεννήθηκε στην Ασίζη χίλια διακόσια περίπου χρόνια μετά τον Χριστό – για τον άλλον δεν ξέρω, αλλά αυτό είναι μία λεπτομέρεια! Ο πίνακας κλάπηκε από το μουσείο της πρωτεύουσας της Σικελίας το 1969. Η εμπορική του αξία είχε υπολογιστεί σε 20 εκατομμύρια δολάρια. Ο πίνακας δεν βρέθηκε ποτέ ενώ, τώρα, στο μουσείο υπάρχει ένα αντίγραφό του.
Οι ειδικοί λένε ότι η στροφή στη ζωγραφική και τη φήμη του ήταν οι δύο πίνακες με κλεφτρόνια. Η χειρομάντισσα, που κλέβει το δαχτυλίδι του πελάτη, και Οι χαρτοκλέφτες, με προφανές θέμα.
Συχνά ζωγράφιζε ηδυπαθείς νέους με φρούτα ή μουσικά όργανα ή σκέτους νέους –όχι πολύ ευπρεπείς– ή σκέτα νόστιμα φρούτα. Εικάζεται ότι μερικοί από αυτούς είναι αυτοπροσωπογραφίες του. Του άρεσε γενικά να παρίσταται στους πίνακές του, ακόμα και με τον Χριστό στο Δείπνο των Εμάους· μπας και εξιλεωθεί φαντάζομαι!
Αργότερα το γύρισε σε θρησκευτικούς –όπως τους αντιλαμβάνονταν με τον δικό του μοναδικό τρόπο– πίνακες. Μερικοί δεν θεωρήθηκαν αρκετά θρησκευτικοί στην αρχή και έπρεπε να τους φιλοτεχνήσει πάλι. Φιλάργυρος Ευαγγελιστής, εταίρες Παναγίες, άπλυτοι άγιοι, δεν ήταν ποτέ της μόδας στα υπερκόσμια και κυρίως οι πολύ ανθρώπινοι Χριστοί του.
Η Ιουδήθ, που αποκεφαλίζει τον Ολοφέρνη, ήταν η περίφημη και πανέμορφη εταίρα Fillide de Melandroni· και μη χειρότερα δηλαδή! Πάντως κέρδιζε αρκετά χρήματα, άσχετα πώς τα ξόδευε. Όπως έχουμε δει όμως, ο τρόπος που διαβιούσε δεν του βγήκε σε καλό.
Αλλά κι αυτός που είχε προηγηθεί δεν πήγαινε πίσω.
Στην ποίηση του François Villon με εισήγαγε ο τροβαδούρος Georges Brassens –στις αρχές της δεκαετίας του 1970– ο οποίος είχε μελοποιήσει το περίφημο ποίημα του Ballade des dames du temps jadis (Η μπαλάντα των κυράδων του παλιού καιρού).
Αφού περιγράψει την ομορφιά ή άλλες ιδιότητες των κυράδων κάθε στροφή τελειώνει με τον στίχο: Mais ou sont les neiges d’ antan?, Μα τα χιόνια πού να είν’ τα περσινά; Ο ζωγράφος και ποιητής Dante Gabriel Rossetti –μεταφραστής των ποιημάτων του– έκανε γνωστό τον περίφημο αυτό στίχο και στην ευρύτερα ομιλούμενη αγγλική γλώσσα: Where are the snows of yesteryear? Όπως θέλουμε το ερμηνεύουμε. Ο Brassens –που έχει εξυμνήσει τις γυναίκες σε πολλά από τα τραγούδια του– αποδίδει το διάσημο αυτό ποίημα με τον καλύτερο τρόπο.
Λίγα χρόνια αργότερα διάβασα ποιήματα του Villon στο περιοδικό Εκηβόλος και μετά απέκτησα το ανεκτίμητο βιβλίο του Σπύρου Σκιαδαρέση, σε δεύτερη έκδοση. Την πρώτη φορά που εκδόθηκε δεν είχα γεννηθεί!
Ο Villon την εποχή που ήταν στο παλάτι του ποιητή Καρόλου της Ορλεάνης συμμετείχε σε διαγωνισμό ποίησης, που διοργάνωνε ο δούκας. Σ' αυτόν τον διαγωνισμό έπρεπε κάθε στίχος του ποιήματος να περιέχει μια αντίφαση. Άγνωστο αν πήρε βραβείο αλλά το ποίημα αυτό είναι από τα πιο γνωστά του και αποτυπώνει τον χαρακτήρα του.
Πλάι στη βρύση πεθαίνω διψασμένος[...]Γελώντας κλαίω χωρίς ελπίδα πια[...]Το ίδιο μου είναι κι οι αλήθειες κι οι ψευτιές[...]Καλόδεχτος διωγμένος με κλωτσιές.
Μια και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εκτός από τη φυλακή, το πέρασε στον δρόμο ή σε μπορντέλα κάποια στιγμή υπήρξε και νταβατζής – ή αγαπητικός στο πιο ευγενικό. Το διακηρύσσει λυρικά στην υπέροχη Ballade de la grosse Margot (Η μπαλάντα της χοντρό-Μαργκό). Αφού αφηγείται την καθημερινή ζωή τους τελειώνει, την κάθε στροφή με τον στίχο-επωδό En ce bordeau ou tenons nostre estat (Μες στο μπορντέλο αυτό που η ζήση μας περνά). Κάτι μου θυμίζει αυτό, μέχρι και επίκαιρο θα το έλεγα!
Σ' ένα κελί σαν πηγάδι και περιμένοντας να θανατωθεί, ο Villon βάζει την καρδιά του και το κορμί του να τσακωθούν κι αυτός απλά περιγράφει τη διαφωνία τους· καμία συμμετοχή δεν φαίνεται να έχει σε όσα συμβαίνουν.
— Σε συμπονώ για την κακομοιριά σου,[...]Μα ή δε σου καίγεται για όλ' αυτά καρφίΉ στα χάλια που τώρα σ' αντικρίζωΘες να ζεις![...]— Σαν πεθάνω, απ' αυτά θ' απαλλαγώ.
Τα κατάφερε τελικά ν' απαλλαγεί, αλλά εμείς, ευτυχώς, απολαμβάνουμε, την ποίησή του και τον σπινθηροβόλο λόγο του:
Πρίγκιπα του κριμάτου, μα ποιητή,Πατέρα εσύ της τέχνης της τρανήςΠου παίρνει ζωή απ' τη φλόγα της ζωής.[...]Οι στίχοι σου είναι πάντα σημερινοί.
Όπως γράφει ο Σπύρος Σκιαδαρέσης στην εισαγωγική μπαλάντα του βιβλίου.
Λόγω των κακών συναναστροφών του είχε μάθει φαρσί και την αργκό της εποχής, την λεγόμενη ζαργκόν και είχε γράψει αρκετά ποιήματα στο γλωσσικό αυτό ιδίωμα. Αναφέρονται κυρίως στις εκτός νόμου δραστηριότητες του ίδιου και των συντρόφων του.
Les épaves τιτλοφορείται μία συλλογή έξι ποιημάτων του «καταραμένου» Charles Baudelaire, τα οποία –λόγω λογοκρισίας– δεν είχαν περιληφθεί στο μνημειώδες έργο του Les fleures du mal. Υπάρχουν αρκετές κυριολεκτικές ή μεταφορικές μεταφράσεις στη γλώσσα μας: εκβράσματα, ναυάγια, καταραμένοι, περιθωριακοί. Προσφωνήσεις που θα ταίριαζαν γάντι στους «καλεσμένους» μας. Διαλέγουμε και παίρνουμε ή τις αντικαθιστούμε με τη λέξη «ιδιοφυΐες».
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Σημείωση συντάκτη:
Υπάρχουν φυσικά άπειρες πληροφορίες στο διαδίκτυο αλλά προτιμάω οι δικές μου να πηγάζουν από έντυπες δημοσιεύσεις:
Andrea Camilleri, Το χρώμα του ήλιου, εκδόσεις Πατάκη,
Επτά νύχτες στη Νάπολη, άρθρο του συντάκτη στο koukidaki.gr,
Μεγάλοι ζωγράφοι: KΑΡΑΒΑΤΖΟ, έκδοση της εφημερίδας Η Καθημερινή,
Giorgio Vasari, The lives of the artists, εκδόσεις Oxford World’ s Classics,
Georges Brassens: Ένας τροβαδούρος του 20ού αιώνα, άρθρο του συντάκτη στο koukidaki.gr,
Σπύρος Σκιαδαρέσης: FRANCOIS VILLON, οι μπαλάντες και άλλα ποιήματα, εκδόσεις Πλέθρον [από αυτό το βιβλίο είναι και οι μεταφράσεις],
Η κοίμηση της Παναγίας (Λούβρο, Παρίσι),
Η παναγία των Προσκυνητών (Παρεκκλήσιο Καβαλέτι, Ρώμη),
François Villon, Ποιήματα, περιοδικό Εκηβόλος, τεύχος 4.
Σημειώσεις επιμελήτριας:
Ο πίνακας του Καραβάτζο Οι μουσικοί έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν στις σελίδες του koukidaki.gr, όπως και ο Ιουδήθ και Ολοφέρνης – και οι δύο φαίνονται στη δεύτερη εικόνα, πάνω αριστερά και πάνω δεξιά αντίστοιχα.




