(Πρώτα διαβάζεται η αριστερή στήλη μέχρι το τέλος της σελίδας και μετά η δεξιά στήλη. Ανάλογα τα κέφια του αναγνώστη και την επιθυμία λογοτεχνικών παιχνιδιών το μάτι κάνει συνδυασμού μεταξύ των στίχων των δύο παράλληλων ποιημάτων.)
Όταν πεθαίνει μια αγάπη - Άντε να βγάλω τα άντερα μου
σβήνουν όλα, μια έρημος - να τα δείξω, να μην τα καταπιώ και με δέσουν κόμπο.
Ο αέρας στη μοναξιά του - Χρόνια πέρασαν σχεδόν είκοσι
Ένα μαστίγωμα στο ακίνητο - κι όμως δεν αρκούσαν οι αναμνήσεις
πέλαγος των καμένων στιγμών - έγινε φάντασμα, μια παραίσθηση
Ναι, όλα πεθαίνουν - το φρικιό στου ύπνου μου τη δίνη.
Γίνεται η πίκρα ποτάμι - Αλλά πολύ χειρότερα εξελίχθηκαν για μένα
και ο καημός βουνό - στο ξύπνιο της απόγνωσης τα πράγματα
Σκοτεινών εμμονών - να παίζει τις χορδές της άρπας
περπατώ και δεν ονειρεύομαι - των τυχαίων γεγονότων έτσι που
Η μνήμη πλάθει τις σκηνές - να μην έχω άλλη επιλογή παρά την μετωπική
ξανά και ξανά σαν μοιρολόι - με την αυτοκτονία. Αναγκαστικά
των χαμένων αισθημάτων - οι γεύσεις της, το βλέμμα, ολόκληρο το κορμί
Παλεύω να σηκώσω τον ήλιο μέσα μου - αυτή η απερίγραπτη ειρωνεία
και ξάφνου εκλείπει - μα πάνω απ' όλα η υπεροψία της
Η σκιά σου ένα θεόρατο χτικιό - λες και κράταγε αρσενικό διάολο απ' τα κερατά
τον κρύβει και κρυώνω - ένα βλέμμα αυστηρής ηδονής, αφροδισιακής Ήρας
Φοβάμαι, μ' ακούς; - να κάνει θρύψαλα τους κεραυνούς του Δία στα άδυτα του αιδοίου
Φύγε από μέσα μου - τα εργαλεία του Ηφαίστου δίχτυ για ηδονοβλεψίες
έχεις γίνει η αρρώστια - ενώ του Άρη τα οπλικά συστήματα καυλωτικά εξαρτήματα,
και το βρόμικο παραμιλητό. - το σύμπαν να σας φυλάξει από μαστουριάρα γόησσα.
Πλησιάζει η Σελήνη - Καλοκαίρι Γερμανία, στης Κολονίας τα στενά
δεν σε δικαιώνω όμως - σ' ένα κτήριο προπολεμικό και κακοσυντηρημένο
ήσουν μια κάλπικη λίρα - έπαυλη ποντικιών, κατοικία ανθρώπων και στο ισόγειο
επιταγή δίχως αντίκρισμα - το μεξικάνικο σομπρέρο να φτερουγίζει με αλκοόλ.
χασισιού παραμύθα - Έκανε ζέστη τρελή, οι Γερμανοί είχαν λαλήσει
Αγκαλιάζω το φεγγάρι - κατέβαζαν την μπίρα σαν τους πελεκάνους που 'χουν
και βυθίζεται στον κόρφο - στεγνώσει από του ήλιου την κάψα
νιώθω τον πυρήνα μου - και δώσ' του παγωμένες Weizen, Kölsch, ιδρώτας ποτάμια
και σ' εξορκίζω - πρωτόγνωρο φαινόμενο πάνω στης γερμανικής ξηρής επιδερμίδας
Δεν έδωσες τίποτα - τις αποσβολωμένες τρίχες από την υγρασία της ξεγνοιασιάς.
τα πήρες όλα - Τορτίγιας, ενχιλάδας, κουακαμόλε, νάτσος και τσίλι κον κάρνε
κι άφησες ένα δηλητήριο - μα για να δείχνουμε και την ελληνική γεύση
κάθε βράδυ να φτύνω - ντολμαδάκια, κοκκινιστό, γεμιστά, μουσακά και φάβα
και δεν τελειώνει - αλλά και ως Ευρωπαίοι, όλα τα πέη στο τηγάνι και το μουνί
Μια υπόγεια δεξαμενή φλέγμα - της Χάιδως να είναι σιντριβάνι
μια αναγούλα πάντα - γαμώ την κοινωνία μου, ψήνεται η ψυχή μου
στο στόμα - καίγεται η αρίδα μου, βουβή κατεβασιά μπίρας λίτρου η αντοχή μου.
Σιχαίνομαι τις μνήμες των φιλιών σου - Το άλλο Σάββατο μάγειρά μου
Παγώνω σ' εκείνες των αγγιγμάτων σου - γάμος τελείται επί του εστιατορίου.
Σε μισώ - Γεύμα πλουσιοπάροχο ζητάει η αφεντιά τους. Τι εννοείτε μαντάμ;
Και ο δρόμος είναι μακρύς - ρωτώ την αφεντικίνα με τα πλουμιστά φτερά, μέχρι ν' αδειάσει το κορμί μου
Να μωρέ, μου κατεβάζει την μουτσούνα απ' το χυδαίο - και σε σιγόντο σιγανοπαπαδιάς, πέντε πρώτα, πέντε σαλατικά θα κάνω κουπί στις θάλασσες
άλλα τόσα κύρια πιάτα, για πενήντα, νοματαίους· των καημών - Και οι λοιποί ρωτάω εγώ, δείχνοντας τα έξω τραπέζια, αριθμό
Να σε βυθίσω και να χαθείς - στα είκοσι με καρέκλες εκατό,
Να λυτρωθώ - τι θα φαν' τα πουλάκια αυτά, από το κουζινάκι πέντε επί πέντε
Θα σε διαγράψω - και με μηχανήματα της τριαντακονταετίας που στον ανήφορο
Γίνομαι κάποιος άλλος - καλούμε την πυροσβεστική και των πρώτων βοηθειών;
άγνωστος για σένα - Μην σε νοιάζει φτιάχνεις τον μπουφέ, και μετά ελεύθερος.
κι αγνώριστος σε μένα - Καλώς αφεντικίνα, αλλά μην ξεχάσεις φτερά όξω από δω.
Σε καλώ διαρκώς και δεν ξέρω γιατί - Τι έρωτας ήταν αυτός; Την είδα την μικρή
Θυμάσαι τον εφιάλτη μου; - Και ο πυρετός εκατόν οκτώ, το μάτι μου σαν του
Όταν βρισκόσουν με το καθίκι - Ντόναλντ μετά από κατραπακιά στο σβουριχτό
μια κατσαρίδα χρυσή - σαν να καταβροχθίζω ανηφόρες και να ρουφάω ρέματα
να την τρώω - τα υπόγεια τα πιο σκοτεινά κι άγρια, μέχρι που τσαφ
έκλαιγα μες στον ύπνο μου - η ελεύθερη πτώση σε λατσίδα παραίσθησης
τρόμαξα, ούρλιαξα - σαν το σκουπίδι βούτηξα και χάθηκα ενώ ούρλιαζα
Δεν κοιμόμασταν πια μαζί - μα ζωντανός βγήκα και μετά σηκώθηκα
Ήρθα στο κρεβάτι σου - αλλά με την σειρά, πρώτα τα σκατά και μετά τα καλά.
και με παρηγορούσες - Κωλαράκι τουρλωτό, ποποπο, αχ τι 'ναι αυτό
με τα βδελυρά φτερά σου - κάτι πόδια αλαβάστρινα αιώνια κεριά
και τις τανάλιες της χυδαίας - και βυζάκια σαν υδρατμούς
ματιάς σου - από των ονείρων ονειρώξεις για τρελούς
Είκοσι και βάλε χρόνια - μαύρα μακριά μαλλιά, μια συμπαντική φορεσιά ζω
με τα περιττώματά σου - κορμοστασιά σε χορό διονυσιακό παρθένου δάσους
Και συ το παίζεις κυρία - με την Σελήνη ολόγιομο φεγγάρι σ' αυγουστιάτικο πυρετό
της διανόησης - και η αποθέωση της φαντασίωσης το πρόσωπο
στα ίδια στενοσόκακα - λες κι ήταν εκείνης είκοσι πέντε χρόνια πιο νεανικό.
όπου τσιλιμπούρδιζες - Χαμός, το φυλλοκάρδι μου ένας μικρός τυμπανιστής
μες στην μαστούρα, σε παροξυσμό - τα Χριστούγεννα της ψυχής μου
και μπέρδευες τις πόρτες - γιόρταζα καλοκαιριάτικα και το σώμα γινόταν αιώνιο
των γκόμενών σου - μόνο που τα μάτια μου θωρούσαν την ύπαρξης της
Στην ροκ εσύ - και το σημαντικότερο απ' όλα, αθώα κι απλοϊκή τόσο
Στο ακηπανικό εγώ - που με γλίτωνε από τη διαβολική σκέψη της άλλης
Οι βαριές πράξεις - της παγαπόντισσας της δολερής
ταιριάζουν με λόγια πέτρινα - και για κερασάκι στην τούρτα
Χυμαδιό στα ξένα κρεβάτια - μια μελαγχολία σαν καλοκαιρινή βροχή
Λευτερώνω τη φιμωμένη γλώσσα - σε γερμανικό καλοκαίρι με θερμοκρασία και όλο βαθύτερα
εντός μου - μεσογειακή και σε διψασμένη γη
μέχρι να ξεριζώσω - όπως το δέρμα του κορμιού μου στο κουζινάκι
και την τελευταία σου ρίζα - της καμένης απαντοχής.
Έκανες το σεξαπίλ σου - Εκείνο λοιπόν το θέρος, που οι μύγες τρώγαν
κολυμπήθρα της φιλοσοφικής μπούρδας - τους σοβάδες από τις ζέστες
κι έχανες τον δρόμο για τα βιβλία - πίνοντας τον ιδρώτα μου για δροσιά
προς τέρψιν των φαντασιώσεών σου - από τους υδρατμούς και τα τσιτσιρίσματα
Σαν τον μαγεμένο μπούφο - λικνιζόταν η γοητεία της γυναίκας των αναμνήσεων
σ' άκουγα να μιλάς περί κατακτήσεων - σαν μια δεύτερη και τελική ευκαιρία
Επίδειξη ισχύος της καύλας σου - στο λαχταριστό σώμα μιας νεαράς
στα συντρίμμια του φαλλοκρατισμού - βαρύ πυροβολικό αισθητικής
Και τι δεν μου ξεφούρνισες - και σαν φτέρη στον κόσμο της νοημοσύνης
είσαι παιδί σαν τον Χριστό - έτσι τα έβλεπα, κι επειδή δεν αλληθώριζα
και τι μου κάνεις αγόρι μου - μήτε τυφλός ήμουνα, απλά μια δύναμη έλξης
μα ποσό ωραία σκέφτεσαι - ακατανίκητη και σκοτεινή, αθώα και ηδονιστική
Είχες βλέπεις το πέτσινο μάστερ - σαν να ήμουν σε μια γκρίζα νεφέλη
σαν θηλιά στον λαιμό ο ναζιστής - πηγαινοερχόμουνα καθημερινώς
Χάντεγκερ - στην εργασία μου, με βήμα συρτό και σκέψη κολλημένη
Ήταν το είναι σου μια λατσίδα σκουπιδιών - ένα φιλί, Θεέ μου, ένα φιλί
και ο χρόνος μου μαζί σου - από την κρήνη της εφηβικής πλάνης
το σταύρωμα της ζωής μου - να ζαλιστώ για πάντα μεθυσμένος να γυρνώ.
Όλο το σύμπαν να γυρίσω - Ανάμεσα σε Βιζυηνός και Νικόλα Άσιμο
αν δεν αδειάσω από την απάτη σου - Με το αμάρτημα της μητρός μου επ' ώμου
δεν θ' αναστηθώ - Τον μπαγάσα για πιστόλι, και σε χιαστί το ντουφέκι Λίνα.
Μια ντίβα στα μουστάκια - Έτσι με κάνανε να νιώσω οι περί του στενού περιβάλλοντος
της παντανόβουρτσας - διότι ήταν βλέπετε η νεαρά είκοσι κι εγώ σαράντα πέντε
και στις καράφλες των πιθηκισμών - κι ενώ υποτίθεται είχα φλερτ, όλα βαρετά
Στριπτίζ στα συμπόσια - και σαν να μου κρέμαγαν στο λαιμό ένα σκοινί με πέτρα
Της καλοπέρασης - ακόμη και η πρώην, αρχοντόπουλα ζουμερή, με λάρυγγα σοπράνο
Κι ανάρχα στου βολέματος - ευπαρουσίαστη πολύ, επαναστάτρια της ανώτατης
Το θρανίο - κοπτοραπτικής, κοινώς fashionsvictim, κόντρα στον μπαμπά
Μαθητριούλα με τις καργιόλες - αλλά τα λεφτά του λεφτά της, και επιχειρήσεις
από τα τριξίματα - στ' όνομα της, κι αυτή να δίνει ρεσιτάλ μες στας Ευρώπας
στο μυαλουδάκι της - νταχτιντιριμντάμ, παραπαπατζάμ, πλάτσα, πλούτσα στα
σεξουλιάρικη συμφωνία - εεε ακριβώς, έκρινα καθήκον μου ιερό να προσκυνώ
Τόσο ξεπούλημα γουστόζικο - της φαντασιοπληξίας μου τον καημό παρά να
και οι χλιμίντζουρες της κουλτούρας - παραδέρνω με τη γελοιότητα μέχρι τα εκατό.
έστησαν τ' άγαλμά σου - Ένα φρέσκο ρόδο ανάμεσα στα γκρίζα μαλλιά δίπλα
στον μπιτέ για - λες και οι ρυτίδες μου το μύριζαν κι εξαφανίζονταν
αιώνιο αυνανισμό - η κοιλίτσα, τα πλαδερά στήθη, προγούλια λίπασμα
Το χειρότερο απ' όλα - στο κοίταγμά της, αυτοαναρρόφηση όσο ήταν παρούσα.
έγινα το ίδιο με σένα - Ο καταθλιπτικός θέλει ένα κλικ να τον κάνει βεγγαλικό
ένα βδέλυγμα στους σκουπιδοτενεκέδες - ν' αναθαρρήσει. Και μου τα έδινε απλόχερα
πολυτελείας των αραχτών - με την αθωότητα ενός πλάσματος π' αναζητούσε
Θόλωνα το μυαλό μου - το ενδιαφέρον που έλειπε από τη ζωή της
να μην σε θυμάμαι - σίγουρα δεν κράτησα πισινή, ποια απόσταση ν' αντέξει
και σ' έβρισκα σε κάθε κρεβάτι - μπροστά στην ομορφιά ενός λουλουδιού;
με άλλο πρόσωπο - Φερόμουν σαν θλιμμένο μυρμήγκι που μόλις την έβλεπε
μα πάντα το ίδιο ψέμα - μεταμορφωνόταν σε εύθυμο τζίτζικα.
Έχυνα και ταυτόχρονα - Άκουγα τις κοινότυπες απαντήσεις έτσι σαν να μου έχυνες
τα υγρά των κολπικών σου - φαίνονται ερωτικά υπονοούμενα
παραχαράξεων - όταν μου είπε το «ο πρίγκιπάς μου έπεσε απ' τ' άλογο»
στα εγκεφαλικά μου κύτταρα, - αμέσως ήθελα να ξεσκονιστώ ν' αλλάξω ρούχα
Δεν ήμουν ποτέ με άλλη - και σαν άλλος νεαρός αριστοκράτης να εμφανιστώ
παρά πάντα με σένα - μπροστά της για τον χορό των ποντικών.
κι αυτό μ' εξοργίζει - Πράγματι εκείνη την εποχή τα θερινά ανάκτορα
Με γδέρνω με τα κολασμένα νύχια μου - είχαν καταληφθεί από ποντικολαουτζίκο ώσπου
να φύγει η μυρωδιά σου - και μας είχαν καταβροχθίσει τα τρόφιμα.
από τη φαντασία μου. - Η φτερού είχε καλέσει τη φίρμα για απολύμανση
Έχω εντέλει σήμερα - αλλά η επιδρομή είχε εξελιχθεί σε νεοαποικισμό
απασφαλίσει και μ' εκτελώ σε - ώστε κανένα δραστικό μέτρο δεν έλυνε άμεσα
κάθε γωνία του σώματός μου - την κατάληψη με γενοκτονία.
Για να σε σκοτώσω μαζί μου - Επικράτησε η σταδιακή εξόντωση με
να σαπίσουν τα κουφάρια - επαναλαμβανόμενη χρήση τοξικών χημικών.
των ηδονών μας - Αυτό είχε ως συνέπεια να έχει βρομίσει ο τόπος
στα παρθένα δάση της αθωότητας - η χάρη της με καθημερινό έλεγχο
Εξαγνισμός της διαστρέβλωσης των λέξεων - εντόπιζε τα πτώματα
να γίνει ξανά η αρμονία - και τ' απομάκρυνε, αλλά υπήρχαν κι εξαιρέσεις.
η λιτή αξία προς την φωτεινή αύρα - Όπως το κακάρωμα σε μη προσβάσιμο σημείο
Τόσα χρόνια - ήταν αδύνατη η κηδεία του κι αναπόφευκτη η σήψη του
βουτηγμένος στη σκοτεινή υπόθεση - τουτέστιν για την μπόχα επιστρατεύονταν
παίζω σκάκι στο έρεβος με τους εφιάλτες μου - τ' αποσμητικά χώρου, ακόμη και
Μαθαίνω διαισθητικά να κινώ - κολόνιες Dior, τις οποίες φορούσε το προσωπικό
τα πιόνια της αυτοπροστασίας μου - σε ποσότητες βαριάς λαγνείας.
Είμαι πάντα μακριά απ' το φως - Πάντως οι θαμώνες μάλλον έκαναν τους χαζούς
χαμένος σ' ένα λαβύρινθο - αφού το δαιμόνιο επιχειρείν της τους κέρναγε σφηνάκια
από παραισθήσεις μουχλιασμένων τροφών - ενώ κι αυτοί από την σούρα τους
μιας σάρκας δίχως ψυχή - δεν χαμπάριαζαν, παρά αργά την νύχτα που ήδη στουπί
ψυχή ορφανή - ρωτούσαν was stinkt so? The mull, mein lieber.
σαν το έμβρυο της έκτρωσης - Κι έτσι τα σκουπίδια γίνονταν εξιλαστήριο θύμα.
την οποία επέβαλες - Αμετανόητος. Στον έρωτα ήμουν πάντα μπουνταλάς
Ήμουν σε μια αποστείρωση - Από την εφηβεία μου μ' ένα τσαφ κι δινόμουν
κι όταν επέδρασα - Είχα μαζέψει χυλόπιτες να τρώω μέχρι Δευτέρας παρουσίας
συνάντησα την αδηφαγία μου σε σένα - αλλά κάποτε ξεκαθάρισε μέσα σου
Μ' άνοιξες την καταπακτή της μαυρίλας - ο ανεκπλήρωτος έρωτάς μου και
συναντήθηκα με τα ανδρείκελά μου - είχα ρίξει μαύρο δάκρυ
να ξιφομαχώ κατάδικος των ορμών - την ποθούσα ακόμη κι όταν είχα άλλες σχέσεις
σ' έναν πόλεμο δίχως τέλος - μέχρι που συνάντησα την μοιραία γυναίκα-αποπλάνηση
Ακόμη κι όταν εκλείψουν οι ορμόνες - και λύθηκαν τα μάγια, μα τώρα σ' αυτήν την
μένουν οι γκρεμοί των εμμονών τους - ειδική περίπτωση δεν έσβησαν
κι όποιος πέσει, πέφτει αιώνια - ακόμη κι όταν διάβηκα το κατώφλι της κλινικής
Μέχρι τώρα κρατιέμαι στο χείλος τους - γι' αυτό και γράφω μέχρι σήμερα
Πασχίζω να θανατώσω το εγώ μας - παρότι βίωσα πολύ έντονες στιγμές
για να συναντήσω τον εαυτό μου - σχέσεις θυελλώδεις, ακραίες, ριψοκίνδυνες
ο τρόπος όμως μου διαφεύγει - αυτή η αυτοκαταστροφική, η πιο κυνική
Εσύ στο παιχνίδι της επιβίωσης - η πιο άνιση, χυδαία και δαιδαλώδης
στην σκληρή αρένα της ακαδημαϊκής γκλαμουριάς - παραμένει ζωντανή.
εξέγερση στα ρηχά, σε κρεβάτια βαμπίρ - Εκείνο το μπουμπούκι
και στοχασμός στην αποπνικτική μπόχα των μπαρ, - που της έμοιαζε
εγώ στη σύγχυση των φαλλοκρατικών ρηγμάτων - δεν ήταν παρά μια
Με τράβηξες στο κενό τους μαζί - υπεκφυγή μου και ταυτόχρονα επιβεβαίωση
μα ήσουν δεμένη με τα πέη των μπούληδων του σιναφιού - της βαθιάς πληγής.
μόλις σου τελείωσαν τα καύσιμά μου - Ο Καββαδίας έχει υμνήσει τέτοιους έρωτες
μ' άφησες να πέσω - Κι εγώ βρέθηκα ένα βήμα πριν τη βουτιά στο κενό
για να επιστρέψεις στη σιγουριά των λαπάδων - κι εκεί διαπίστωσα πως έχω δύναμη
Η ξενερωσιά σου μια γιγάντια κηλίδα καφρίλας - πως δεν είμαι ξεγραμμένος
το φιλοσοφείν μήτηρ απενοχής για τους φυγόπονους - πως έχω δικαίωμα στη ζωή
των μνημονικών ραπισμάτων - και στην αληθινή ερωτική αγάπη
Έπαιξες βεβαίως το παιχνιδάκι των ενοχών - όπως Πολυδούρη Καρυωτάκης βίωσαν.
σαν τεθλιμμένη χαμηλοβλεπούσα - Αν δεν ήταν όμως το φιλί στον ώμο της μικρής μπροστά
στη χύμα απελπισία μου - αν δεν με είχε καταγγείλει για παρενόχληση
Μιας και η γύρα σου δεν σ' έβγαζε στον αξιόλογο γαμπρό - αν δεν με στιγμάτιζαν
για να την κάνεις μ' ελαφρά πηδηματάκια - όλοι οι υποτιθέμενοι φίλοι, γνωστοί
Αθεόφοβη, σε μια υποτιθέμενη φεμινιστική πράξη - δεν θα ήμουν σήμερα έτοιμος
απαράμιλλης υπέρβασης - να γράψω την όλο δίκη μου αλήθεια, την πιο ειλικρινή
μέχρι και πρόταση γάμου μού 'κανες - αλλά θα συνέχιζα εγκλωβισμένος
κι όταν σ' ανταπάντησα πως δεν σ' εμπιστεύομαι - σ' έναν κύκλο μιζέριας
όλο έκπληξη θιγόμενου μούτρου - φαντασιοπληξίας, ονειροπαρμένου δόκιμου
η ηρωική έξοδο της δήθεν - ποιητή. Άξιζε τον κόπο εκείνο το φιλί
αξιοπρεπούς ελευθεριότητάς σου - μ' έκανε ολόκληρο άνθρωπο και υπηρέτη
Ήδη στο καρνέ των υποψηφίων - της ποίησης. Σ' εκείνο τ' απαγορευμένο άγγιγμα
είχες χαράξει τα ενδεχόμενα - των χειλιών μου στο δέρμα της συνάντησα
προς το μεταμοντέρνο εκκλησίασμα της χυδαίας - Βιζυηνό και Άσιμο
θρασύτητάς σου - συνέλαβα την σύνθεση πάθους, φαντασίωσης, ενοχής, εμμονής
Στις πασαρέλες της ακαδημαϊκής εκπόρνευσης - κι απελευθερώθηκα από τα στενά
πάντα υπάρχουν τα λαβράκια με τις φουσκωμένες τσέπες. - όρια της ηθικολογίας
Χρόνια τώρα ερημίτης - και της υποκρισίας του περίγυρού μου.
στις στοές των ανιάτων ασθενειών - Ο ιπτάμενος στόκος πρώτη και καλύτερη
φροντιστής αυτολογοκριμένων πνοών - διέδωσε ότι έπραξα το απονενοημένο
χαλασμένων μνημονικών - αυτή που έκλεβε τους μεθυσμένους πελάτες
σαστισμένων ψυχών - μπροστά στα γυαλισμένα μάτια τους
Όλο και πιο συμπονετικά θα νοσηλεύω - αυτή που στην ποντικοεπίθεση
τους αθεράπευτους - κράτησε το μαγαζί ανοικτό ως βασική πηγή μόλυνσης
είμαι ένας από αυτούς - που κουτσομπόλευε τις καλύτερές της φίλες
Το νόημα της ζωής μου βρίσκω - εκείνες με ψυχικές ασθένειες ή τις αλκοολικές
στη φροντίδα της αμνησίας - ή διηγείτο την ερωτική περιπέτεια κολλητή της
νοητικής ανεπάρκειας, συναισθηματικής αναπηρίας - στους θαμώνες του μαγαζιού.
Μαζί σου παρερμήνευσα τον κόσμο μέχρι εσχάτων - Ή ο ψευτοδιανοούμενος
η μόνη μου διαφυγή - που ενώ πλήρωνε σε μπουρδέλα για μικρούλες
να τον ξαναδώ με τη λαχτάρα για ζωή - μ' αυστηρό ύφος μου έκανε συστάσεις.
των καταραμένων της μοίρας - Αυτό το φιλί μ' έσωσε κι από τον στενό κύκλο μου.
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 26 Μαρτίου.
Σημειώσεις επιμελήτριας:
Η επιμελήτρια θεωρεί ότι με τη λέξη ακηπανικό ο δημιουργός έχει δομήσει έναν επιθετικό προσδιορισμό από το ονοματεπώνυμο του Άκη Πάνου.
Ο φιλόσοφος Χάιντεγκερ (όπως εμφανίζεται στο χειρόγραφο) θα έπρεπε να τονιστεί στο άλφα βάσει προφοράς, αλλά με αυτό τον τρόπο παραβαίνει την Αρχή της τρισυλλαβίας η μεταγραφή του, οπότε, για να μη χαθεί ο τονισμός του ονόματός του, απορρίφθηκε το γιώτα που ακολουθεί και έγινε Χάντεγκερ.
Ο στίχος ρωτούσαν was stinkt so? The mull, mein lieber. μεταφράζεται: ρωτούσαν τι βρομάει τόσο; Τα σκουπίδια, αγαπητέ μου.



