ΔΙΠΛΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ: Οι περιπέτειες του Παβ * Η Γελάδα *** Ο 1ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός koukidaki.gr είναι γεγονός! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Από 1η Ιανουαρίου 2020 αλλάζουν οι όροι στις δωροθεσίες. Διαβάστε τους νέους όρους εδώ.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Ώρα μηδέν * Αριάδνη * Το βαλς του ονείρου * Η τελευταία λέξη είναι της μοίρας * Χάρτινος πύργος * Πέντε μέρες κι ένας μήνας * Το καλοκαίρι του αιγόκερου * Η αγάπη μπορεί * Ένγκαρ Χέβενσκαρ, Η επανάσταση * Η κατάρα του φεγγαριού * Άρωμα βροχής * Λίγες και μία νύχτες * Ροδάνθη * Ένας φάρος στην ψυχή μου * Το αγκάθινο στέμμα * Ισμήνη ** Θεατρικό: Άκουσε τα κύματα ** Διηγήματα: Εκεί που ανθίζουν οι κραυγές * Εξ απροόπτου έρωτες * Πόσες είναι οι εποχές; * Με τις βαλίτσες γεμάτες ήλιο * Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες ** Πεζοποίηση: Σημειώσεις ενός αυτόχειρα ** Παιδικά: Το παραμύθι με τα παραμύθια * Πέντε βιβλία της σειράς ΩΟ * Ονειρικές αφηγήσεις * Παραμυθοταξιδεύοντας... * Η Ντο και τα μαγεμένα πινέλα * Ένας αδικοχαμένος από τη μοίρα γίγαντας και Ο μαγεμένος καθρέφτης * Μάρα Μαντάρα, μια μάγισσα κάπως ξεχασιάρα ** Ποίηση: Τα λογοπαίγνια μιας ύπουλης αλήθειας * 2ος Νόμος * Η γυναίκα του κόσμου * Πέρασε καιρός ** Αυτοβελτίωση-στοχασμοί: Αναζητώντας φως * Now and Zen ** Λευκώματα: Βίβλος βιβλιοφίλων

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2019

Γλυκιά μου Τίνα...

Η έκπληξη

Ο Σέργιος προσπέρασε βαριεστημένα όσο και αδιάφορα την πορεία για τα δικαιώματα των ανδροειδών που λάμβανε χώρα με πάθος στην πλατεία Συντάγματος. Ακούγονταν χαρούμενες μουσικές, οι νέοι και οι νέες χόρευαν όλο κέφι, χαρά, φρεσκάδα, ομορφιά και ζωντάνια, απαιτώντας να εφαρμοστούν ισότιμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και στα ρομπότ. Η τεχνητή νοημοσύνη είχε προχωρήσει τόσο πολύ, που πλέον τα ρομπότ συνόδευαν τον άνθρωπο σχεδόν σε κάθε δραστηριότητά του. Δεν ήταν πια απλά μηχανές που τον απαλλάσσουν από ανιαρές, βαριές, επικίνδυνες ή επαναλαμβανόμενες εργασίες, όπως παλιά. Δεν ήταν καν σαν τα κατοικίδια ζώα. Ήταν κάτι πολύ παραπάνω. Τον κάλυπταν και στον συναισθηματικό τομέα! Ναι, η αλματώδης ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης έδωσε στις μηχανές προσωπικότητα, ευαισθησία, συναίσθημα, ακόμα και ενσυναίσθηση. Αυτό σε συνδυασμό με την πανομοιότυπη ανθρώπινη εξωτερική εμφάνισή τους -η οποία ήταν πάντα εντυπωσιακή- τα έκανε να είναι δυσδιάκριτα ανάμεσα στους ανθρώπους. Κάποιοι νέοι, μάλιστα, θέλοντας να κάνουν κομπλιμέντο σε μια κοπέλα για την ομορφιά της, έλεγαν: «Βάζω στοίχημα πως είσαι ρομπότ.» Περίπου όπως θα λέγαμε σήμερα: «Μάλλον είσαι ένας Άγγελος που έπεσε στη γη.»

Σίγουρα μέσα στην πορεία υπήρχαν και ανδροειδή. Μα ο Σέργιος δεν έμπαινε στη διαδικασία να προσπαθήσει τα ξεχωρίσει, όπως έκαναν χρησιμοποιώντας διάφορες ηλεκτρονικές εφαρμογές πολλοί νεότεροί του, βάζοντας εκ των προτέρων στοίχημα ότι τα εντόπισαν. Δεν είχε όρεξη. Δε σπαταλούσε ενέργεια για κάτι τέτοιο. Όλο αυτό το κίνημα το θεωρούσε μία περαστική μόδα· μια καρικατούρα των καιρών, ένα πανηγυράκι, ένα καρναβάλι, ένα σαχλό γαϊτανάκι. Δεν πίστευε ότι είναι δυνατό ποτέ ένα ρομπότ να υποκαταστήσει έναν άνθρωπο. Θεωρούσε τον άνθρωπο πλάσμα ζωντανό, ενώ το ρομπότ μηχανή, άψυχο, ψυχρό, μεταλλικό κατασκεύασμα. Το αντιλαμβανόταν ως ένα σύνολο ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, καλωδίων και εξαρτημάτων. Με κανένα τρόπο δεν ήταν δυνατό να εννοήσει πως αυτό το «εργαλείο» είναι σε θέση να προσφέρει τρυφερότητα, αγάπη, έρωτα, συναίσθημα, συντροφικότητα, ανθρωπιά.

Υπήρχε και σημαία του αγώνα! Περιείχε όσο το δυνατό περισσότερα χρώματα και αποχρώσεις, συμπεριλαμβανομένου και του άσπρου και του μαύρου. Τα σχήματα τυχαία. Μπορεί να ήταν καρό, ριγέ, παραλλαγής, ή μοντέρνας τέχνης με ακαθόριστες γραμμές που θύμιζαν ξέπλυμα πινέλων. Και γενικά ό,τι του φανεί... Αυτό, λέει, συμβόλιζε το ανοιχτό πνεύμα που δε φυλακίζεται από κανόνες, τύπους και παραδόσεις, αλλά που τελικά θεωρεί το αυτονόητο καταπίεση και το φυσιολογικό παρωχημένο... Υπήρχε, όμως, και κοινός παρονομαστής στις σημαίες! Ήταν ένα χέρι ανθρώπινο κι ένα ρομποτικό που με τον αντίχειρα και το δείκτη τους σχημάτιζαν μια καρδιά. Το υπόβαθρο αφηνόταν στη φαντασία και τη διάθεση του δημιουργού, αρκεί να είχε ποικίλα σχήματα, χρώματα και αποχρώσεις.

Ένα από τα δικαιώματα που διεκδικούσαν οι συμμετέχοντες στην πορεία, ήταν και το να έχουν τη δυνατότητα να ερωτεύονται και να παντρεύονται ανδροειδή! Είχε αρχίσει να εξαπλώνεται η τάση να κάνουν σχέση άνθρωποι με ανδροειδή ολοένα και πιο πολύ. Θες η περιέργεια; Θες η καινοτομία; Θες η παρακμή στις ανθρώπινες σχέσεις; H τρέλα της εποχής; Μήπως όλα τα προηγούμενα μαζί, ή συνδυασμοί τους; Σημασία έχει ότι θεωρείτο προχωρημένο να είναι ερωτευμένος κάποιος με ρομπότ και να έχει σχέση. Ο Σέργιος, όμως, απέρριπτε μια τέτοια επιλογή, γελώντας ειρωνικά προς το άτομο που το επιχειρούσε. Υποπτευόταν ότι το έκαναν όλοι οι ερωτικά αποτυχημένοι, οι άσχημοι, οι κομπλεξικοί, οι προβληματικοί και γενικότερα οι διαταραγμένοι. Όσοι, με δυο λόγια, αδυνατούν να κάνουν μια φυσιολογική σχέση με άνθρωπο. Αποκρινόταν ότι αντί να καταφεύγουν σε τέτοιες εύκολες λύσεις, θα ήταν προτιμότερο να συμβουλευτούν ψυχολόγους και να προσπαθήσουν να κάνουν μια πετυχημένη σχέση με άνθρωπο.

Παρόλο, όμως, που πέρναγε μέσα από την πορεία υπέρ των δικαιωμάτων των ρομπότ, δε σκεφτόταν καθόλου όλα τα παραπάνω...Άλλο θέμα τον βασάνιζε. Η σχέση του είχε πια τελειώσει. Μια συμβίωση με τόσες εμπειρίες κι ανεκτίμητα συναισθήματα που κράτησε επτά ολόκληρα χρόνια, είχε μετασχηματιστεί σε ένα σωρό από ερείπια. Προσπάθησαν πολλές φορές να τα ξαναβρούν ο Σέργιος και η Ματίνα. Μάταια όμως... Ο κύκλος της αποτυχίας επαναλαμβανόταν κάθε φορά και πιο σύντομος. Μέχρι που τώρα, αποφάσισαν να το διαλύσουν οριστικά. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν είχε όρεξη για κάτι νέο. Ήθελε να ηρεμήσει, να ξεκουραστεί. Να μη σκέφτεται τίποτα. Από την άλλη, διακατεχόταν από μία μελαγχολία. Πως να διαγραφούν από την ψυχή του επτά όμορφα χρόνια; Και μάλιστα κρίσιμα χρόνια σε ό,τι αφορά την αποκατάστασή του. Είχε περάσει τα τριανταπέντε κι όμως έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από το μηδέν. Να ψάξει, να κυνηγήσει, να δεχθεί απορρίψεις, να πετύχει, να δοκιμάσει, να απορρίψει εκείνος με τη σειρά του και στο τέλος να αποδεχθεί κάποια νέα κοπέλα στην καρδιά του... Πόσο τα βαριόταν όλα τούτα! Μα πόσο τον τρόμαζε κι η μοναξιά! Είχε ξεχάσει πως είναι να ζει κανείς μόνος. Να μπαίνει στο σπίτι και να το βλέπει σκοτεινό, άδειο, ψυχρό και ήσυχο σαν τον τάφο. Πως θα ξαπλώνει σε ένα κρεβάτι κρύο κι αδειανό;

Την άμεση αλλά προσωρινή λύση στο παραπάνω αδιέξοδο έδωσε η πρόταση για καφέ του φίλου του, του Ιάσωνα. Παραμέρισε τις σκοτεινές, αδιέξοδες σκέψεις του· κατάπιε την πίκρα και την απογοήτευσή του κι αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόσκληση και να συναντήσει ξανά τον παλιό του συμφοιτητή μετά από αρκετά χρόνια. Με όλες τις περιπέτειες που πέρναγε με την Ματίνα -καλές και κακές- είχε αποξενωθεί από τους παλιούς φίλους. Βλέπεις, η τέως ήταν απαιτητική και ζηλιάρα. Φοβόταν ότι οι παλιοί φίλοι -ιδιαίτερα οι ελεύθεροι κι αδέσμευτοι- ήταν επικίνδυνο να τον παρασύρουν σε γνωριμίες με άλλες κοπέλες και πίστευε ότι κινδύνευε να τον χάσει. Υποπτευόταν ότι θα του υπενθυμίσουν τα μπαρ, τα ξενύχτια, το κυνήγι γυναικών, όλα αυτά που κάνει κάποιος όταν δεν είναι δεσμευμένος. Άσχετα που τελικά εκείνη ήταν η πρώτη που τον απάτησε, όταν η σχέση είχε αρχίσει να φθίνει αισθητά.

Συναντήθηκαν στην Ακρόπολη και κατηφόρισαν προς Θησείο. Ο Σέργιος, φυσικά, ενημέρωσε τον Ιάσωνα για την κατάστασή του κατευθείαν. Είχε ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον. Να εξομολογηθεί τον πόνο και τα προβλήματά του. Ο φίλος του τον κοίταζε με ένα μυστήριο βλέμμα, σα να του έλεγε: «Μα καλά! Που ζεις εσύ;» Λες και γνώριζε κάποιο σπουδαίο μυστικό που θα του έλυνε το πρόβλημα μονομιάς και απορούσε πως ο Σέργιος το αγνοούσε. Παρόλα αυτά, παρέμενε σιωπηλός και άκουγε προσεκτικά.

- Μα επιτέλους! Τόση ώρα ακούς και δεν έχεις πει μια λέξη! θαύμασε ο Σέργιος.
Ο Ιάσωνας σχεδόν αδιάφορα αποκρίθηκε:
- Και τι να πω; Κλασσικές, ανιαρές και αποτυχημένες ιστορίες αγάπης. Χιλιάδες όμοιες έχω ακούσει...
- Ναι, αλλά είσαι αποστασιοποιημένος. Τα έχεις ξεπεράσει αυτά; Πως ζεις εσύ; απόρησε ο Σέργιος. Αλήθεια, με τη λογοδιάρροιά μου δε σε ρώτησα. Πώς πάνε οι κατακτήσεις;
- Μια χαρά, δόξα τω Θεώ! απάντησε ο Ιάσωνας όλο ευτυχία και πληρότητα. Γελούσαν μέχρι και τα μάτια του. Έλα να κάτσουμε σε αυτή την καφετέρια, φίλε. Έχει υπέροχη θέα, την Ακρόπολη! πρότεινε ο Ιάσωνας κι ο φίλος του δεν είχε αντίρρηση.
Κάθισαν και ο Σέργιος παρατήρησε κουρασμένα:
- Τουλάχιστον υπάρχει και κάποιος που είναι καλά. Όλο αποτυχίες ακούω στις σχέσεις των γνωστών, των φίλων, των συγγενών...
- Έ, ναι. Το παν είναι να σκέφτεσαι, Σέργιε. Και πρώτα από όλα ισχύει το ρητό: «Όπου φτύνεις ποτέ δε γλύφεις!» Έφτυσες; Έφυγες! Δεν υπάρχουν πισωγυρίσματα και αμφιταλαντεύσεις. Όταν ο κύκλος κλείσει, έκλεισε. Αν τον ξανανοίξεις, θα κάνεις ένα ίδιο που θα ολοκληρωθεί απλά πιο σύντομα. Δε νεκρανασταίνονται οι σχέσεις, φίλε. Εσύ το παράκανες. Χίλιες φορές χώρισες και τα ξανάφτιαξες με τη Ματίνα. Και κάτι ακόμα. Ο κόσμος προχωράει! Μην το ξεχνάς αυτό.
Ο Σέργιος κατένευσε μελαγχολικά, έτοιμος να κλάψει. Ύστερα προσπάθησε να αλλάξει θέμα, για να ξεχάσει τα δικά του:
- Και η δικιά σου; Καλή κοπέλα; Από πού είναι; Με τι ασχολείται;
Ο Ιάσωνας δεν έδινε απάντηση. Απλά χαμογελούσε αινιγματικά. Είχε το βλέμμα του χορτάτου από κάθε άποψη, του πιο τυχερού ανθρώπου στον κόσμο! Βλέποντας, ωστόσο, αυτή τη στάση ο Σέργιος συνέχισε τις ερωτήσεις γεμάτος ενδιαφέρον:
- Μένετε μαζί;
-Ναι!
- Και... αν κρίνω από τις αντιδράσεις σου, περνάτε καλά...
-Τέλεια, Σέργιε! Καλά δε θα πει τίποτα, διαβεβαίωσε ο παλιός συμφοιτητής, χαμογελώντας όλο ευχαρίστηση.
-Μπράβο! Αυτό θα πει αγάπη καρμική! Ελπίζω μόνο να μη φθαρεί αυτό με το χρόνο. Ξέρεις... κι εγώ με τη Ματίνα ήμασταν κάπως έτσι αρχικά. Μετά όμως... επισήμανε ο Σέργιος, έσκυψε το κεφάλι και συννέφιασε το βλέμμα του, ανακαλώντας στη μνήμη του το θλιβερό πρόσφατο παρελθόν.
Ο Ιάσωνας έγνεψε αρνητικά, απορρίπτοντας κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο.
- Καλά, ποτέ μη λες ποτέ, Ιάσωνα. Κράτα και καμιά πισινή. Είστε καιρό μαζί;

Ο φίλος του τον ενημέρωσε ότι κοντεύουνε να κλείσουνε χρόνο, συνεχίζοντας να έχει ένα βλέμμα αινιγματικό σα να κρύβει κάποιο απίστευτο μυστικό, το οποίο παράλληλα απορούσε πως δεν το είχε καταλάβει ακόμα ο Σέργιος. Λες και ήταν το πιο προφανές και αυτονόητο πράγμα στον κόσμο. Εμφάνιζε μιαν ανεξήγητη σιγουριά για την επιτυχία αυτού του δεσμού που κέντριζε απίστευτα την περιέργεια του Σέργιου. Επειδή, λοιπόν, καιγόταν να μάθει πως είναι δυνατό να είναι τόσο απόλυτος ο φίλος του για τη σχέση του, χαμογέλασε πονηρά και ρώτησε:

- Ρε; Μπας και βρήκες καμιά άβγαλτη χωριάτισσα που σε έχει στα όπα-όπα και την έχεις δούλα στις διαταγές σου; Καμιά από εκείνες τις υπάκουες παραδοσιακές που δεν τις άφησε ο μπαμπάς τους να δούνε τίποτα ποτέ στη ζωή τους και ζουν ακόμα στο δέκατο όγδοο αιώνα; Μήπως έχει οικονομικά προβλήματα, σε έχει απόλυτη ανάγκη και την έχεις «σήκω-σήκω κάτσε-κάτσε» και είσαι τόσο σίγουρος για την επιτυχία; Όμως, φίλε, ακόμα κι αυτές, μόλις χορτάσουν και τακτοποιηθούν, δεν το έχουν σε τίποτα να πάνε παρακάτω. Η παροιμία λέει πως όταν η ψείρα χορτάσει, βγαίνει στο γιακά! βολιδοσκοπούσε χωρίς αποτέλεσμα ο Σέργιος.

Ο φίλος του, όμως, εξακολουθούσε να έχει ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του εκείνο το ανεξήγητο χαμόγελο της παραδεισένιας ευτυχίας. Εξήγησε πως η κοπέλα του είναι μεν υπάκουη, όμως διόλου παραδοσιακή, ούτε έχει καμία οικονομική ανάγκη. Οι Σιβυλλικές αυτές απαντήσεις κέντριζαν το ενδιαφέρον του Σέργιου όλο και περισσότερο και τον ωθούσαν να συνεχίσει την έρευνα.

- Απόλυτα υπάκουη, χωρίς οικονομικό πρόβλημα, χωρίς τρελές απαιτήσεις ή οικονομικές ανάγκες. Όμως δεν κάνει απλά και άβουλα ό,τι λέω. Αντίθετα, τη λαμβάνω πολύ σοβαρά υπόψη μου. Ξέρω ότι είναι σοφή και ακούω προσεκτικά τις υποδείξεις της, εξήγησε ο Ιάσωνας εκτοξεύοντας την περιέργεια του Σέργιου στον ουρανό.
- Μα εσύ δε βρήκες γυναίκα! Το θηλυκό Δαλάι Λάμα βρήκες, φίλε! σχολίασε σκωπτικά ο Σέργιος κι ο Ιάσωνας κατένευσε χαμογελώντας, όμως, με αρκετή δυσπιστία.

Ο Σέργιος ήταν τύπος πιο παραδοσιακός. Με την κοιλίτσα του, λίγο καραφλίτσα, τριχωτός, ντυμένος απλά -συχνά πρόχειρα- με γενάκι ακατάστατο, μιας και συνήθως βαριόταν να ξυριστεί. Ενίοτε το γένι τριών ημερών κατέληγε σε γένι τριών Ιεραρχών, ειδικά το χειμώνα που απέφευγε τη συχνή επαφή με το νερό, ειδικά στο πρόσωπο. Με μαλλί που πολλές φορές αδιαφορούσε να κόψει, ατίθασο σε διάφορα σημεία. Τύπος της παρέας, του μεζέ, του κοψιδιού και του τσίπουρου· του γλεντιού, αν και όχι χορευταράς. Του άρεσε η σταθερότητα. Δεν έψαχνε πολλές περιπέτειες. Όταν έβρισκε μια γυναίκα, σκόπευε πάντα σε μακροχρόνια σχέση και -γιατί όχι;- στο γάμο. Δεν είχε πρόβλημα. Μάλιστα, βιαζόταν να κλείσει αυτό το θέμα. Μόνο που όσο περισσότερο επειγόταν να ξεμπερδεύει με αυτό το ζήτημα στη ζωή του, τόσο λιγότερο το πετύχαινε. Έτσι κι αλλιώς, το θέμα «σχέσεις και γάμος» είχε καταντήσει ιδιαίτερα προβληματικό στην εποχή του.

Ο Ιάσωνας από την άλλη, ήταν ένας τρέντυ τύπος. Πρόσεχε πολύ την εμφάνισή του, από τις κάλτσες, τα παπούτσια, ως και το κούρεμα, τα ρούχα, το ρολόι, το άρωμά του και το στιλάτο γυαλί ηλίου. Γυμναζόταν τακτικά, έδινε σημασία σε κάθε λεπτομέρεια του λουκ του. Άλλαζε παρουσιαστικό ανάλογα με τη μόδα. Δε δίσταζε, μάλιστα, να πειραματίζεται και με τολμηρές εναλλακτικές της μόδας, σε σημείο που διάφοροι φίλοι του προβληματίζονταν σχετικά με το τι αφανέρωτα μυστικά κρύβονταν στην προσωπικότητά του. Σε ό,τι αφορά στις γυναίκες, ήταν εντελώς χαλαρός και ανοιχτόμυαλος. Ξεκίναγε εύκολα, αλλά δεν είχε απολύτως κανένα στόχο. Δεν τον ενδιέφερε να καταλήξει κάπου. Ζούσε την κάθε στιγμή του ερωτικού ταξιδιού, όμως χωρίς να ενδιαφέρεται για κάποιο τελικό προορισμό. Απλά το πήγαινε όπου πάει, χωρίς πλάνο και προοπτική. Οι γυναίκες αρχικά λάτρευαν αυτή την τρέλα που πουλούσε και τον ερωτεύονταν με πάθος. Όμως τελικά, αυτή η ασάφεια σε κρίσιμη ηλικία, σε συνδυασμό με τους περίεργους πειραματισμούς του στο σεξ, ωθούσαν αρκετές συντρόφους του να αναζητήσουν κάποιον περισσότερο ξεκάθαρο, συντηρητικό, ώριμο και προβλέψιμο σύντροφο.

Σπούδασαν και οι δύο πληροφορική. Ο Σέργιος ασχολήθηκε με το χώρο του μάρκετινγκ, έγινε πωλητής. Ο Ιάσωνας παρέμεινε στο χώρο της πληροφορικής και εργάστηκε ως μηχανικός υπολογιστών. Ο Σέργιος συνέχιζε την έρευνα σχετικά με τη γυναίκα του φίλου του με αδημονία:
- Είναι μορφωμένη;
- Πολύ! Πιο πολύ από όλους μας!
- Έχει τελειώσει πανεπιστήμιο, δηλαδή;
- Πανεπιστήμια! Όχι μόνο ένα! Κι ακόμα για να σου απαντήσει, θα το ψάξει πολύ και θα είναι σωστό αυτό που σου λέει...
- Ρε; Με κανένα φυτό τα έφτιαξες; Που διαβάζει όλη μέρα, δεν το κουνάει ρούπι από το σπίτι και γι αυτό τα λες αυτά; Καμιά που ζει για να εργάζεται; Καριερίστρια; Δε σε είχα για τέτοιο! Εσύ τα έφτιαχνες με όλα τα φρικιά και τις τρελάρες! Μπας κι είναι και θεούσα; Εσύ ήσουν των άκρων στις επιλογές σου. Αλλά θα μου πεις, όταν τα άκρα πιάνουν άκρα, ανατρέπονται, αλληλοαναιρούνται και γίνονται κανονικότητα, ε; ρώτησε σκωπτικά ο Σέργιος, χαμογελώντας σαστισμένος.
Προβληματίστηκε λίγο ο Ιάσωνας, κοίταξε ψηλά δείχνοντας να σκέφτεται κι ύστερα διευκρίνισε:
- Μπερδεύτηκα... Δεν ξέρω τι λες για τα άκρα, όμως όχι δεν είναι φυτό η κοπέλα. Απλά είναι πολύ ψαγμένη και ό,τι λέει, καλά θα κάνεις να το ακούς προσεκτικά, διότι σχεδόν πάντα έχει δίκιο...
- Ιασωνάκο; Πας καλά; Δε σε αναγνωρίζω! Τόσο πολύ σε έβαλε μια γυναίκα κάτω από το φουστάνι της; Εσύ να ακούς γυναίκα; Εσύ ήσουνα πάντα ζουρλοπαντιέρα. Τις έγραφες όλες κανονικά, δε έπαιρνες καμία και κανένα υπόψη και τραβούσες το δρόμο σου με βάση την τρέλα σου και τις ορέξεις σου κάθε φορά. Μυστήρια πράγματα... Και δε μου λες, ρε; Από ομορφιά; Βλέπετε; Ή...
Εκεί ο Ιάσωνας κοίταξε το φίλο του αποσβολωμένος και αποκρίθηκε λες κι ήταν μεθυσμένος:
- Από ομορφιά, φίλε... Εκεί η φωνή του χάθηκε και τα μάτια του γλάρωσαν. Έμοιαζε να ταξιδεύει στο υπερπέραν... Είχε μιαν όψη γεμάτη θαυμασμό και λιγούρα.
Ο Σέργιος τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
- Τι έγινε, Ιασωνάκο; Αρχίσαμε τα παραισθησιογόνα; Αυτό ήταν όλο, λοιπόν; Σε πλάνεψε με την ομορφιά της η μάγισσα και σε τραβάει από τη μύτη, όπως ο αρκουδιάρης την αρκούδα;
Ο Ιάσωνας αρχικά κατένευσε μαγεμένος, αλλά στη συνέχεια κούνησε αρνητικά το κεφάλι σα να υπονοούσε ότι υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο από την εξωτερική ομορφιά.
- Κρίμα! Κρίμα, φίλε μου. Όσο γερνάς ξεκουτιαίνεις μου φαίνεται! Σιγά την ομορφιά! Τι να είναι δηλαδή; Εσύ πάντα με κούκλες ήσουν. Γιατί σε μάγεψε τόσο; Έμπειρος είσαι πια... Δεν είσαι έφηβος! Τι ανάγκη έχεις; Και δε μου λες; Από σεξ; Καμιά φορά οι όμορφες βγαίνουν ψυχρές στο κρεβάτι. Σου λένε: «Βάζω εγώ το σώμα. Τα υπόλοιπά βάλτα εσύ. Δε θα ασχοληθώ...»
Το γλαρό βλέμμα του Ιάσωνα παρέμενε απαράλλαχτο από τότε που πρωτοτέθηκε το θέμα της ομορφιάς. Είχε την όψη του στερημένου ναρκομανή. Λες και μέτραγε τις στιγμές μέχρι να δει πάλι και να απολαύσει την έκσταση που του προσφέρει η αγαπημένη του...
- Σεξ φίλε... ψέλλισε με ένα βλέμμα όλο λιγούρα σε συνδυασμό με εξάντληση και αποχαύνωση, προφανώς από το πολύ σεξ. Σεξ δε θα πει τίποτα! Δεν γεύτηκες ποτέ σου τέτοιο σεξ... είναι έκσταση, είναι παράδεισος, είναι μεταφυσική εμπειρία... ψιθύριζε συνεπαρμένος.
- Ιασωνάκο; Καταρχήν, κλείσε το στόμα και σκουπίσου, γιατί σου τρέχουν τα σάλια. Δεύτερον, εγώ λέω να τη διώξεις τη μάγισσα, διότι θα ρέψεις! Έπρεπε να έχω ένα καθρέφτη τώρα να δεις τον εαυτό σου. Η κατάστασή σου είναι για τη σφαίρα της ψυχιατρικής. Δεν τον αντέχεις αυτό τον έρωτα, αδερφέ! Θα σε καταπιεί!
Ο Ιάσωνας συνήλθε και ανέκτησε την αυτοπεποίθησή του. Πέρασε, λοιπόν, στην αντεπίθεση:
- Εγώ, πάλι, λέω ότι η δική σου κατάσταση είναι απελπιστική, αδελφέ! Εμένα μη με κλαις. Εγώ βρήκα τον άνθρωπο της ζωής μου! Δήλωσε βιαστικά κι ύστερα το σκέφτηκε καλύτερα. Άνθρωπο... Προτιμώ να το πω λιμάνι.
- Τι εννοείς όχι άνθρωπο, αλλά λιμάνι; απόρησε έκπληκτος ο φίλος του.
-Άσε με εμένα! Εσύ βάλε μυαλό που έχεις σπαταλήσει τόση ενέργεια και χρήμα σε αδιέξοδες σχέσεις κι όμως καταλήγεις πάντα μόνος. Διέκοψε ο Ιάσωνας, αποφεύγοντας τις περισσότερες εξηγήσεις.
-Μα αφού είναι όλες τρελές! φουρκίστηκε ο φίλος του.
- Και τι σκοπεύεις να κάνεις; Όλες τρελές! Και λοιπόν; Ποια λύση προτείνεις; Να μείνεις μπακούρι; Να αγοράσεις σκύλο; Γάτα; Παπαγαλάκι;
Ο Σέργιος κοίταξε πονηρά, με ένα βλέμμα που αφήνει πολλά υπονοοούμενα ότι έχει πολλά στο μυαλό του. Κατόπιν, εξήγησε:
- Κοίτα, φίλε. Οι γυναίκες ό,τι κι αν κάνουν, έχουν ημερομηνία λήξης...
- Πού θα πει; Σκέφτεσαι μόλις λήξουν οι γυναίκες να το γυρίσεις στους άντρες;

Ο Σέργιος γέλασε περιπαιχτικά, όμως όλο αυτοπεποίθηση, έγνεψε αρνητικά και εξήγησε ότι οι γυναίκες σχετικά γρήγορα φτάνουν σε ένα σημείο όπου ή θα παντρευτούν, είτε θα μείνουν μόνες. Πρέπει, λοιπόν, να πάρουν μιαν απόφαση. Εκεί πια, σταματάνε να ψάχνουν τον ουρανό με τ' άστρα, συμμαζεύονται, βρίσκουν ένα καλό παιδί και τέλος. Θεωρεί, λοιπόν, ότι την ηλικία αυτή την πλησιάζουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα τώρα πια...

Ο Σέργιος χαμογέλασε πονηρά, σχεδόν χαιρέκακα. Ο Ιάσωνας τον κοίταξε με απελπισία και οίκτο. Έπιασε το κεφάλι του με το χέρι του σε ένδειξη απόγνωσης.
- Μα καλά! Είναι δυνατόν; Εσύ άντρας της σύγχρονης εποχής να σκέφτεσαι έτσι; Μα δε βλέπεις τι γίνονται γύρω σου όσοι σκέφτονται έτσι; Δεν καταλαβαίνεις ότι κρύβουν τα προβλήματα κάτω απ' το χαλί, απλά και μόνο για να πουν στην κοινωνία ότι παντρεύτηκαν, ότι είναι νορμάλ, ότι όλα είναι υπό έλεγχο και σε λίγο που αναδύονται ξανά τα προβλήματα, χωρίζουν και οι δυσκολίες αυγατίζουν μαζί με τα έξοδα; Πληρώνεις χίλιες φορές, χίλιους ανθρώπους, για να καταλήξεις όπως ακριβώς είσαι και τώρα! Γιατί το κάνεις αυτό στον εαυτό σου; Αντέδρασε εκνευρισμένος ο Ιάσωνας.
- Και τι να κάνω; Να μείνω μαγκούφης αμαχητί; Να περιμένω υπομονετικά τη μοίρα μου; Να μην προσπαθήσω; Εξερράγη ο Σέργιος. Να πω: «Αν είναι να 'ρθει θε να 'ρθει, αλλιώς να
προσπεράσει;» Που ζούμε; Έλεος!
Ο Ιάσωνας ξεφύσησε όλο εκνευρισμό γι αυτά που άκουγε και συμπλήρωσε με οργή:
«Αυτό λέω κι εγώ! Που ζούμε! Τι ακούω, Θεέ μου;» απόρησε και σχολίασε πως ούτε στην επαρχία πριν χίλια χρόνια δεν σκεφτόντουσαν έτσι! Γάμος με κάθε κόστος, να χαρεί η μαμά, ο μπαμπάς, τα σόγια, να βγάλουνε φωτογραφίες στα σκαλιά της εκκλησίας, να φάνε, να πιούνε, να χορέψουνε καλαματιανό και τσάμικο και μετά: «γαῖα πυρί μιχθήτω»[1], κατέληξε με απέχθεια.
- Τι να κάνουμε; Φαίνεται δεν είμαστε όλοι ομορφόπαιδα, όπως εσύ που βρήκες την Κίρκη! απάντησε πικρόχολα, με φθόνο ο Σέργιος.
- Ποια Κίρκη;
- Τη μάγισσα που σε τρέλανε...
- Τίνα τη λένε, αποκρίθηκε μηχανικά, αντανακλαστικά, χωρίς πολύ σκέψη ο Ιάσωνας.
Ακολούθησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Το είχαν ανάγκη και οι δύο, αφού είχαν καταλάβει ότι είχαν ξεφύγει.
- Κωνσταντίνα; πρότεινε ο Σέργιος σε μια προσπάθεια να βρει τη ρίζα του «Τίνα» και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις.
Ο φίλος του έγνεψε απορριπτικά. Φαινόταν ενοχλημένος που είπε το όνομα.
- Σταματίνα; Βαλεντίνα; Χριστίνα; επέμενε ο Σέργιος.
Η αντίδραση ήταν αρνητική σε κάθε ερώτηση.
- Ε, τι τότε;
- Τίνα, Σεργιε! Τίνα! Αυτό και μόνο! Πρέπει, δηλαδή, να είναι το κλασσικό χριστιανικό όνομα που σε βολεύει; Τίνα σκέτο! επέμενε με νεύρο ο Ιάσωνας.
- Τίνα σκέτο; Τι διάολο; Όπως ένα προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα; Όνομα ανθρώπου είναι το Τίνα σκέτο; αναρωτήθηκε και γέλασε ο Σέργιος που του φαινόταν πολύ αλλοπρόσαλλο όλο αυτό...
Ο φίλος του τον κοίταξε οργισμένος. Δεν απάντησε. Ο Σέργιος απέφυγε να δώσει συνέχεια για το όνομα και πάγωσε το γέλιο στο πρόσωπό του...
- Και... δε μου λες; Σε αυτή την «Τίνα σκέτο» πιστεύεις ότι δεν ισχύουν όλα αυτά που λες για το γάμο, για τα ψέματα κάτω από το χαλί και τα λοιπά; Θεωρείς ότι είναι ιδανική η σχέση σας; τον πείραζε ο Σέργιος.
- Η πιθανότητα να ισχύσουν είναι πολύ μικρή. Διότι η σχέση δεν είναι συμβατική, καταναγκαστική, τυπική, μια σχέση απελπισίας μόνο και μόνο για να πούμε στο μέσο Έλληνα μικροαστό ότι παντρευτήκαμε. Άσε που δε θα παντρευτούμε...
- Α, ναι ξέχασα... Εσύ δε μπορείς τα παραδοσιακά, τα τυπικά, τα ορθόδοξα. Θες να έχεις την ψευδαίσθηση ότι είσαι ακόμα ελεύθερος, παρόλο που είσαι ουσιαστικά παντρεμένος. Μωρέ όπως και να το πεις, γάμο, σχέση, συμβίωση, ελεύθερη συμβίωση, σκλαβωμένη ελευθερία, ελεύθερη σκλαβιά, ταξίδι στη Χαβάη, το θέμα είναι ένα! Είσαι αποφασισμένος να μείνεις με μια γυναίκα για μια ζωή και να αναλάβεις τις ευθύνες σου; Ή όχι; Αν ναι, τα ονόματα είναι για τους ηλίθιους. Είναι το ίδιο πράγμα με άλλα λόγια.

Ο Ιάσωνας φαινόταν σκεπτικός. Δε μιλούσε. Έδειχνε να προβληματίζεται σιωπηλά, σα να συντελείται μέσα του μυστικά μια τεράστια αλλαγή που τον μεταμόρφωνε. Μια πανίσχυρη δύναμη, μια ενέργεια δρούσε αφανώς και ήταν αδύνατο να της αντισταθεί. Υποστήριξε ότι ποτέ δεν ήθελε δεσμεύσεις. Ποτέ δεν πίστευε σε γάμους και σταθερότητες. Πάντα ακολουθούσε την τρέλα του... Όμως τώρα φοβόταν ότι αυτό που του συμβαίνει είναι μοναδικό. Είναι τα πάντα, είναι όλη του η ζωή.« Είναι... το πεπρωμένο μου», κατέληξε.

«Δηλαδή, μιλάμε για έρωτα τρελό!» θαύμασε ο Σέργιος. Συνεχάρη τον φίλο του και πρόσθεσε ότι χαίρεται για κείνον. Ευχήθηκε να του βγει σε καλό όλο αυτό. Παρατήρησε, όμως, ότι είναι ιδιαίτερα αινιγματικός σε ό,τι αφορά την Τίνα και έτσι δεν κατάλαβε και πολλά για εκείνη. Μόνο ότι είναι μαγευτικά όμορφη... και παράλληλα πολύ μορφωμένη, έξυπνη και ικανή. Καθώς επίσης ότι κάνει και τέλειο σεξ. Επίσης στο χαρακτήρα ταιριάζουν απόλυτα... Αναρωτήθηκε μήπως τελικά είναι μέσα στο μυαλό του όλα αυτά. Πολύ ιδανική του φάνηκε η Τίνα. Τον ρώτησε αν πιστεύει πως υπάρχει τέτοιος
άνθρωπος. Υπάρχουν τόσο ιδανικές γυναίκες; Μήπως απλά αυτός τη βλέπει έτσι, επειδή είναι φουλ ερωτευμένος;

Ο Ιάσωνας κοίταζε σαστισμένα. Δεν αποκρινόταν. Έδειχνε να θέλει να εξομολογηθεί σε κάποιον ένα μυστικό που τον ταλάνιζε, αλλά δίσταζε. Ο φίλος του το καταλάβαινε αυτό και περίμενε υπομονετικά να «σπάσει» και να αρχίσει να μιλάει. Είχε τεράστια περιέργεια να μάθει για την «Κίρκη» που τρέλανε τον παλιό συμφοιτητή του.

Ο Σέργιος επέμενε να τον σφυροκοπεί με ερωτήσεις . Υποστήριζε ότι η Τίνα μοιάζει να μην είναι γυναίκα της εποχής. Την εποχή εκείνη ο κάθε άνθρωπος διακρινόταν για τον εγωισμό του και την αδιαλλαξία του. Δεν ήταν δυνατό να συνειδητοποιήσει ότι η σχέση χρειάζεται δύο ισότιμα μέλη. Ήξερε καλά τι ζητούσε και απλά περίμενε κάποιον άλλο άνθρωπο να του παρέχει πλουσιοπάροχα, χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς κανένα αντίτιμο αυτό που είχε ανάγκη. Αδιαφορούσε πλήρως για τις ανάγκες του συντρόφου του, γι αυτό τελικά οι σχέσεις κατέρρεαν και οι περισσότεροι κατέληγαν ολομόναχοι. Πώς γίνεται, λοιπόν, η Τίνα να εμφανίζεται τόσο διαφορετική; Από που ξεφύτρωσε αυτή;

O Ιάσωνας κουράστηκε. Δεν άντεχε άλλο την ανάκριση. Έτσι κι αλλιώς, ήταν τύπος που ουδέποτε έλαβε υπόψη του τη γνώμη των άλλων. Πάντα ζούσε στα άκρα, προκλητικά, περιφρονώντας απόλυτα τις αντιδράσεις των «μικροαστών», όπως αποκαλούσε όσους σκέφτονταν όπως ο μέσος άνθρωπος της εποχής. Αισθάνθηκε ότι έχει φτάσει πια η ώρα να μιλήσει ξεκάθαρα. Κι όσοι είναι πραγματικοί φίλοι θα τον αποδεχθούν όπως είναι. Γι αυτό που είναι. Με όλες τις σωστές ή λάθος επιλογές που έκανε στη ζωή του. Έπιασε, λοιπόν, το χέρι του Σέργιου με αποφασιστικότητα και με στεντόρεια φωνή ξεκαθάρισε:

- Άκου φίλε, εσύ είσαι αδελφός. Θα με καταλάβεις. Αλλά και να μη με καταλάβεις, ξέρεις πολύ καλά που γράφω τις γνώμες των άλλων. Εγώ κάνω τη ζωή μου σύμφωνα με αυτό που λέει η καρδιά μου. Γι αυτό και πάντα παραμένω ευτυχισμένος. Ποτέ δε συμβιβάστηκα, ποτέ δεν προσκύνησα, ποτέ δεν κρύφτηκα από κανένα. Γι αυτό και είχα ελάχιστους φίλους δίπλα μου, μεταξύ των οποίων κι εσύ.

Ο Σέργιος ξαφνιάστηκε! Ίσως κατά βάθος να τρόμαξε κιόλας. Διαισθανόταν ότι σύντομα ο φίλος του θα ξεστομίσει κάτι συγκλονιστικό. Ποτέ δε μίλησε σε αυτό τον τόνο όταν το θέμα ήταν κάποια γυναίκα. Από τη μια αισθανόταν τεράστια περιέργεια να μάθει σχετικά με την Τίνα, από την άλλη, όμως, είχε αγχωθεί που έβλεπε το φίλο του αναστατωμένο έτσι. Δεν ήταν σε θέση να προβλέψει το μυστικό που έκρυβε η σχέση του. Με το μυαλό του έβαζε διάφορα. Αστραπιαία απ΄ τον ορίζοντα του νου του πέρναγαν σαν αστροπελέκια ιδέες όπως ότι το μυστικό έχει να κάνει με ναρκωτικά, με λαθρεμπόριο, με σωματεμπορία, με trafficking ή ακόμη και με κάποια ασθένεια... Όμως ξόρκιζε απεγνωσμένα αυτό τον καταιγισμό ιδεών, ελπίζοντας να ακούσει τελικά κάτι πολύ πιο ελαφρύ και ανώδυνο.

- Τελικά, ήρθε η ώρα να μάθεις από που βγαίνει το Τίνα, Σέργιε... Και μετά θα τα καταλάβεις όλα μονομιάς... Η Τίνα είναι ένα όνομα που εγώ βάφτισα τη σύντροφό μου. Εκείνη δεν είχε όνομα όταν γνωριστήκαμε...
Τότε ήταν που ο Σέργιος γούρλωσε τα μάτια, άνοιξε το στόμα με έκπληξη κι άρχισε πια να φοβάται για την ψυχική υγεία του αγαπημένου του παλιού συμφοιτητή. Μα πριν προλάβει να αντιδράσει, ο Ιάσωνας του έδωσε το τελικό χτύπημα:
- Το Τίνα βγαίνει από το Ρομποτίνα, Σέργιε! Η Τίνα είναι ανδροειδές. Είναι ρομπότ!

Ο Σέργιος έπαθε αποπληξία. Έμεινε ενεός, κεραυνοβολημένος. Δε μπορούσε να αντιδράσει. Προσπαθούσε απλά να χωνέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει... Να το υιοθετήσει, να το εξηγήσει, να το συνειδητοποιήσει, να το πιστέψει... Η Τίνα που είχε ξετρελάνει τον φίλο του, που του είχε αλλάξει τη ζωή, ήταν απλά ένα ρομπότ... Ποιόν; Εκείνον που έπαιζε τις γυναίκες στα δάχτυλα! Που κατάφερνε όποια γυναίκα ήθελε... Απίστευτο!

Μόλις άρχισε να επανέρχεται από το αρχικό σοκ, το πρώτο που αισθάνθηκε ήταν αηδία. Ένα κόμπο στο λαιμό, ένα σφίξιμο, ένα ανακάτεμα στην κοιλιά. Γι αυτό και απομάκρυνε το χέρι του από εκείνο του φίλου του που πριν λίγο το είχε αγγίξει ως ένδειξη εμπιστοσύνης, προκειμένου να του εξομολογηθεί το μυστικό του επίγειου παράδεισου που βίωνε. Δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη! Δεν ήξερε τι να πει. Την αηδία διαδέχτηκε η λύπηση. Τη λύπηση η απόγνωση. Σηκώθηκε από την καρέκλα του αμίλητος. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες. Έκανε κάποια αόριστα βήματα. Κοίταζε την Ακρόπολη, όμως χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει. Είχε κατεβάσει το γενικό διακόπτη του μυαλού του...

- Μήπως θες να φύγεις τώρα που έμαθες την αλήθεια; ρώτησε ο Ιάσωνας.
Ο Σέργιος τον κοίταξε για λίγο έκπληκτος, αναστατωμένος, συγκλονισμένος.
-Όχι, αν θες να φύγεις, αν δε με αποδέχεσαι πια όπως είμαι, γι αυτό που επέλεξα, απλά πες το! Έχεις κάθε δικαίωμα... επέμενε ο Ιάσωνας που δε σήκωνε λύπηση ή χάρες.
Θα είχε περάσει πάνω από ένα λεπτό που παρέμενε αμίλητος και εμβρόντητος ο Σέργιος. Σιγά - σιγά, ανακτούσε την ψυχραιμία του. Επέστρεψε στην καρέκλα του σαστισμένος. Κάθισε και χωρίς να κοιτάζει τον Ιάσωνα, σχεδόν παραμιλούσε:
- Μα... αυτά... αυτά τα κάνουν τα εικοσάχρονα... τα σαχλοκούδουνα... που δεν ξέρουν πούθε κλάνει το μπαρμπούνι... αυτά είναι... ερωτικά βοηθήματα... παιχνίδια... ανωμαλίες... χαβαλές...όχι σύντροφοι ζωής... Τι κατάντια, Θεέ μου... Δεν το πιστεύω, ρε Ιάσωνα. Εσύ; Με ρομπότ; Θα τρελαθώ!
Ο Ιάσωνας τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, αλλά ο φίλος του αποτραβήχτηκε, λες για να μη μολυνθεί.
Του εξήγησε ότι κάνει λάθος. Επισήμανε πως η τεχνητή νοημοσύνη έχει προχωρήσει πολύ. Τα ρομπότ πια έχουν ολοκληρωμένη προσωπικότητα, όπως ακριβώς κι ένας άνθρωπος. Όπως κι εκείνος... εξήγησε ο Ιάσωνας δείχνοντας με το δάχτυλο το φίλο του και τον εαυτό του.
- Είναι μέταλλα, μεγάλε! Ούρλιαξε αηδιασμένος ο φίλος του. Ξύπνα! Τίποτα παραπάνω από παλιοσίδερα όπως η κουζίνα και το πλυντήριο! Είναι συσκευές! Είναι κυκλώματα. Έλεος! Είναι καλά για να προσέχουν ηλικιωμένους με άνοια, να κάνουν τη λάντζα, να φυλάνε το σπίτι, να κρατάνε βρέφη, όμως όχι για να γίνει ο άνθρωπος της ζωής σου... Χριστέ μου, τι λέω; Ο άνθρωπος της ζωής σου... ο άνθρωπος! Ένα ρομπότ! παραληρούσε ο Σέργιος.
Ο Ιάσωνας, όμως, που διατηρούσε την ψυχραιμία του, ενοχλήθηκε. Αποκρίθηκε, λοιπόν, με χαιρεκακία και εκδικητικότητα.
- Βλέπω κι εσένα που προσδοκάς τη λύση από τους ανθρώπους πως πρόκοψες! Σαρανταρίζεις μόνος, με καμία προοπτική για το μέλλον!
- Έλεος! Αυτές είναι λύσεις για απελπισμένους, Ιάσωνα. Για εκείνους που δε σταυρώνουν γκόμενα ποτέ. Εσύ είσαι παίκτης! Έχεις επιτυχίες! Τόσο εσένα όσο κι εμένα ποτέ δε μας έλειψαν οι γυναίκες από τη ζωή μας, εξήγησε ο Σέργιος σχεδόν κλαίγοντας, με ένα τόνο ικετευτικό προς το φίλο του, εκλιπαρώντας να αλλάξει μυαλά.

Ο Ιάσωνας τον χτύπησε και πάλι φιλικά στην πλάτη. Τούτη τη φορά δεν αποτραβήχτηκε. Άρχισε, φαίνεται, να το παίρνει απόφαση ότι έπρεπε να καταπιεί την πικρή υπόθεση Τίνα, αν ήθελε να είναι φίλος του Ιάσωνα, ο οποίος τον παρότρυνε να το πάρει απόφαση πως οι σχέσεις των ανθρώπων τελείωσαν. Έχουν πεθάνει, αλλά δε το λένε στον κόσμο για να μην τρομάξει. Όμως είναι φανερό σε κάθε σχέση που κάνουν. Χωρίζουν για ηλίθιους λόγους. Για αφορμές που παλιότερα θεωρούνταν αμελητέες. Το αυτονόητο έγινε αδιανόητο. Οι γυναίκες το 'χουν χάσει. Οι άντρες επίσης. Όλοι τους ψάχνουνε τον ουρανό με τ' άστρα. Έχουν όμορφη; Θέλουνε και έξυπνη, αλλιώς τη χωρίζουνε. Έχουν μορφωμένη; Θέλουμε και πλούσια, αλλιώς τη διώχνουμε. Έχουνε πλούσια; Θέλουνε και νέα κι ας είναι οι άντρες μεσόκοποι και βάλε. Δε τους πιάνεις πουθενά! Με παρόμοιο τρόπο σκέφτονται και οι γυναίκες. Δίνουν ανύπαρκτη υπεραξία στον εαυτό τους, με αποτέλεσμα να παραμένουν ωραίες, νέες κι ατυχείς, αναζητώντας τον εφοπλιστή - μοντέλο και τίποτα λιγότερο...
- Ενώ το ρομπότ τα έχει όλα; έσκουξε ο Σέργιος.
Ο Ιάσωνας κατένευσε με σιγουριά. Σε λίγο συνέχισε:
- Δυστυχώς ή ευτυχώς ναι. Η Τίνα είναι εντυπωσιακή. Κάνει ένα σεξ που δεν έχω βιώσει ποτέ με καμία. Και έχω πάει με τόσες γυναίκες ανά τον κόσμο, σκέψου! Για ό,τι θέμα προκύπτει, η γνώσεις της είναι τεράστιες. Όμως πέρα από αυτό, αν οι πληροφορίες που έχει δεν επαρκούν, συνδέεται ασύρματα στο ιντερνέτ και βρίσκει την κατάλληλη πηγή. Κι από ψυχική επαφή; Ένα θα σου πω. Είναι η μοναδική γυναίκα που δεν τσακώθηκα μαζί της ποτέ εδώ και ένα χρόνο. Από την αρχή της γνωριμίας μας ως τώρα...
- Γυναίκα είπες... διέκοψε ο Σέργιος ανατριχιασμένος.
- Γυναίκα είναι, Σέργιε. Έχει απόλυτα την ψυχοσύνθεση της γυναίκας.
- Έχει κυκλώματα, αγόρι μου! Κυκλώματα και αλγορίθμους! Τίποτε περισσότερο! φρύαξε ο φίλος του.
- Κι εσύ έχεις κύτταρα, αγόρι. Τι παραπάνω έχεις; Εκείνη έχει γραφένιο και νανοϋλικά. Εσύ έχεις λίγα υλικά παραπάνω. Κάλιο, νάτριο, άζωτο, άνθρακα, υδρογόνο, σίδηρο...
- Έχω ψυχή, που να πάρει η οργή! εξερράγη ο Σέργιος. Ψυχή! Αν ακόμα σου λέει κάτι η λέξη, πρόφερε με απελπισία.
- Δηλαδή, κεντρικό νευρικό σύστημα. Αυτό είναι η ψυχή, αγορίνο. Τίποτα περισσότερο. Δε φαντάζομαι να πιστεύεις τα παραμυθάκια των θρησκειών, ε; Αυτά είναι για να παρηγορούνται κάτι γριούλες που χάσανε τον άντρα τους. Σε 'χω για σκεπτόμενο... Κι όπως εσύ έχεις το κεντρικό νευρικό σύστημα, έτσι κι εκείνη έχει την κεντρική μονάδα επεξεργασίας και τα λοιπά... Αυτό είναι όλο, Σέργιε. Δυστυχώς ή ευτυχώς αυτό είναι. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Εκτός από κάτι πολύ σημαντικό!
-Τι; απόρησε απελπισμένος ο Σέργιος.
- Ότι επιτέλους, για πρώτη φορά στη ζωή μου, είμαι ευτυχισμένος. Με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά! Χορτάτος από σεξ, χορτάτος από παρέα, πλήρης από συντροφικότητα! Έχω ένα άτομο δίπλα μου πιστό, χαρούμενο, εξυπηρετικό, ευπροσήγορο, συνεργάσιμο, πρόθυμο, θελκτικό, αγαπησιάρικο, μειλίχιο, συναρπαστικό, πανέξυπνο... Δεν είχα ποτέ όσο είμαι δίπλα της κρεβατομουρμούρα, πίεση, άγχος, γρουσουζιά, γλωσσοφαγιά. Δίνω και παίρνω συνεχώς θετική ενέργεια! Ναι, με ένα τέτοιο άτομο θέλω να ζήσω όλη μου τη ζωή. Δε θέλω κάτι άλλο, είμαι πλήρης! διακήρυττε με υπερηφάνεια, απόλυτη αυτοπεποίθηση και αγαλλίαση ο Ιάσωνας.
- Είναι για τους αποτυχημένους... επέμενε σχεδόν παραμιλώντας, σε μια απονενοημένη προσπάθεια να τον συνετίσει ο παλιός του συμφοιτητής.

Ο Ιάσωνας, όμως, που είχε πια ξαλαφρώσει από το άγχος της ανακοίνωσης του μεγάλου μυστικού, αντέτεινε πικρόχολα ότι για τους αποτυχημένους είναι οι σχέσεις με την κάθε Κατίνα που πασχίζουν να επιβιώσουν απεγνωσμένα, κάνοντας συνεχώς μάταια όλο και μικρότερους κύκλους που καταλήγουν στο χωρισμό και τη μοναξιά. Του ξεκαθάρισε πως αρκετές επιθέσεις δέχτηκε και πως είναι πια καιρός να αρχίσει κι εκείνος να του τα λέει χύμα. Παρόλα αυτά, υποστήριξε πως δεν τον παρεξηγεί. Έτσι ήταν κι ο ίδιος στην αρχή. Εντελώς αρνητικός. Μετά, όμως, έχοντας υποστεί τόσα, κάνει το μυαλό ένα κλικ παραπάνω, αν μιλάμε για κάποιον ανοιχτόμυαλο φυσικά, οπότε ανακαλύπτει το μαγευτικό κόσμο της Τίνας... Και τότε επιστρέφει ο άνθρωπος στο χαμένο Παράδεισο. Είναι δρόμος χωρίς επιστροφή.

- Τίνα και Κατίνα... τι τεράστια διαφορά κάνει ένα «Κα», παρατήρησε σκωπτικά, κάνοντας λογοπαίγνιο ο Σέργιος και οι δυο φίλοι γέλασαν.

Ο πάγος έσπασε. Ο Σέργιος το πήρε απόφαση. Δεν θα έδιωχνε το φίλο του. Ίσως, τελικά, πολύ βαθιά μέσα του να έλπιζε πως όλο αυτό θα ήταν απλώς άλλη μια περαστική τρέλα του Ιάσωνα, οπότε σε λίγο καιρό πάλι θα είχε το φίλο του όπως παλιά. Απλά τον παρακάλεσε να τον εκθέσει σταδιακά, σιγά-σιγά σε όλο αυτό, μέχρι να το χωνέψει ολοκληρωτικά.

Πάντως, εκείνο το «Κα» δεν το άφησε ασχολίαστο ο Ιάσωνας. Θυμήθηκε ότι κάπου είχε διαβάσει πως το «Κα», στην αρχαία Αίγυπτο, πίστευαν ότι ήταν εκείνη η ζωτική σπίθα που κρατούσε τον άνθρωπο ζωντανό. Μόλις το «Κα» έφευγε από το σώμα, αυτό απονεκρωνόταν.


Τάλος

[1] Αποδίδεται στον Πανάρκη τον αινιγματοποιό, περί το 450 π.Χ.
Τα εκτενή έργα είναι δύσκολο να αναρτηθούν online. Παραπάνω βλέπετε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, ώστε να σχηματίσετε μια άποψη.
Το έργο συμμετέχει στον 1ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό koukidaki. Μπορείτε να το σχολιάσετε παρακάτω και να το βαθμολογήσετε εδώ.

2 σχόλια:

  1. "Μα πόσο τον τρόμαζε και η μοναξιά!" Σε αυτήν την πρόταση φαίνεται η δυσκολία των νέων ανθρώπων για την δημιουργία σχέσεων. Ο φόβος για το άγνωστο, γιατί, μπορεί ακόμα να μην κυκλοφορούν ευρέως ανθρωποειδή και "Τίνες" αλλά ο σύγχρονος νέος, μπρος στον κίνδυνο να αποτύχει 1,2,3.... φορές, προτιμάει την μοναξιά, και ας τον τρομάζει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κωστας Δαρμος13 Νοεμβρίου, 2019

    Πραγματικά ενδιαφέρον

    ΑπάντησηΔιαγραφή


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η επανάσταση, Σπύρος ΠαπαλέξηςΗ Ντο και τα μαγεμένα πινέλα, Μ.ΤσακιρίδουΣειρά βιβλίων ΩΟ, Σόφι ΆντερσενΆρωμα βροχής, Τ. ΚοντοπούλουΤο βαλς του ονείρου, Ελισάβετ ΔανέζηNow and Zen, Άγγελος ΜπάκαςΟνειρικές αφηγήσεις, The weird side tales
Ισμήνη, Μαρία ΛιβυκούΠέντε μέρες κι ένας μήνας, Π. ΜπακέλλαΤο καλοκαίρι του αιγόκερου, Δ. ΤσιχλάκηςΠέρασες καιρός, Ε. ΛούμπαΈνας φάρος στην ψυχή μου, Β. ΜακαρίουΡοδάνθη, Μ. ΠαπαπαναγιώτουΨευδάνθρακας και άλλες ιστορίες, Ε.Μακαριάδη
Πόσες είναι οι εποχές; Σ.Λειβαδιώτου2ος Νόμος, Αργύρης ΧριστομάγνοςΣημειώσεις ενός αυτόχειρα, Γ. ΡόγγαςΜε τις βαλίτσες γεμάτες ήλιο, F,AmbrosoΜάρα Μαντάρα, μια μάγισσα κάπως ξεχασιάρα, Ε.Μ.Τσουκάλη
Η κατάρα του φεγγαριού, Β. ΚοτλίτσαΜύθοι και Ιστορίες της Άπω Ανατολής
Το αγκάθινο στέμμα, Θ. ΓιαννόπουλοςΗ τελευταία λέξη είναι της μοίρας, Μ. ΚατσούπηΤα λογοπαίγνια μιας ύπουλης αλήθειας, Σ. ΦράγγοςΗ αγάπη μπορεί, Σ. ΠετρίδουΗ γυναίκα του κόσμου, Νίκη Ταγκάλου
Λίγες και μία νύχτες, Ι, ΖουργόςΕξ απροόπτου έρωτες, Ισμήνη Ζαγοραίου