1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Το λουλουμιλάκι και ο κύριος Φι

Ευαγγελίας Χαραλάμπους-Παυτίνου


Ποιος θα το πίστευε ποτέ ότι μέσα στην  κυρία Ρουμπίνη, για μήνες θα κλοτσούσε και θα κολυμπούσε ένα... λουλουμιλάκι!
Το λουλουμιλάκι ξεμύτισε εκείνο το πρωινό του Απρίλη και μ΄ ένα σάλτο πετάχτηκε στα χέρια του γιατρού.
Είχαν μείνει όλοι να κοιτάζουν  αυτό το πλάσμα που έμοιαζε λίγο με άνθρωπο, αλλά και πάλι δεν είχε καμία σχέση με όλα τα άλλα μωρά. Είχε κι αυτό δύο χέρια, δύο πόδια και ένα κεφάλι, αλλά οι ομοιότητες περιορίζονταν σ’ αυτά. Τα δάχτυλά του είχαν κοχύλια που έπαιζαν μουσική σε κάθε του κίνηση και στις άκρες των βλεφαρίδων είχε μικροσκοπικά κεράσια. Στους ώμους είχε φτερά από μετάξι και ήταν μικρό, πολύ πολύ μικρό. Το πιο σπάνιο μωρό του κόσμου σε κοίταζε και ένιωθες σαν να τρως το πιο ζουμερό και γλυκό καρπούζι ή να βυθίζεσαι σε μια λίμνη από σοκολάτα. Κανείς δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του.
Η μαμά του το κράτησε στην αγκαλιά της και το λουλουμιλάκι τής έσκασε ένα χαμόγελο.
«Το αγαπώ» είπε, «αλλά τι είναι;»
Επιστήμονες, ειδικοί αναπτυξιολόγοι και ανθρωπολόγοι κλήθηκαν για να το δουν, για να ανακαλύψουν τι είναι επιτέλους. Το κοίταζαν, άνοιγαν τα βιβλία τους, έψαχναν στους υπολογιστές τους, σιγοψιθύριζαν μεταξύ τους και άκρη δεν έβρισκαν. Τι να ήταν επιτέλους αυτό το τέλειο πλάσμα; Θεός, ζώο, άνθρωπος, πουλί; Έμοιαζε να είναι λίγο απ’ όλα και τίποτα από όλα όσα ήξεραν. 
«Εύρηκα!» ξεφώνισε μετά από ώρες ο επικεφαλής της ομάδας τους, ο αρχιεπιστήμονας.
»Μα βέβαια!» συνέχισε. «Πρόκειται περί… περί…» Άνοιξε ένα γιγάντιο λεξικό, εκατό φορές πιο μεγάλο από το μωρό.
«Είναι σαφέστατα ένα... λουλουμιλάκι» δήλωσε περήφανα.
«Λουλουμιλάκιον: σπανιότατο είδος μωρού, που εμφανίζεται κάθε ένα εκατομμύριο αστρικά χρόνια. Διαθέτει μαγικές ικανότητες και πρέπει να προφυλάσσεται εξ αιτίας της σπανιότητάς του».
Κανείς δεν είπε ούτε λέξη, μια που η πληροφορία αυτή τούς γέννησε κι άλλες απορίες.
«Τι άλλο λέει το βιβλίο;» ρώτησε ένας άλλος επιστήμονας.
«Για μισό λεπτό…» τους διέκοψε ένας τρίτος, δείχνοντάς τους το δικό του βιβλίο.
«Εδώ λέει και κάτι ακόμα: στα δέκατα έκτα γενέθλιά του, θα εμφανιστεί η νεραϊδονονά του.»
«Και;» ρώτησαν όλοι.
«Δεν λέει κάτι άλλο».
«Μα από πού θα εμφανιστεί; Από ποιον κόσμο να έρχεται αυτό το υπέροχο πλάσμα;» αναρωτήθηκε μια επιστήμονας.
«Εμένα δεν με απασχολεί καθόλου», δήλωσε η μαμά. «Είμαι τόσο περήφανη για το μωρό μου… Πάντοτε ήθελα ένα… λουλουμιλάκι!»
«Τα λουλουμιλάκια είναι... τέλεια!» Ενθουσιάστηκε και ο κύριος Χρύσης, ο μπαμπάς, καθώς του χάιδευε το πατουσάκι.
Το λουλουμιλάκι, αν δεν ήταν μια σταλιά, και αν μπορούσε να μιλήσει, θα έλεγε στους επιστήμονες πως οι ορισμοί τους δεν έχουν καμιά φαντασία, πως κανένα λουλουμιλάκι δεν ζει σε τέτοια  βαρετά κουτιά των λεξικών  και πως τα λουλουμιλάκια είναι χιλιάδες πράγματα. Φύσηξε λοιπόν πάνω στα βιβλία τους και θάμπωσε όλες τις λέξεις. Τους χάρισε και μια στάλα ονειροδύναμη και κρύφτηκε στην αγκαλιά της μαμάς του, για να ονειρευτεί με την ησυχία του.

Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν και το λουλουμιλάκι όλο και μεγάλωνε, όλο και ομόρφαινε τον κόσμο. Όλη την ώρα ήταν σε κίνηση, εξασκώντας τις μαγικές του δυνάμεις: πότε περπατούσε, πότε χόρευε και πότε πετούσε. Πότε γινόταν αόρατο και πότε εμφανιζόταν στα πιο απίθανα μέρη. Το βράδυ των  δεκάτων έκτων γενεθλίων του, στον κήπο, πάνω σε μια κούνια από γιασεμιά, εμφανίστηκε η νεραϊδονονά.

Το λουλουμιλάκι θαμπώθηκε από αυτό που έβλεπε. Έμοιαζαν πολύ οι δυο τους.
Είχε κι αυτή φτερά. Το φόρεμά της ήταν από λευκό μετάξι με κοχύλια  και μαργαριταρένια κουμπιά. Τα μάτια της είχαν μικροσκοπικές φράουλες στις άκρες των βλεφαρίδων.
Καθώς έκανε κούνια, κουδούνιζαν τα κοχύλια και σκορπούσε αστερόσκονη σε κάθε της ταλάντωση.
Το λουλουμιλάκι ένιωσε ότι η ζωή του τώρα αρχίζει.
«Σε περίμενα... από πάντα» της είπε.    
«Τι ακριβώς περίμενες;»
«Δεν ξέρω...» είπε το λουλουμιλάκι και κοίταξε ψηλά, στ’ αστέρια. Καθόταν στα πόδια της και ένιωθε να μυρίζει τη θάλασσα και ανθισμένα λιβάδια μαζί. «Νιώθω ότι υπάρχει κάποιος λόγος που είμαι τόσο διαφορετικό».
Η νεραϊδονονά έγνεψε «ναι» με το κεφάλι της.
«Ποιος είναι, λοιπόν; Μη με κρατάς άλλο σε αγωνία!»
«Σωστά το μάντεψες. Υπάρχει ένα είδος αποστολής. Αλλά δεν μπορώ να σου πω περισσότερα», είπε με αινιγματικό ύφος.
«Μα γιατί;» μούτρωσε το λουλουμιλάκι.
«Γιατί τότε δεν θα είχε κανένα ενδιαφέρον. Όταν ξεκινάει μια ταινία, θες να ξέρεις το τέλος;»
Το λουλουμιλάκι δεν απάντησε.
«Θα σου συμβεί, να είσαι βέβαιος. Εγώ θα είμαι σαν μαμά σου. Θα σε καμαρώνω από ψηλά και από μακριά...»
Δεν πρόλαβε να της απαντήσει και εξαφανίστηκε και αυτή και η κούνια της. Το μόνο που απέμεινε ήταν  αστερόσκονη, που διαλύθηκε σε μερικά δευτερόλεπτα.

Ένα απόγευμα, μετά από  λίγες μέρες,  βοήθησε ένα χελιδόνι που είχε εγκλωβιστεί σε ένα μικρό δωμάτιο. Του ξεμπλόκαρε το παράθυρο και ένιωσε να φυτρώνουν μέσα του λουλούδια. Παρατήρησε πως το χέρι του είχε αρχίσει να ζεσταίνεται, να ζεσταίνεται πολύ και τότε συνέβη κάτι μοναδικό: στη μέση της παλάμης του σχηματίστηκε ένα μικρό κοχύλι. Κοχύλι; Θυμήθηκε το κουδούνισμα των κοχυλιών της νεραϊδονονάς και ένιωσε μια δροσερή φωτιά, που πότε σε τσουρουφλίζει και πότε σε δροσίζει.
Αυτό είναι, λοιπόν! Αφού ήταν πια σίγουρο για την αποστολή του, άρχισε να πετά πάνω από πόλεις και χωριά και να επισκέπτεται τους ανθρώπους. Πότε γινόταν αόρατο και τρύπωνε μέσα τους, πότε τους ψιθύριζε κάτι στο αυτί, πότε τους έδινε γρίφους να λύσουν... Πέρασε από πολιτείες μεγάλες και μικροσκοπικά χωριά με λιγοστούς  κατοίκους.
Οι άνθρωποι το έβλεπαν και αναρωτιούνταν, τι να είναι άραγε;
«Εγώ νομίζω ότι είναι γλυκό σαν νανούρισμα, φευγάτο σαν φτερό και δυνατό σαν βουνό», είπε ένα κορίτσι.
«Να ‘ναι αυτό που μας κάνει να σηκωνόμαστε κάθε φορά που πέφτουμε;» Αναρωτήθηκε ένας ραφτάκος.
«Ή μήπως είναι το γαργάλημα μέσα μας κάθε φορά που ακούμε ένα όμορφο τραγούδι; Ή όταν φιλιόμαστε;» Ρώτησε μια χορεύτρια.
Κι αν πάλι είναι η ανάγκη να πετάξουμε μέχρι το ουράνιο τόξο και να το κρύψουμε στη χούφτα μας;
Μην είναι όλα αυτά μαζί κι άλλα τόσα που δεν μπορεί να πει κανείς, μόνο τα νιώθει και τα αγαπάει;
Το λουλουμιλάκι συνέχιζε απτόητο. Τρύπωσε στο μυαλό ενός επιστήμονα, δίνοντάς του ιδέες για το φίλτρο της αιώνιας αισιοδοξίας.
Την άλλη φορά, πάλι, έφτιαξε μια ολόκληρη γέφυρα από ξύλα, για να μπορέσει μια δασκάλα να πάει στο σχολείο. Ήταν ένα πολύ βροχερό πρωινό και το ποτάμι ήταν τόσο ορμητικό, που διέλυσε την παλιά γέφυρα. Πριν προλάβει να απελπιστεί, τσουπ, να σου μια καινούρια γέφυρα.
Το απόγευμα εκείνης της μέρας τρύπωσε μέσα στα παπούτσια ενός τεμπέλη μπαμπά, του γαργάλησε τα πόδια και τον έπεισε να ξεκουνηθεί.
«Φτιάξε επιτέλους αυτό το δεντρόσπιτο!» του ψιθύρισε.   
Ένα βράδυ, κρυφάκουσε το όνειρο ενός άρρωστου παιδιού.
«Θέλω να δω χιλιάδες πυγολαμπίδες...»
Οι πυγολαμπίδες ήταν φίλες του, τις συναντούσε τα βράδια στα λιβάδια. Δεν ήταν δύσκολο να τις πείσει να κάνουν μια επίσκεψη στον κήπο του παιδιού.
Το παιδί ένιωσε σαν να μπήκε σε κινούμενο ζωγραφικό πίνακα. Ουάου...
Χιλιάδες λαμπυρίδες... Βγήκε έξω και κοιμήθηκε στον κήπο, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει τι είναι όνειρο και τι δεν είναι.
Καμία αποστολή δεν είχε αποτύχει, μέχρι που ήρθε η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Κάποτε, το λουλουμιλάκι συνάντησε  έναν συγγραφέα που είχε στερέψει από έμπνευση.  Μαζί με την έμπνευση, έχασε και το ενδιαφέρον για τη ζωή. 
Του έκανε, λοιπόν, απανωτές «ενέσεις» έμπνευσης. Του έστειλε  εικόνες με θάλασσες αφρισμένες, φεγγάρια που στραφτάλιζαν μέσα στα ποτάμια, κορίτσια θλιμμένα που περίμεναν κάποιον να τις ερωτευτεί, κορίτσια  που τραγουδούσαν... Πάλι τίποτα. Συναντούσε για πρώτη φορά αντίσταση. Κατέφυγε ψύχραιμα στο σχέδιο β: Του έδωσε ονειροδύναμη. Και φως, τόσο πολύ και τόσο δυνατό, που θα μπορούσε να φωταγωγήσει μια ολόκληρη πόλη. Κι όμως, το λουλουμιλάκι αποτύγχανε παταγωδώς. Μέχρι που έδωσε το φιλί της χαμένης έμπνευσης, προσπαθώντας να του φυσήξει μέσα του τη ζωή.
Το λουλουμιλάκι δεν τα κατάφερε αυτή τη φορά. Περίλυπο, στο δρόμο για  το σπίτι, συνάντησε τη  νεραϊδονονά. Πετούσε δίπλα του με ένα τεράστιο ιπτάμενο κοχύλι.
«Και γι’ αυτό σκας; Τι θα γινόταν αν όλα τα λουλουμιλάκια τα παρατούσαν τόσο εύκολα; Καλό μου... Πολύ σύντομα θα αναγκαστείς να βάλεις τα δυνατά σου. Ο κόσμος θα σε χρειαστεί...»
Ο κόσμος θα με χρειαστεί; Αναρωτιόταν. Λίγες μέρες μετά, μια καινούρια χρονιά μπήκε στραβά,  θεόστραβα, κουβαλώντας μαζί της ένα σωρό προβλήματα. Στην αρχή ήταν ένας πόλεμος σε κάποια μακρινή χώρα, που απειλούσε να έρθει όλο και πιο κοντά. Έπειτα, με κάποιο μυστήριο τρόπο, μια ασθένεια εμφανίστηκε από το πουθενά. Κανείς δεν είχε ακούσει ποτέ τίποτα γι’ αυτήν, και κανείς δεν ήξερε ούτε πόσο θα διαρκέσει, ούτε πώς μπορεί κανείς να την αντιμετωπίσει. Όλοι οι άνθρωποι ήταν πολύ, πολύ προβληματισμένοι και το μόνο που έλεγαν ήταν πως τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Μαζί μ' αυτήν την ασθένεια, λοιπόν, εμφανίστηκε και η ασθένεια του φόβου. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, οι ειδικοί και όσοι παρίσταναν τους ειδικούς, καταστροφολόγοι και μελλοντολόγοι προέβλεπαν την  καταστροφή του πλανήτη. Οι άνθρωποι τρόμαξαν κι άλλο. Και οι ανησυχίες τους δεν είχαν τέλος, ειδικά από τη στιγμή που σταμάτησε η βροχή.
Έτσι, χωρίς καμία προειδοποίηση, δεν έπεσε ούτε σταγόνα για μήνες, κι εκεί που οι άνθρωποι φοβήθηκαν πως δεν θα είχαν νερό να πιουν, ήρθαν οι πλημμύρες.
Ατέλειωτες, ορμητικές βροχές. Πώς να μη φοβηθούν όλοι ότι δεν θα μείνει τίποτα πια όρθιο; Φόβος για το ένα, φόβος για το άλλο, φόβος για όλα. Πού να βρει χώρο το λουλουμιλάκι για να τρυπώσει;
Οι άνθρωποι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους και ένας μυστηριώδης κύριος, ο κύριος Φι, είχε γίνει το πρόσωπο των ημερών. Έκτισε ένα μικρό σπιτάκι στην άκρη της πόλης, που όλο και μεγάλωνε, όλο και ψήλωνε, ώσπου έγινε τεράστιο.  Κάθε φορά που κέρδιζε νέο «αιχμάλωτο», μεγάλωνε η αυτοκρατορία του. Οι πλατείες και οι παιδικές χαρές είχαν ερημώσει. Οι άνθρωποι έχασαν την εμπιστοσύνη τους σε όλα και τότε ο κύριος Φι τους έκανε δικούς του. 
«Μα ποιος είναι αυτός που έφτιαξε αυτό το τερατούργημα;» ρωτούσαν όσοι δεν ήξεραν.
«Ο κύριος Φι...» απαντούσαν οι άνθρωποι και γούρλωναν τα μάτια, χωρίς να μπορούν να το πιστέψουν.
Το σπίτι του κυρίου Φι κόντευε να κρύψει και τον ήλιο, με τους ρυθμούς που ψήλωνε και απλωνόταν. Όσοι πλησίαζαν, έλεγαν πως το σπίτι ήταν βρωμερό, γκρίζο, με παράθυρα σαν φυλακή και πόρτες με μόνο είσοδο και ποτέ έξοδο.
Το λουλουμιλάκι πίστευε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Η δύναμή του τον εγκατέλειπε,  τα φτερά του μίκραιναν, τα πόδια του αδυνάτιζαν...
Βγήκε στον κήπο για να πάρει λίγο αέρα, όταν δέχτηκε επίσκεψη από ένα  ρακούν. Κρατούσε ένα γράμμα, με ζωγραφισμένα κοχύλια στο φάκελο.  

Καλό μου,
Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα. Έχεις μπροστά σου την πιο δύσκολη
αποστολή. Είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρεις. Μόνο εσύ μπορείς να μπεις στο
σπίτι του κυρίου Φι και να τον σταματήσεις. Αν δεν το κάνεις, τότε όλοι οι
άνθρωποι θα γίνουν δικοί του και ξέρεις πολύ καλά τι σημαίνει αυτό...

Το λουλουμιλάκι ένιωσε ένα μικρό ρίγος σε όλο του το σώμα. Το σπίτι του κυρίου Φι; Μόνο στη σκέψη... Παρόλα αυτά συνέχισε να διαβάζει το γράμμα.

Δεν θα είσαι μόνος σου σε όλο αυτό. Θα πρέπει πρώτα να πάρεις μαζί σου το
χρυσό πουλί. Είναι το πιο σπάνιο του κόσμου και ακολουθεί μόνο αυτόν που θα
αγαπήσει. Μόνο αφού το εξημερώσεις, θα μπορέσεις να επισκεφθείς τον κύριο
Φι. Θα το βρεις πέρα από τη μεγάλη σπηλιά, στην άκρη του τρύπιου βουνού.
Αύριο, πριν ακόμα χαράξει, θα βγεις στο μονοπάτι με τις κερασιές  και θα
ακολουθήσεις  τα βότσαλα της θάλασσας.  Πάρε μαζί σου νερό και φαγητό. Σε
περιμένει δρόμος πολύς και βοήθεια καμία.  Ο κόσμος σε χρειάζεται.   

Είσαι φτιαγμένο για τα δύσκολα. Καλή τύχη!

Το λουλουμιλάκι ανακάλυψε πως μέσα στο φάκελο είχε και κάτι ακόμα.  Πήρε στα χέρια του  ένα παράξενο αντικείμενο: ήταν μια χούφτα κοχύλια, δεμένα μεταξύ τους με σκοινάκι, πάνω σε ξυλάκια από κανέλα. Κούνησε  τα ξυλάκια και στα αυτιά του έφτασε μια εξαίσια μουσική.
Ένιωσε κάτι να φουσκώνει μέσα του, σαν το ψωμί που του έφτιαχνε η μαμά του.
Ο κύριος Φι σύντομα θα βρισκόταν μπροστά σε μια δυσάρεστη έκπληξη!
Το βράδυ, κοιμήθηκε από νωρίς, για να έχει δυνάμεις για τη μεγάλη περιπέτεια, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι γινόταν στο σπίτι του κυρίου Φι.
Ο κύριος Φι, λοιπόν, όπως κάθε βράδυ, είχε συνάντηση στο βρωμερό του σαλόνι με τους αυλικούς του, για να μάθει πόσοι καινούριοι άνθρωποι ήταν τα θύματά του, για την κατάσταση των παλιών θυμάτων του και για το πόσο μεγάλωνε το βασίλειό του. Δεκάδες προβιές από ύαινες και φτερά από νυχτερίδες κρεμόντουσαν από τους τοίχους και παντού έβλεπε κανείς σκόνη, μούχλα και ιστούς από αράχνες.

«Θρίαμβος, αγαπητοί μου! Σύντομα κανείς δεν θα μπορέσει να μου αντισταθεί!»
Ο θρόνος του ήταν φτιαγμένος από προβιές λύκων και θα ήταν χρήσιμο να τον περιγράψουμε, αλλά αυτό είναι αδύνατον, γιατί ποτέ κανείς δεν είχε δει το πρόσωπό του. Όλοι τον έτρεμαν, και χωρίς κανείς να τους δώσει εντολή, όταν ερχόταν η ώρα να τον αντικρίσουν, έκλειναν τα μάτια τους, στρέφοντας το κεφάλι.  Σιγά-σιγά η φήμη πως δεν μπορούσε κανείς να τον αντικρίσει είχε εξαπλωθεί μέχρι τα πέρατα της γης. Κι όσο πιο πολύ τον φοβόντουσαν οι άνθρωποι, τόσο πιο εύκολα τους έκανε δικούς του. Ήταν παντο-παντοδύναμος.
Τον πλησίασε τότε ένα μικρό αγόρι και χωρίς να τον κοιτάξει, είπε διστακτικά: «Κκκύριε, μια γριούλα μου έδωσε αυτό για σας...»
Ο κύριος Φι  άρπαξε το γράμμα από τα χέρια του παιδιού. Κοχύλια ήταν ζωγραφισμένα στον φάκελο.

Κύριε Φι,
επειδή καμία αυτοκρατορία δεν έχει χαθεί χωρίς προειδοποίηση, σας ανακοινώνω
ότι πολύ σύντομα θα ηττηθείτε από κάποιο μικροσκοπικό πλάσμα  που θα έχει
στον ώμο το χρυσό πουλί.   

Ο κύριος Φι παραλίγο να τρομάξει, αλλά τελικά έσκισε το χαρτί και το εκσφενδόνισε στον απέναντι τοίχο.
«Τι χαζομάρες είναι αυτές! Ποιος  μου κάνει τέτοιες πλάκες; Χρυσό πουλί και πράσινα άλογα, με φτερά... Πφφφφ... αηδίες!» είπε και σε δευτερόλεπτα εξαφάνισε όλο το κρασί και βυθίστηκε στον ύπνο.
Διέταξε βέβαια να τον ενημερώσουν σε περίπτωση που κάποιο χρυσό πουλί έκανε την εμφάνισή του.

Το επόμενο πρωί, το λουλουμιλάκι  ακολούθησε τα βότσαλα, πέρασε τη μεγάλη σπηλιά, ανέβηκε και κατέβηκε το τρύπιο βουνό, πέρασε λόφους, πεδιάδες και ποτάμια και τα θαλασσινά βότσαλα δεν είχαν τελειωμό.  Έφτασε απόγευμα σ’ έναν πορτοκαλεώνα, όταν αντίκρισε πιο φανταστικό θέαμα: το χρυσό πουλί, να απλώνει τις φτερούγες του στον ήλιο. Πώς έλαμπε...  Μόλις όμως έκανε κίνηση να το πλησιάσει, αυτό εξαφανίστηκε. Πρέπει πρώτα να το εξημερώσω, σκέφτηκε.  Πώς κάνεις ένα πουλί να σ’ αγαπήσει; Έβγαλε από την τσέπη του το όργανο από κοχύλια και άρχισε  να το κουνάει ρυθμικά. Το χρυσό πουλί σταμάτησε να πετάει και έμεινε να ακούει αυτή την παράξενη μελωδία.  Δεν είχε ακούσει ποτέ κάτι παρόμοιο.
Το λουλουμιλάκι άρχισε να τραγουδάει ένα νανούρισμα και το χρυσό πουλί αφέθηκε. Κατέβηκε από τα κλαδιά του δέντρου και πλησίασε για να ακούσει καλύτερα. Στο τέλος έφτασαν τόσο κοντά, που το λουλουμιλάκι θα μπορούσε να το αγγίξει.
Με πολύ αργές κινήσεις, το λουλουμιλάκι άνοιξε  τα χέρια και έβαλε στη μία του χούφτα νερό και στην άλλη ψίχουλα. Τότε, το χρυσό πουλί πρόσεξε κάτι: ένα μικρό κοχύλι στην παλάμη του! Κατάλαβε πως αυτό το πλάσμα ήρθε σταλμένο από τη νεραϊδονονά. Πλησίασε τις χούφτες του, μασούλησε λιγάκι, ξεδίψασε από το  νερό που απέμεινε και ανέβηκε στον ώμο του. Του ψιθύρισε την αποστολή τους και το χρυσό πουλί τού αποκρίθηκε στη λουλουμιλογλώσσα. Πήραν, λοιπόν, τον δρόμο του γυρισμού, ακολουθώντας το μονοπάτι με τα βότσαλα.

Αφού πρώτα ξεκοκάλισε τρεις μπριζόλες και δυο λίτρα κρασί, ο κύριος Φι ήταν έτοιμος  για ύπνο, όταν άκουσε ένα μικρό, διστακτικό χτύπημα στην πόρτα. 
«Κύριε!» Είπε ο αρχιυπηρέτης χωρίς φυσικά να τον αντικρύσει.
«Κάποιο παράξενο πλάσμα ζήτησε να σας δει. Κι έχει στον ώμο του... Ένα χρυσό πουλί...»
Ο κύριος Φι για πρώτη φορά κατάλαβε πώς νιώθουν όλοι οι αιχμάλωτοί του.
«Κλείστε γρήγορα όλες τις πόρτες!» διέταξε, αλλά όλοι ξέρουν πως οι κλειστές πόρτες  δεν πρόκειται να εμποδίσουν ένα λουλουμιλάκι, ειδικά αν έχει σύμμαχο το χρυσό πουλί.
Τα δυο τους βρήκαν όλες τις πόρτες και τα παράθυρα κλειδαμπαρωμένα, αλλά μπόρεσαν να τρυπώσουν από την καμινάδα, που τους οδήγησε κατευθείαν στο σαλόνι του περιβόητου κυρίου Φι.  
Για πρώτη φορά, το λουλουμιλάκι τον είδε και μπόρεσε να μου τον περιγράψει.
Δεν ήταν μόνος του. Τον πλαισίωναν τα σκυλιά του Σκότους και του Ερέβους, με γρυλίσματα και γιγάντια, απειλητικά δόντια.
Ήταν μαυριδερός, γεμάτος τρίχες στο πρόσωπο και το σώμα του ήταν ο τέλειος συνδυασμός ανθρώπου και πιθήκου. Στη θέση των ματιών είχε δύο τεράστιες σφηκοφωλιές, με σφήκες να μπαινοβγαίνουν ανενόχλητες.
Το στόμα του ήταν το πιο παράξενο απ’ όλα. Δεν είχε χείλη, μόνο μια απύθμενη μαύρη τρύπα, σαν τις θαλασσινές ρουφήχτρες. Θύμισε στο λουλουμιλάκι τους πιο φοβερούς εφιάλτες, παρόλα αυτά τον κοίταξε σταθερά στα μάτια, όπως ακριβώς του είχε πει το χρυσό πουλί στη λουλουμιλογλώσσα. Και ω, τι περίεργο!
Αυτός άρχισε να λιώνει, σαν παγωτό σε καύσωνα. Έλιωνε ασταμάτητα, οι σφήκες άρχισαν να λιώνουν, η ρουφήχτρα να χάνει τη δύναμή της, τα χέρια του λύγισαν, γλίστρησαν στο πάτωμα και ενώθηκαν με ένα μαυριδερό ποτάμι, ό,τι είχε δηλαδή απομείνει από τον κύριο Φι. Το λουλουμιλάκι δεν έκανε απολύτως τίποτα, απλά στεκόταν ακίνητο με το χρυσό πουλί στον ώμο και τον κοίταζε ασταμάτητα. Κι όμως, όλο αυτό ήταν αρκετό για να τον νικήσει κι αυτόν και την αυτοκρατορία του. Δεν έλιωσε μόνο αυτός, αλλά και όλη η έκταση του τεράστιου παλατιού του. Τα σιδερένια παράθυρα-φυλακές, οι γιγάντιες πόρτες, όλα έλιωσαν. Έγιναν ένα τεράστιο ποτάμι, που κυλούσε αργά, διέσχισε την πεδιάδα και ενώθηκε με την απέραντη θάλασσα.
Οι άνθρωποι που ήταν αιχμάλωτοι του κυρίου Φι έμειναν να κοιτάζουν τη φυλακή τους, που διαλύθηκε, τις πόρτες που χάθηκαν, όλο αυτό το ποτάμι που χανόταν, σαν να μην υπήρξε ποτέ.     
Στην αρχή ήταν μουδιασμένοι, σαν να μην το πίστευαν, έμοιαζαν με ζώα που ξυπνούν από τη χειμερία νάρκη. Όταν πια κατάλαβαν πως ο κύριος Φι έχει ξεκουμπιστεί από τις ζωές τους, έστησαν ένα τέτοιο πανηγύρι, που κανείς δεν είχε δει ή φανταστεί ποτέ του. Όλα έμοιαζαν μακρινά: ο πόλεμος, η μυστηριώδης αρρώστια που μυστηριωδώς εξαφανίστηκε, οι καταστροφές... Όλοι μαζεύτηκαν στην κεντρική πλατεία και έστησαν γλέντια με  κρασί, με φαγητά, με γλυκά, με χορούς κυκλωτικούς... Το λουλουμιλάκι κάλεσε και τις πυγολαμπίδες, που φώτισαν αυτή την ονειρεμένη νύχτα. Όλα ήταν πια γιορτή.


Ευαγγελία Χαραλάμπους-Παυτίνου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας