1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Ο μπαμπάς μου ο πατριώτης

Θοδωρή Δημητρακόπουλου

Τον μπαμπά μου αγαπώ, κι ας τον βρίζει όλος ο κόσμος,
στο σχολείο δεν μου μιλάν και οι δάσκαλοι τυπικά
και απ’ όπου κι αν περνώ, ψιθυρίζουν ψου ψου ψου
ίσως φταίνε τα μαλλιά μου που τα παίρνω σύρριζα,
ίσως το άγριο μου βλέμμα, γιατί δεν φοβάμαι κανένα
ίσως που πια στο σχολείο είναι πιο λίγοι οι λευκοί,
στων Θρησκευτικών την ώρα μες στην τάξη είμαστε 3.

Όχι πως είναι τεμπέλης, απ’ τους πρώτους μαραγκός,
μαγαζί 60 ετών, πάντα επί της Αχαρνών,
μα όπως λέει, η ζωή δεν είναι μόνο δουλειά,
πρέπει να ‘χεις και ιδέες, πρέπει να ‘σαι σοβαρός,
κι έχεις τη μαμά απ’ την άλλη κάθε λίγο να γκρινιάζει,
το κεφάλι του θα φάει και μαζί του θα μας πάρει…

Όμως πιο πολύ μ’ αρέσει με τους φίλους του μπαμπά,
ειν’ ο κος Κοσμάς και ο κος Δαμιανός, αδέρφια δίδυμα και φίλοι καρδιακοί,
έρχεται κι ο κος Γιώργος που έχει διαβάσει πολύ
και μιλάνε με τις ώρες και μαλώνουν και γελάν
κι εγώ κάθομαι κι ακούω, ας μην πιάνω και πολλά,
μα όσο ο καιρός περνά, όλο και κάτι μου μένει….

Στο σχολείο έγινε μπινιά, βγάλανε σημαιοφόρο
τον Αχμέτ το Σομαλό, πάω το λέω στον μπαμπά,
φτιάξανε επιτροπή, πήγαν στο διευθυντή,
είπε τους κατανοεί, πως μαζί τους είναι κι αυτός,
μα τα χέρια του δεμένα, είναι ο νόμος αυστηρός.
Μα ο μπαμπάς μου πεισματάρης, εύκολα δεν τα παρατά,
στήνει έξω απ’ το σχολείο 5-6 άστεγους,
κι όταν βλέπουν τον Αχμέτ στα βρισίδια τον αρχίζουν,
και στο σχόλασμα τον παίρνουν καμιά 10αριά από πίσω,
ως το σπίτι του τον πάνε, μπουκαλάκια του πετάνε,
βρίσανε και τη μαμά του, βρίσανε και τη γιαγιά του
μα κι αυτές τους προκαλέσαν, είναι και οι 2 χοντρές.

Πήγανε κι από τις πρόβες και αρχίσαν τις φωνές
πώς φοβήθηκε ο Αχμέτ, όλο του έπεφτε η σημαία,
πονηρός ο διευθυντής στη διαπασών μουσική,
μαγαρίζει τα εμβατήρια, μα εμείς πιο πονηροί,
πήγαμε με μια ντουντούκα και ηχείο πιο δυνατό,
άντε να γινόταν πρόβα, μα συνέχιζαν αυτοί,
εντολή του διευθυντή, απ’ το παράθυρο κοιτούσε,
τότε απ’ το πουθενά έφυγε ένα αβγό,
και τον βρήκε τον Αχμέτ κατευθείαν στο σταυρό,
κι ο πατέρας του που είχε μαγαζί με φαγητά
-απ’ αυτές τις αηδίες που αρέσουν σε αυτούς-
2 φορές τη τζαμαρία βρήκε καλοκαιρινή,
πήγε κι είπε ο Αχμέτ πως δεν θέλει την τιμή
σημαιοφόρος η Βιβή, Ελληνίδα γκαραντί
κι ούτε τόλμησε να πάει στην παρέλαση ο Αχμέτ.

Μάθαμε για μια κοπέλα που τα είχε μ’ Ιρανό
«ειν’ η κόρη του Μπαστιά» «που ‘χει τα αλλαντικά»
«και το ξέρει και αυτός» «τον έχει υπάλληλο»
ποιος ειν’ πιο σιχαμερός, ο Μπαστιάς ή ο Ιρανός;
Φτιάξανε μια ομάδα και με πήρανε μαζί,
έφτασε το ζευγαράκι όλο χάδια και φιλιά
«κοίτα κοίτα την προδότρα… κι είναι και ωραίο μωρό»
«κι αυτός άσχημος δεν είναι» «τι;» «εννοώ για Ιρανός»
και πριν μπει μέσα στο σπίτι, του ‘στειλε κλεφτό φιλί,
μα ξινό του βγήκε όλο, τον περιλάβαμε εμείς
για τα μαλλιά καμάρωνε τα κατσαρά, τα μαύρα
σαν το τραγί τον κάναμε, θ’ αργήσουν να μακρύνουν,
και τη μυτούλα τη λεπτή στραβώσαμε για τα καλά,
μ’ αφήσανε κι εμένα και του ‘ριξα μια κλωτσιά,
όμως δεν ήταν δυνατή και δεν τον βρήκα και καλά
και στου Μπαστιά το μαγαζί κανένας πλέον δεν πατά,
τον έδιωξε τον Ιρανό και τώρα έχει έναν Ινδό
καλό παιδί και γελαστό, αλλά το πιο σημαντικό
ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΞΕΡΕΙ

Πλησιάζουν εκλογές που ‘ναι υπόθεση σοβαρή,
ο μπαμπάς λέει, όλοι ίδιοι, δεξιοί, αριστεροί,
πως τη χώρα έχουν πουλήσει στους Εβραίους με τα λεφτά
μόνο ένα κόμμα αξίζει, η ΓΑΛΑΖΙΑ ΦΑΛΑΓΓΑ,
ένα άγαλμα έχει σήμα, από ‘κεινα στα μουσεία,
ήρθε και ο αρχηγός, δικηγόρος, σοβαρός,
τ’ όνομά του ήταν Γιάννης, μα το έκανε Περικλής,
μίλησε για την Ελλάδα, για την ιστορία της,
πριν εκατομμύρια χρόνια ήταν οι Έλληνες θεοί,
κατεβήκανε στη γη και την κάνανε δική τους,
φτάσανε ως την Αμερική και τη Βόρεια και τη Νότια,
όλα εκείνα τα μνημεία από εμάς έχουν χτιστεί
πήγαμε στην Ιαπωνία, τους διδάξαμε ελληνικά,
αν προσεκτικά ακούσεις, μοιάζουν τα γιαπωνέζικα,
τι ωραία που μιλούσε, όχι σαν καθηγητής,
τι κρίμα να μην ψηφίζω, θα το έριχνα δαγκωτό,
μα ο κόσμος δεν σκαμπάζει, φτάσανε οι εκλογές,
παρά 10 χίλιες ψήφους πήρε μόνο ο αρχηγός,
σαν να έχασε ο Θρύλος, τέτοια λύπη ένιωσα.
Ένα απόγευμα είχα πάει, να φυλάω το μαγαζί,
ήρθανε 2 Αλβανοί και ζητούσαν τον μπαμπά
ήξερα, είχαν την ταβέρνα Αχαρνών και Κοραή
στην αρχή πήγαν γκαρσόνια, μα την πήραν τελικά
απ’ τον κύριο Στελάκη που την είχε μια ζωή,
άλλαξαν και την ταμπέλα, ΤΑ ΝΑΞΑΚΙΑ ήταν παλιά
και την είπαν ΕΛΜΠΑΣΑΝ, Έλληνας πια δεν πατά
«δεν δουλεύουμε για Αλβανούς» τους απάντησα κοφτά
αυτοί με στραβοκοιτάξαν, αλλά κότες, λάκισαν
κι όταν γύρισε ο μπαμπάς, τα ‘πα όλα με μια χαρά
μα εκείνος σκοτεινιάζει και μου ρίχνει καρπαζιά
τους τηλεφωνεί «λυπάμαι… δεν κατάλαβε ο μικρός…»
και συγνώμη τους ζητάει και με παίρνει σηκωτό
στην ταβέρνα με πηγαίνει και συγνώμη τους ζητώ
όχι πως το εννοούσα, είπα ένα τυπικό,
μα χειρότερο απ’ όλα μας κρατήσαν για φαΐ,
κάθισε, ήπιε ο μπαμπάς λες και ήταν κολλητοί,
φέρανε κάτι πατάτες και μια χωριάτικη,
μου ‘φεραν και κόκα κόλα, τίποτα δεν άγγιξα,
κι επιστρέφοντας στο σπίτι που ‘τανε πιο χαλαρός
-ήπιε και μια νταμιτζάνα απ’ το αλβανικό κρασί-
άρχισε τις δικαιολογίες «εδώ ειν’ όλοι Aλβανοί»
θα τους φτιάχναμε τις πόρτες «2 σπίτια + μαγαζί»
κι επειδή η παραγγελία ήτανε σημαντική,
έβαλα κι εγώ ένα χέρι με τις αλβανόπορτες,
κι όλο να περνάν, να ελέγχουν και με στιλ αφεντικού,
κάνανε και υποδείξεις «αυτή φαίνεται στραβή»
μάθανε και από πόρτες… αυτοί ζούσαν σε γιαπιά,
και ο άλλος όλο γέλια και καφέδες τους κερνά,
εγώ ούτε καλημέρα, στη δουλειά μου τυπικά,
μα όταν δεν με προσέχουν, όλο και κάνω ζημιές
που δεν θα φανούν αμέσως, σ’ ένα χρόνο μπορεί σε δυo,
θα περνάει με το δίσκο, παφ θα πέσει το δοκάρι,
το κεφάλι θα τ’ ανοίξει, θα σκορπίσουν τα φαγιά
θα μας κάνουν αγωγές, θα ζητήσουνε λεφτά,
κακό όνομα θα βγάλουμε και θα πέσει η δουλειά,
μα χαλάλι ολ’ αυτά για μια τέτοια χαρά.


Θοδωρής Δημητρακόπουλος
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας