Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ασμοδαίος * Ετοιμόρροποι: Αναζητώντας τα μυστικά της σύντηξης * Ο κύριος Σάλβο και η πριγκίπισσα που ταξίδεψε στο φως * Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Άγιος Νεόπλουτος

Διάλογος με τον Πεσσόα
Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας

Γιάννη Σμίχελη


Ναι, στον τόπο των νεόπλουτων γνώρισα το τι εστί έρωτας και θάνατος κυριολεκτικά, γιατί η Ανδρομάχη μ' έμπλεξε σε μια ιστορία με τον πιο θανατηφόρα χαριτωμένο, εκστασιακό και πανηγυρτζίδικο τρόπο που μόνο στα σητειακά γνωρίζουν, σ' αντίθεση με τα δυτικά του δωρικού ύφους όπου το βαρύ κι ασήκωτο, αν είναι μόνο αυστηρό, γίνεται και κουλτουριάρικο. Ήταν σαν να συνάντησα τον θηλυκό εαυτό μου εκεινής της εποχής, τον χαμένο και πυροβολημένο, σαλταρισμένος μια φορά μα εκείνη ήταν ήδη δυο. Κι αφού ακόμα τα φράγκα έρρεαν και η κρίση δεν είχε τσικνίσει για να μυρίσει, όλα ήταν μια χαρά, εφόσον το μυαλό επουδενί με επιχειρηματική δράση, λελογισμένο τρόπο ζωής, ρυθμισμένη ιδιοτελή συμπεριφορά να συντονιστεί. Πράγματι, η Ανδρομάχη όταν εμφανίστηκε, λες και γύρισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Μούρλα με κουζουλάδα και τρέλα στα όρια της σχιζοφρένειας και να φανταστείτε πως εγώ φαινόμουν ως ο λογικός. Τρία πουλάκια κάθονταν, το τέταρτο τα σούβλιζε κι αυτά εφιδοπίνανε. Ναι, πίναμε πολύ. Μαύρα, ρακές, κρασιά και ούζα, με πολλά σεκλέτια σε ύφος σκέρτσου. Τέτοια κωμωδία μόνο ως σάτιρα των ανυποψίαστων με το τσιγάρο στο στόμα, τα χάχανα να βήχουν από την καπνιά και ο χάροντας χαζοβιόλικα να μας κάνει χαΐρι και με απόχη έτοιμος να μας αρπάξει από τους γκρεμούς. Εργαζόταν στα ΕΛΤΑ, μόλις είχαν ιδιωτικοποιηθεί κάποια τμήματά τους και εκείνη ήταν υπεύθυνη για τη διαφήμιση των επιχειρήσεων μέσω έντυπου υλικού το οποίο ο μηχανισμός του ταχυδρομείου θα μοίραζε παράλληλα με την αλληλογραφία. Έτσι, ανέλαβε και την προβολή της ανακαινισμένης επιχείρησής μου. Ειδικά εκείνη την χρονιά το μαγαζί είχε σαρώσει γιατί αν και με νέα εμφάνιση δεν είχα αυξήσει τις τιμές και είχαμε βελτίωση στην ποικιλία και ποιότητα των φαγητών. Δεν χρειάστηκε πολλά να κάνω, τα ζοριλίκια ήταν στα οικογενειακά και είχα βγάλει άκρη αλλά βρυχηθμό Βεζούβιου, η αυταπάτη της ευκολίας μιας ανακαίνισης σε καθιερωμένη επιχείρηση ήταν καλά στημένη. Δύο χρόνια μετά φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της παραπλάνησης, στα τέλη του οκτώ και μετά από αλλά δυο, όταν ήρθε το μνημόνιο, χτύπησαν πένθιμα οι καμπάνες για πρώτη φορά. Μετά από την τρίτη διετία χτύπησε το δικό μου ξυπνητήρι και μ' έστειλε το ανακοινωθέν της ενδοφωνής μου στην Γερμανία. Ας επιστρέψουμε στα καρδιοχτύπια. Πολύ χαριτωμένο πλάσμα, γλυκούλα σαν θυμαρίσιο μέλι και στρουμπουλή σαν τα κολοκυθάκια τα υπαίθρια, με κάτι ριχτά ανάερα φορεματάκια, περνούσε και στο διάβα της πεάνιζε ο αέρας. Εδώ μια βασική υποσημείωση, ως κλειδί ερμηνείας και κατανόησης της αλλόκοτης περίπτυξής μας. Και οι δύο είχαμε γονείς νησιώτες με καταγωγή κρητικοζακυνθινή. Εννοώ πως συναντήθηκε το Τσάντε με την Σητεία στας πρωτευούσης. Οπότε ό,τι και να γινόταν δεν θα υφίστατο παρεξήγηση, σαν να είχαμε ήδη έναν μυστικό κώδικα επικοινωνίας τα ιερογλυφικά εδάφια του οποίου ήταν γειωμένα με τα εδάφη της παλαβομάρας. Ήμασταν πραγματικά δύο ερωτοτροπούμενα αδελφάκια του διονυσιακού παραληρήματος. Και οι δύο μόλις είχαμε χωρίσει, μόνο που πίσω από την δική μου προηγούμενη ερωτική ιστορία είχε αποφευχθεί το τραγικό γεγονός ενός θανάτου, καθώς η πρώην καλή μου –αν και μεθυσμένη– σε διακοπή ενός καυγά μας, πήρε το όχημά της ν' αγοράσει τσιγάρα και την μετέφερε ασθενοφόρο με φορείο –καπνίζοντας ευτυχώς όχι το στερνό της τσιγάρο– γιατί σ' ευθύ δρόμο είδε στροφή και βρέθηκε στα χωράφια δίχως το σκαπτικό, σαραβαλιάζοντας το τουτού της, σπάζοντας κάμποσα πλευρά και σωζόμενη από έναν μπάτσο που ερωτεύτηκε λίγο αργότερα ανεπιτυχώς, λόγω αλκοολισμού αμφότεροι. Αντίθετα, η Ανδρομάχη κουβαλούσε έναν χαμό άδικο και σπαρακτικό. Πήγαμε στο νεκροταφείο, τοποθετημένο σε μια πλαγιά με θέα τη θάλασσα, καθίσαμε στον τάφο του και μου τα διηγήθηκε όλα. Το παλικάρι ήταν καλά γνωστό μου επειδή όλη η οικογένειά του δειπνούσε συχνά στο μαγαζί μας τα μεσημέρια από τα πρώτα χρόνια της έναρξης της επιχείρησης. Όχι, δεν ήταν ο γκόμενός της, ήταν κοινός στενός φίλος του πρώην συντρόφου της και εκείνης. Οι δύο άντρες πήγαν για ψαροντούφεκο και έχασε τις αισθήσεις του ο κολλητός και ο δικός της δεν μπόρεσε να τον σώσει. Δεν μπορούσε να κατέλθει για να τον ανεβάσει στην επιφάνεια. Έκτοτε κατηγορούσε τον εαυτό του για την αδυναμία του, τη δειλία του, έπινε που έπινε, το έριξε ακόμα περισσότερο στο ρακοπήγαδο, το ζευγάρι πήγαινε από το κακό στο χειρότερο, χώρισαν, μα η σκοτεινιά βάραινε την Ανδρομάχη, από εκείνες τις αχαλίνωτες, τις δικαιολογημένα αδικαιολόγητες. Δεν ξέρω μέχρι που μου είπε αλήθεια και τι μου απέκρυψε, δικαίωμά της, αυτό όμως που έζησα εκείνο το ίδιο βράδυ ήταν κυριολεκτικά στην κόψη του ξυραφιού.

Απόκριες κι έγινε ένα τρικούβερτο γλέντι, πάρτι με πολύ πιόμα, τέρμα τα γκάζια μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ήπιε τον άμπακο, την ακολούθησα ως ένα σημείο, αλλά μετά έλαβα εντελώς ενστικτωδώς υπόψιν πως κάποιος πρέπει να μείνει νηφάλιος για να οδηγήσει το κάρο, μόνο που αυτό άνηκε στην κυρία μετά των αλκοολικών πιρουετών και είχε ήδη γίνει «πύραυλος». Τιναζόταν σαν ελατήριο επί τέσσερις ώρες, από τις έντεκα το βράδυ μέχρι τις τρεις το πρωί, κι επειδή δεν την ακολουθούσα στον ξέφρενο ρυθμό χοροπηδηχτού πιόματος, μου τα έχωνε ουρλιάζοντας «τόσους άντρες έχω κι ούτε ένας δεν αξίζει», σκνίπα της σκνίπας. Για καλή μου τύχη μόλις είχα γυρίσει από την Αθήνα από μια άλλη ερωτική κατάσταση αρκετά περίπλοκη αλλά απίστευτα καρποφόρα, οπότε μπορούσα να κρατάω την απόσταση και την ψυχραιμία μου. Έλα ντε, όμως, που στο τέλος μείναμε τα δυο μας και η τσούπρα επουδενί να δώσει κλειδιά για να οδηγήσω. «Είμαι καλά, ήπια καφέ, με χτύπησε ο κρύος αέρας, το αυτοκίνητο είναι δικό μου, θα έρθεις ή θα γυρίσεις με τα πόδια;» «Ανδρομάχη άσε με να οδηγήσω!» «Αποκλείεται!» και τα μάτια της να σπινθίζουν αλκοολικές φλόγες σαν αυτήν στις βεντούζες. Ναι, ήταν όπως ένα κουρελιασμένο πανί πνιγμένο στο οινόπνευμα και έβγαζε μια φλόγα όλο σαλεμένο μυαλό. Δεν μπορούσα να την αφήσω, ήμουν βέβαιος πως θα στούκαρε. Και μιλάμε για γκρεμούς δεκάδων μέτρων. Είχα, λοιπόν, πριν ένα χρόνο το αυτοκινητιστικό ατύχημα της προηγούμενης συντρόφου μου, που δεν το απέτρεψα και φανήκαμε και οι δυο απίστευτα τυχεροί και τώρα ένα κυριολεκτικό deja vu· δεν γινόταν να την αφήσω να φύγει μόνη της. Ήταν τελειωμένη. Κάθισα στη θέση του συνοδηγού, «μέχρι τριάντα» της τόνισα, κατέβασε χειρόφρενο βάζει όπισθεν, φεύγει σφαίρα το αυτοκίνητο προς τα πίσω. «Ανδρομάχη, σου είπα τριάντα», κάνει εκατό μέτρα, φτάνει σαράντα, σηκώνω και κατεβάζω απότομα το χειρόφρενο, ταράζεται, με κοιτάει απορημένη, δεν λέει κουβέντα, ξεκινάει και φτάνει στα τριάντα, μόνο που το τιμόνι της έφευγε πάντα προς τα δεξιά εκεί που βρισκόταν το έρεβος, της διορθώνω το τιμόνι, δεν λέει κουβέντα, αυξάνει ταχύτητα, σαράντα, χειρόφρενο εγώ... «Στα τριάντα!», φωνάζω. Κάναμε τέσσερα πέντε χιλιόμετρα με τη δευτέρα κατά αυτό τον τρόπο. Όταν φτάσαμε στο χωριό βγάζω μια φωνή ώστε μας άκουσαν όλοι και την επομένη, όταν ξύπνησε, μου κράταγε μούτρα ακριβώς γιατί θυμόταν μόνο την σκηνή με τα ουρλιαχτά μου που είχαν προκαλέσει αρνητική εντύπωση στους συχωριανούς της. Ο καθωσπρεπισμός του σούργελου την μάρανε. Μάλιστα ένας από αυτούς, που έμενε στην είσοδο του οικισμού, με κοίταζε το πρωινό εκείνο έντονα δυσαρεστημένα αλλά δεν του έδωσα σημασία. Οπότε, όταν καθίσαμε σ' ένα παραλιακό κατάστημα ενός ορμίσκου, πασίγνωστου και πανέμορφου, ήταν ένας από τους παλιούς φίλους της που, όταν άκουσε πως οδήγησε εκείνη, έμεινε. Την κοίταξε με γουρλωμένα τα μάτια, «δεν θυμάται τίποτα» συμπλήρωσα στην άφωνη έντρομη γκριμάτσα του και εκείνη με τα μάτια σκοτεινά κι απλανή επιβεβαίωνε πως δεν θυμόταν ότι οδήγησε. Μετά από δυο εβδομάδες κάναμε έρωτα σαν τα κουνέλια, έχυνε ασταμάτητα, βόγκηζε, είχα μετρήσει δέκα οργασμούς της, όταν γυρνάει και μου λέει χύνω και με πεσμένο πούτσο. Κυριολεκτικά χοροπήδαγε πάνω στο όργανο μου, το επόμενο πρωινό διαπίστωσε πως από την υψηλή σεξουαλικη ένταση είχε τραυματιστεί εντός του κόλπου και δεν μπορούσα να εισέλθω μέσα της. Μετά από λίγο άλλαξε εντελώς διάθεση, σαν να είχαν γυρίσει τα μάτια της, «σήκω και φύγε» μου πετάει, απίστευτα κυκλοθυμική, καταλάβαινα τη δόση της στον εγκέφαλό της, δεν υπήρχε περιθώριο συζήτησης. Εν τέλει βρεθήκαμε ακόμα δυο τρεις φορές. Μα ποτέ δεν ήταν όπως εκείνο το βράδυ της κουνελιάστρας.

Πράγματι, ό,τι άξιζε από τη ζωή μου στην πόλη των νεόπλουτων ήταν τα ερωτικά σαλέματα, γιατί δεν ήταν σεξουαλικά στεγνά, νέτα, σκέτα όργια, αλλά σεξουλιάρικα ερωτοκτυπήματα, μεγάλης ή μικρής διάρκειας, δεν έχει σημασία, μα με κορύφωση τέτοια που σχίζει το ουράνιο ταβάνι καθώς τα κορμιά δεμένα σε κόμπο σαρκοποσίας αγναντεύουν τον έναστρο ουρανό για να τον διασχίσουν μέχρι την μεγάλη έκρηξη και να διαβούν την μαύρη τρύπα που την προκάλεσαν για να βρεθούν στο παράλληλο σύμπαν του σύμπαντος των απελπισμένων ερωτικών ηδονών. Αυτή η κοινωνία που γεννήθηκα, μου προκαλεί αποστροφή. Τους απείθαρχους ανθρώπους στο παρελθόν τους φυλάκιζαν, βασάνιζαν, σκότωναν γιατί δεν μπορούσαν να επιβληθούν στο μυαλό και την ψυχή τους έτσι ώστε μόνο με την σωματική βία, την ωμή, την άμεση, του στυγνά βάναυσου να μπορούν ως μέσο επιβολής ν' ασκήσουν. Σήμερα είναι αλλιώς, υποτίθεται πως το σώμα είναι ελεύθερο, γεμάτο δικαιώματα, εξού και άθικτο, όσο για την ψυχή και τα συναισθήματα η επιστήμη να είναι καλά. Όλα ρυθμίζονται, είτε μέσω του βομβαρδισμού μηνυμάτων επιτυχημένων τρόπων ζωής χάρη στα μίντια είτε λόγω της προσαρμογής στο επαγγελματικό πλαίσιο, στην ψυχρή λογική της εμπορευματοποίησης ικανοτήτων, δεξιοτήτων για την περίφημη σταδιοδρομία της επιβίωσης κι εφόσον δεν λειτουργούν αυτά τότε η ψυχιατρική επεμβαίνει, οργανώνει, ρυθμίζει και ξεπαστρεύει τις αποκλίσεις και τα σφάλματα. Όλα περιχαρακωμένα, ραμμένα και κομμένα στις απαιτήσεις της προσφοράς και της ζήτησης σε όλο και πιο διευρυμένο πεδίο αγοραίας δράσης. Διαπραγματευόμαστε διαρκώς όλο και περισσότερο τα ανταλλάγματα σε μια ακατάπαυστα όλο και πιο διευρυμένη γκάμα υπηρεσιών συναισθηματικού, επικοινωνιακού, σεξουαλικού, υποστηρικτικού, παρηγορητικού, συντροφικού περιεχομένου. Η σκοπιμότητα επικρατεί ακόμα και στην αυθόρμητη έκφραση. Πουθενά δεν εμφανίζεται η ανθρώπινη φύση αυτοτελή, αυθεντική και διαχυτική. Αυτά τα τρία συναντώνται μόνο στα ιδρύματα, τους οργανισμούς φροντίδας, στους ατελής ή ανεπαρκείς ή ανάπηρους ανθρώπους. Οι φυσιολογικοί είναι επιμελώς ιδιοτελώς αποσπασματικοί, οριοθετημένοι με εσωτερικούς ειρμούς τις διαδικασίες πώλησης των τμημάτων τους.


Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα του Θανάση Μυλωνά.
Το πεζογράφημα αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου του Γιάννη Σμίχελη Άγιος Νεόπλουτος: Διάλογος με τον Πεσσόα - Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας, που δημοσιεύτηκε σε 42 μέρη στο koukidaki.gr από τις 25 Απριλίου 2025 και κάθε Παρασκευή. Ξεκινήστε την ανάγνωση από εδώ