Το θέατρο Sureal παρουσίασε το Γάμα του Νίκου Ρουμπάκη, μια μαύρη κωμωδία για όλα όσα μπορούν να πάνε στραβά – και τελικά θα πάνε. Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται μια γυναίκα που δεν ζητά πολλά: λίγα μακαρόνια με κόκκινη σάλτσα, έναν ήσυχο ύπνο και να μη συμβαίνουν όλα ταυτόχρονα. Το σύμπαν, ωστόσο, έχει άλλα σχέδια.
Το έργο ξεδιπλώνεται μέσα από έναν αιχμηρό μονόλογο. Μια τραπεζική υπάλληλος, ικανή να ξεχωρίζει τα κέρματα από τη μυρωδιά, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για multitasking καταστροφών. Από την «τέλεια» πτώση από το μπαλκόνι, σχεδιασμένη με μαθηματική ακρίβεια, μέχρι τη φιγούρα μιας «βαμπίρ» μητέρας, που χαμογελά μόνο στις κηδείες, το Γ. λειτουργεί σαν ένας ιδιότυπος οδηγός επιβίωσης για όσους νιώθουν ότι έχουν γεννηθεί κατευθείαν σαράντα χρονών, με ρυτίδες, υποχρεώσεις και χρέη. Μια παράσταση για το σεξ, τα τσιγάρα, τις σφραγίδες και την αφόρητη ελαφρότητα του να τα χάνεις όλα – και παρ' όλα αυτά να επιβιώνεις για να το κοροϊδέψεις.
Η πρώτη εικόνα της σκηνής είναι λιτή και συγκεκριμένη. Ένας κόκκινος καναπές στο κέντρο, ένα μικρό τραπεζάκι, τίποτα περιττό. Μία ηθοποιός μπαίνει κρατώντας έναν βασιλικό στα χέρια της – ένα αντικείμενο που δεν λειτουργεί διακοσμητικά, αλλά σαν σήμα. Από την αρχή γίνεται σαφές ότι στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Κωνσταντινίδη τίποτα δεν βρίσκεται στη σκηνή τυχαία. Κάθε στοιχείο έχει λόγο ύπαρξης, βάρος και θέση. Η οικονομία των μέσων δεν αφαιρεί, αλλά συμπυκνώνει το νόημα.
Το Γ. στηρίζεται σε έναν μονόλογο, με μία βασική ηθοποιό, την Βάσω Σαπουντζόγλου, να κρατά σχεδόν εξ ολοκλήρου τον λόγο και την ένταση της παράστασης. Η δεύτερη παρουσία επί σκηνής, η Κατερίνα Χατζηκωνσταντίνου, λειτουργεί ως φιγούρα: εμφανίζεται σε συγκεκριμένες στιγμές για να πάρει μορφή κάποια από τις ιστορίες που αφηγείται η ηρωίδα. Δεν αποσπά την προσοχή, αλλά δίνει εικόνα και σώμα σε όσα ακούγονται.
Παρότι οι μονόλογοι συχνά με φοβίζουν – εύκολα μπορεί να κάνουν «κοιλιά» και να κουράσουν – εδώ συνέβη το αντίθετο. Η Βάσω Σαπουντζόγλου καταφέρνει να σε συνεπάρει από την αρχή μέχρι το τέλος. Ίσως να παίζει ρόλο και το γεγονός ότι, ως γυναίκα, αναγνωρίζω πολλά από όσα ακούγονται.
Το έργο έχει μια ξεκάθαρα φεμινιστική ματιά, όχι μέσα από συνθήματα, αλλά μέσα από εμπειρία. Μπροστά μας ξεδιπλώνεται η ζωή μιας πενηντάρας γυναίκας που μιλά για το παρελθόν της αποσπασματικά, άνισα, σαν μνήμες που επιστρέφουν χωρίς τάξη. Μέσα από αυτές γίνεται σαφές ότι δεν θέλησε ποτέ να χωρέσει στα καλούπια μιας στερεοτυπικής κοινωνίας. Θα μπορούσε να έχει παντρευτεί στα είκοσι πέντε της, όμως η σκέψη μιας ζωής με τόσο λίγες εμπειρίες την τρόμαζε. Το τίμημα αυτής της επιλογής είναι η μοναξιά, όχι ως δήλωση, αλλά ως αίσθηση. Δεν λέγεται καθαρά, αλλά γίνεται αισθητή· τη νιώθεις και τη βλέπεις.
Σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης, η ηρωίδα μιλά για το αφεντικό της. Μια γυναίκα καλοζωισμένη, δυναμική, με εντυπωσιακή εμφάνιση, που επαναλαμβάνει διαρκώς πόσο «ομάδα» είναι όλοι μαζί – εκείνη τη γλώσσα των πολυεθνικών που μοιάζει φιλική αλλά λειτουργεί πειθαρχικά. Εκεί, η Κατερίνα Χατζηκωνσταντίνου, εμφανίζεται πάνω σε βάθρο, σαν φιγούρα εξουσίας: κάτι ανάμεσα σε Χίτλερ και Τσάρλι Τσάπλιν. Ντυμένη λαμπερά, με έντονο ντεκολτέ, γίνεται ταυτόχρονα γελοία και απειλητική. Πίσω της ακούγεται η φωνή της, ενώ το σώμα της εκτελεί κινήσεις συγχρονισμένες με τον λόγο, σαν μαριονέτα της ίδιας της ρητορικής της. Η σκηνή αυτή συμπυκνώνει με χιούμορ και σκληρότητα τη σύγχρονη μορφή εξουσίας.
Ο φωτισμός λειτουργεί σε απόλυτη συνάρτηση με τον λόγο. Στα σημεία της αφήγησης είναι σκληρός, ψυχρός και αιχμηρός, σαν να θέλει να τονίσει την κοφτερή διάθεση του κειμένου. Στις στιγμές της ανάμνησης, όμως, γίνεται θερμός, χαμηλός, σχεδόν τρυφερός. Η εναλλαγή αυτή δεν είναι διακοσμητική· βοηθά τον θεατή να ξεχωρίσει τον χρόνο της μνήμης από τον παρόντα χρόνο, και να ακολουθήσει τη συναισθηματική διαδρομή της ηρωίδας.
Φεύγοντας από την παράσταση, αυτό που μένει δεν είναι μια ξεκάθαρη απάντηση, αλλά μια διάθεση για σκέψη. Μια σκέψη υπαρξιακή, που δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει μέσα μου. Το Γ. δεν προσπαθεί να κλείσει λογαριασμούς ούτε να δώσει λύσεις. Σε αφήνει σε μια ενδιάμεση κατάσταση, ανάμεσα στο γέλιο και στη σιωπή – και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμή του.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου



