Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ασμοδαίος * Ετοιμόρροποι: Αναζητώντας τα μυστικά της σύντηξης * Ο κύριος Σάλβο και η πριγκίπισσα που ταξίδεψε στο φως * Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Τραγούδια που δεν βιάζονται

Μια φιλική συζήτηση για τη μουσική, την ποίηση, τον κόσμο όπως είναι και όπως θα θέλαμε να είναι

Γιώργος Σταυρακάκης

Με τον Γιώργο Σταυρακάκη δεν κάθεσαι ποτέ απέναντι. Κάθεσαι δίπλα. Η κουβέντα δεν έχει αρχή και τέλος, έχει παύσεις. Και αυτές οι παύσεις λένε συχνά περισσότερα απ' όσα χωρούν σε μια ερώτηση. Ο Γιώργος δεν είναι από τους ανθρώπους που «παρακολουθούν την εποχή». Την διασχίζουν. Την διασχίζουν με προσοχή, με ενσυναίσθηση και με μια επίμονη άρνηση να απλοποιήσουν τον κόσμο για να χωρέσει σε εύκολα σχήματα. Η μουσική του –όπως η ποίησή του και τα εικαστικά του– δεν προσφέρονται για γρήγορη κατανάλωση. Ζητούν χρόνο και ανταποδίδουν με βάθος.

Φίλοι, εδώ και χρόνια, αποφασίσαμε αυτή τη φορά να αφήσουμε την κουβέντα να απλωθεί. Να μιλήσουμε για όσα έγιναν, για όσα αλλάζουν, για τον κόσμο που πονάει, για τη νέα χρονιά και για τα τραγούδια που ίσως ήδη περιμένουν τη σειρά τους.

Γιώργο, πότε ήταν η τελευταία φορά που ένιωσες ότι ένα τραγούδι σε πρόλαβε; Που ήρθε πριν καν προλάβεις να το σκεφτείς;
Γιώργος Σταυρακάκης: Συνήθως δεν εκβιάζω καταστάσεις. Έχω κάποια ιδέα, την βάζω μπροστά. Αν στην πορεία δεν με ικανοποιεί την αφήνω να περιμένει. Το τραγούδι θα με ξανακαλέσει με τον τρόπο του. Δεν πρόκειται λοιπόν για κάτι που τρέχει να προλάβει τον δημιουργό ή και ανάποδα. Έχεις βρει την ιδέα, έχεις δημιουργήσει το τοπίο. Από εκεί και πέρα υπάρχει το οκτάωρο, ας πούμε, εργασίας, το οποίο δεν μπορείς ν' αποφύγεις. Έτσι είναι, πέρα από τις ιδέες υπάρχουν και οι εργατοώρες. Γιατί όπως και να το κάνουμε δεν υπάρχει η θεία έμπνευση. Μόνο ιδέες και δουλειά.

Οι στίχοι σου συχνά μοιάζουν με ποιήματα που απλώς βρήκαν έναν ρυθμό για να περπατήσουν. Σήμερα, πού νιώθεις πιο κοντά; Στον τραγουδοποιό ή στον ποιητή;
Γ.Σ.: Ναι! Είναι αλήθεια αυτό. Προσπαθώ όσο μπορώ, και δεν ξέρω αν τα καταφέρνω, να αποστασιοποιηθώ από τον ποιητή όταν γράφω τραγούδια. Πράγμα το οποίο μου ήταν φοβερά δύσκολο αλλά τελικά έχει πάψει εδώ και πολύ καιρό να με απασχολεί, μιας και έχω αποδεχτεί το δισυπόστατο της τέχνης μου. Αυτός είμαι, αυτό μπορώ να κάνω.

Υπάρχουν λόγια που καταλαβαίνεις από την αρχή ότι δεν πρέπει να γίνουν τραγούδι και πρέπει να μείνουν μόνα τους, ως ποίηση;
Γ.Σ.: Όχι. Γιατί όταν γράφω τραγούδια το κάνω μαζί. Στίχοι και μουσική. Έτσι έχω μάθει και δεν σου κρύβω ότι μου είναι και δύσκολο να το κάνω διαφορετικά. Όποτε, για παράδειγμα, προσπάθησα να μελοποιήσω λόγια άλλων, δεν τα κατάφερα. Αυτό λοιπόν που μπορώ να σου απαντήσω είναι ότι όταν διαβάζω λόγια που απλώς έπεσαν στα χέρια μου, ναι μπορώ να το καταλάβω από την αρχή ότι αυτό είναι ένα κείμενο που λειτουργεί από μόνο του και δεν έχει ανάγκη τη μουσική για να αναδειχτεί. Όταν όμως γράφω εγώ, γνωρίζω ότι αυτό είναι τραγούδι. Αν κάποιοι ακροατές βρίσκουν ότι αυτό είναι ταυτόχρονα και ποίηση, δεν με απασχολεί.

Όταν γράφεις ποίηση, νιώθεις μεγαλύτερη ελευθερία ή μεγαλύτερη έκθεση; Είναι για σένα καταφύγιο ή μια πιο άμεση μορφή αλήθειας;
Γ.Σ.: Από τη στιγμή που αποφασίζεις κάποια πράγματα να τα μοιραστείς και με άλλους, έστω λίγους, όλα αυτά που με ρωτάς παύουν να ισχύουν. Δεν υπάρχει καταφύγιο για μένα. Δεν νιώθω να με καταδιώκει κανείς πέρα από την ανάγκη που μου παρουσιάζεται, διαρκώς και ακατάπαυστα, να χτίζω δικές μου γειτονιές και δικούς μου κόσμους.

Διαβάζεις ποίηση άλλων σήμερα; Σε επηρεάζει ή κρατάς απόσταση για να μη χαθεί η δική σου φωνή;
Γ.Σ.: Ναι, διαβάζω. Κυρίως νέους ποιητές, κι εδώ θα ήθελα να πω ότι υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι που, έχοντας πάρει την σκυτάλη από την προηγούμενη γενιά, προσπαθούν να βρουν τον βηματισμό τους και να προτείνουν ταυτόχρονα καινούργιους τρόπους έκφρασης και συνομιλίας. Θα δούμε πού θα οδηγήσει όλο αυτό και τι θα αποφέρει. Θα χρειαστεί χρόνος γιατί έτσι πάντα συμβαίνει μ' αυτό το είδος της λογοτεχνίας. Αλλά, για να επανέλθω στο ερώτημά σου, όσον αφορά εμένα, όχι δεν κρατάω καμία απόσταση, όπως σου είπα πριν διαβάζω όποτε μπορώ, χωρίς να σκέφτομαι το πώς γράφω εγώ ή πώς πρόκειται να γράψω στο μέλλον.

Και τελικά, πιστεύεις ότι η ποίηση έχει ακόμα θέση στον κόσμο μας ή απλώς επιμένει να υπάρχει, αθόρυβα, για όσους τη χρειάζονται;
Γ.Σ.: Είχε, έχει και πάντα θα έχει. Από τα χρόνια του Αρχίλοχου –ο οποίος παρεμπιπτόντως είναι και ο πρώτος ρίψασπις στην ιστορία της ανθρωπότητας, αρνούμενος να συμμετέχει σε πολέμους– μέχρι και σήμερα, πολλοί άνθρωποι έχουν την ανάγκη γι' αυτού του είδους τη συνομιλία. Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι η ποίηση βρίσκεται πολύ χαμηλά στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού, ίσως γιατί είναι ένα δύσκολο και πολλές φορές, κακά τα ψέματα, δυσνόητο είδος λογοτεχνίας.

Αν κοιτάξεις πίσω τη διαδρομή σου, βλέπεις μια ενιαία πορεία ή μια σειρά από ρήξεις και αλλαγές που τελικά σε διαμόρφωσαν;
Γ.Σ.: Έκανα και συνεχίζω να κάνω πράγματα ίσως μακριά από αυτό που ήθελε και θέλει ο κόσμος. Δεν με ενδιέφερε ποτέ, και φυσικά εξακολουθεί να μην με ενδιαφέρει, η αποδοχή ενός κοινού που έχει άγνοια για το τι είναι Τέχνη, τι είναι δημιουργία και ποιος είναι ο ρόλος της σ' αυτή τη ζωή. Δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό να ακολουθήσω και να αποδεχτώ τις αδυναμίες αυτού του κοινού και να δώσω «συγχωροχάρτι» σ' αυτούς που γυρίζουν την πλάτη σε ό,τι δεν μπορούν ή αρνούνται να κατανοήσουν. Είναι αυτοί και είμαι εγώ. Χωρίς αντιπαλότητα και χωρίς θυμό. Δύο παράλληλοι, μα τόσο διαφορετικοί, κόσμοι που δεν θα συναντηθούν ποτέ! Όλο αυτό το αποδέχτηκα πολύ νωρίς στη ζωή μου. Αν θέλεις, πρόκειται για μια ιδιότυπη μοναξιά που ακολούθησε και ακολουθεί αφάνταστα δημιουργικά το σαρκίο μου.

Υπήρξαν στιγμές που αμφισβήτησες όχι την τεχνική σου, αλλά την ίδια σου τη φωνή;
Γ.Σ.: Όχι, δεν νομίζω. Ό,τι διαμορφώθηκε, διαμορφώθηκε στην εφηβεία μου. Μ' αυτό το ντύμα πορεύτηκα τόσα χρόνια. Υπήρξαν βέβαια κάποιες αλλαγές με τα χρόνια, που δεν με τρόμαξαν όμως καθόλου. Ίσα ίσα θα έλεγα! Παρακολουθώντας τον εαυτό μου ένιωθα ότι πλήθαιναν τα εκφραστικά μέσα που διέθετα προκειμένου να βγάλω προς τα έξω τα τραγούδια μου.

Τι κράτησες μεγαλώνοντας και τι άφησες πίσω χωρίς να το μετανιώσεις;
Γ.Σ.: Άφησα πίσω τα όποια λάθη και κρατάω τον ενθουσιασμό και την ανάγκη για δημιουργία στην υπόλοιπη ζωή μου.

Η Κρήτη είναι πάντα παρούσα, άλλοτε φανερά κι άλλοτε υπόγεια. Είναι μνήμη, ήχος, στάση ζωής ή ένας ρυθμός που δεν φεύγει ποτέ;
Γ.Σ.: Η Κρήτη είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου που το κουβαλάω πάντα μαζί μου. Είναι οι μυρωδιές, είναι οι φίλοι, είναι εικόνες που έχουν στοιχειώσει τα σωθικά σου και δεν λένε να σβήσουν. Αλλά είναι μαζί πίκρες και απογοητεύσεις. Όλα αυτά λοιπόν, είναι λογικό να υποφώσκουν σαν φαναράκια μέσα μου στη διάρκεια της δημιουργικής μου διαδρομής.

Τα εικαστικά σου μοιάζουν να συνομιλούν με τη μουσική και την ποίηση, αλλά με άλλους όρους. Είναι συνέχεια ή ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος;
Γ.Σ.: Είναι διαφορετικές οι αφετηρίες, θα έλεγα, αλλά ο προορισμός ο ίδιος. Διαφορετικά τοπία που στο τέλος συναντιούνται, φανερώνοντας έναν κόσμο ονειρικό.

Τι βρίσκεις στην εικαστική δημιουργία που δεν σου δίνει το τραγούδι;
Γ.Σ.: Ο κόσμος είναι το ίδιο ενδιαφέρον και δημιουργικός. Όταν για κάποιο λόγο σκοντάφτω σε κάποιους στίχους αλλά και μουσικές κάποιες φορές, πιάνω τα εργαλεία και ξεχνιέμαι. Όταν σκοντάψω κι εκεί, έρχονται οι μικρές παύσεις. Παρέα με φίλους, λίγους αλλά καλούς, κανένα βιβλίο, super market, ένα κομμάτι της καθημερινότητας που δεν μπορείς να προσπεράσεις, μέχρι να 'ρθει εκείνη η στιγμή που θα ξαναπιάσεις τα σύνεργα.

Όταν δουλεύεις με τα χέρια, με υλικά, αλλάζει ο τρόπος που βιώνεις τον χρόνο;
Γ.Σ.: Όχι, δεν νομίζω. Άλλωστε η δημιουργία κατά κάποιο τρόπο εξουδετερώνει τον χρόνο, βγάζοντάς σε από ένα μακρύ τούνελ, στο φως.

Τα καράβια, οι μορφές, τα αντικείμενα που δημιουργείς έχουν συμβολικό βάρος ή λειτουργούν περισσότερο ενστικτωδώς;
Γ.Σ.: Προσπαθώ να ταξιδέψω σε αχαρτογράφητους κόσμους, με όλα εκείνα τα θεριά να παραμονεύουν στο ταξίδι. Είναι ένα παιχνίδι και μαζί μια αναζήτηση που δεν έχει τέλος. Τα καράβια μου, που είναι φτιαγμένα από σκουπίδια και άχρηστα για κάποιους αντικείμενα, έχουν την ευκαιρία για μια δεύτερη ζωή, αλλά που αυτή τη φορά δεν έχει ημερομηνία λήξης.

Και τελικά, ποια μορφή τέχνης σε εκθέτει περισσότερο; Το τραγούδι, η ποίηση ή η κατασκευή;
Γ.Σ.: Το ένα είναι προέκταση του άλλου, αλλά τελικά πιστεύω ότι τα πάντα ξεκινούν απ' την ποιητική σκέψη που σιγά σιγά γίνεται ποιητικός λόγος, τραγούδι, κατασκευή. Σε όλα αυτά η έκθεση είναι δεδομένη.

Πώς βλέπεις το ελληνικό τραγούδι σήμερα; Υπάρχει ακόμα χώρος για χαμηλόφωνες φωνές μέσα στον γενικό θόρυβο; Υπάρχει κάτι στη σημερινή σκηνή που σε συγκινεί πραγματικά;
Γ.Σ.: Το γεγονός ότι υπάρχει ένας αποκλεισμός, ένας ιδιότυπος ρατσισμός, απέναντι στα νέα παιδιά που προσπαθούν να εκφραστούν μέσα από τη μουσική και το τραγούδι μάς πηγαίνει πολλά χρόνια πίσω. Βιώνουμε μία μεγάλη περίοδο που τίποτα καινούργιο δεν φαίνεται να γεννιέται, τίποτα καινούργιο δεν φαίνεται να συμβαίνει. Σαν να σταμάτησε όλη αυτή η δραστηριότητα το 2000 και εδώ και 25 ολόκληρα χρόνια δεν κινείται τίποτα. Σαν να πάγωσε ο χρόνος και η εικόνα δύο δεκαετίες και βάλε. Οι ίδιοι και οι ίδιοι, τα ίδια κα τα ίδια. Κι αυτό βέβαια δεν είναι η αλήθεια. Είναι η εικόνα και η κατάσταση που προσπαθούν να επιβάλλουν ως κυρίαρχη –και το 'χουν καταφέρει– όλοι εκείνοι που κινούν τα νήματα στο ελληνικό τραγούδι, γιατί έτσι θέλουν τα ραδιόφωνα, έτσι θέλουν οι όποιες δισκογραφικές έχουν απομείνει, έτσι θέλει η βιομηχανία τους.
Συγκινούμαι όταν καταλαβαίνω την αγωνία και την απογοήτευση στις προσπάθειες των νέων ανθρώπων να καταθέσουν και την δική τους φωνή σ' αυτό που αγαπάνε και δεν έχουν ούτε χώρο ούτε τρόπο. Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη αυτά που λένε διάφοροι για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Ότι τάχα δεν υπάρχουν νέοι ταλαντούχοι δημιουργοί. Αυτό είναι ένα τεράστιο ψέμα. Τι συμβαίνει όμως όλα αυτά τα χρόνια μ' αυτούς τους νέους δημιουργούς; Οι πιο πολλοί αποσύρονται απογοητευμένοι γι' αυτά που συμβαίνουν, με αποτέλεσμα πολλά πράγματα να μένουν στα συρτάρια και να πεθαίνουν παρέα με το ελληνικό τραγούδι.

Νιώθεις ότι το τραγούδι απομακρύνθηκε από την ποίηση ή απλώς άλλαξε γλώσσα;
Γ.Σ.: Το τραγούδι είναι τραγούδι και η ποίηση ποίηση. Όσες προσπάθειες έγιναν στο παρελθόν και από μεγάλους συνθέτες να μελοποιηθούν οι ποιητές, τις περισσότερες φορές ήταν αποτυχημένες. Αυτή είναι η άποψή μου. Άσχετα αν τα τραγούδια αυτά ακούστηκαν αρκετά κα συνδέθηκαν με διάφορα πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα. Η ποίηση έχει την δική της μελωδία και είναι, θα έλεγα, βαρβαρότητα να προσπαθείς να της φορέσεις ένα ξένο και περιττό ρούχο. Εν πάση περιπτώσει, έτσι το ήθελε η πολιτική και κοινωνική συγκυρία και έγινε ό,τι έγινε. Τώρα αν οι στίχοι κάποιων τραγουδιών είναι φτιαγμένοι έτσι που να στέκουν από μόνοι τους ως κείμενο, ως ποίημα, αυτό είναι μια άλλη υπόθεση που έχει να κάνει με τον τρόπο έκφρασης του κάθε δημιουργού και που συνήθως παρατηρείται στην τραγουδοποιία. Εκεί που δεν υπάρχει το τρίπτυχο: συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής.

Ζούμε σε μια εποχή έντασης, φόβου και συνεχούς σύγκρουσης. Πώς τον βλέπεις τον κόσμο σήμερα;
Γ.Σ.: Ο κόσμος ήταν ανέκαθεν ο ίδιος. Ενδεχομένως τώρα να μας τρομάζει περισσότερο η κατάκτηση της τεχνολογίας η οποία προσαρμόζεται με ταχείς ρυθμούς στους πολεμικούς εξοπλισμούς και σε πολέμους που δεν κηρύχτηκαν ποτέ. Αυτό που λέμε υβριδικές επιθέσεις. Πάντα, ο ιμπεριαλισμός, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ήταν εδώ. Δείτε τώρα τι γίνεται με τους Αμερικανούς στη Βενεζουέλα. Εδώ δεν πρόκειται για κάποιο πόλεμο, αλλά για τον πλήρη εξευτελισμό της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης των χωρών του πλανήτη. Ο ισχυρός είναι εδώ και χωρίς κανέναν ενδοιασμό προχωρά σε εγκληματικές ενέργειες αδιαφορώντας για το τι λένε οι διεθνείς οργανισμοί ή ακόμα και το Σύνταγμα της ίδιας του της χώρας. «Παρεμπιπτόντως, η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί» έλεγε και επαναλάμβανε απροκάλυπτα ο Κάτων στην Ρωμαϊκή Γερουσία στο τέλος κάθε ομιλίας του. Το ίδιο επαναλαμβάνουν σήμερα και οι κάθε λογής ισχυροί σ' αυτόν τον πλανήτη.

Σε κουράζει περισσότερο ο θόρυβος ή η απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας;
Γ.Σ.: Τώρα πια ο θόρυβος!

Πιστεύεις ότι η τέχνη μπορεί ακόμα να λειτουργήσει ως χώρος συνάντησης ή έχει κι αυτή παρασυρθεί από την ταχύτητα και την πόλωση;
Γ.Σ.: Νομίζω, πια, ότι και οι ίδιοι οι δημιουργοί δεν ενδιαφέρονται για τέτοιου είδους συναντήσεις. Ό,τι γίνεται σήμερα ακουμπά πιο πολύ στην εσωτερικότητα των ανθρώπων, αδιαφορώντας γι' αυτό που συμβαίνει γύρω τους και που θα μπορούσε να ανοίξει μια συζήτηση. Να γίνει μια αφετηρία, ένα ρεύμα που θα μας πάει λίγο πιο μακριά. Κάπου έχει κολλήσει η κατάσταση. Δεν ξέρω τι πραγματικά φταίει, τι μας οδήγησε εδώ. Πιστεύω όμως ότι κάποια στιγμή το πράγμα θα ξεμπουκώσει. Η Τέχνη είναι μεγάλη υπόθεση για την ανθρωπότητα και δεν μπορεί να χάσει την αξία της, γιατί το θέλουν οι συγκυρίες.

Το τραγούδι σήμερα οφείλει να παίρνει θέση ή αρκεί να κρατά ανοιχτό χώρο για σκέψη;
Γ.Σ.: Το τραγούδι μπορεί να μιλήσει για τα πάντα. Και ο λόγος –ένα από τα δομικά στοιχεία του τραγουδιού– είναι που το καθιστά για μένα ένα από τα σπουδαιότερα είδη μουσικής. Μπορεί μέσα από τους στίχους να εκφραστούν όλοι και επίσης να ακουμπήσουν όλοι, ταυτιζόμενοι μαζί του με το δικό τους προσωπικό βίωμα ή με συλλογικές μνήμες.

Καθώς μπήκαμε σε μια νέα χρονιά, τι εύχεσαι πραγματικά στον κόσμο ως άνθρωπος;
Γ.Σ.: Ο χρόνος, όπως έλεγε και ο Αϊνστάιν, είναι ανθρώπινη επινόηση. Δεν περιμένω τίποτα από τη νέα χρονιά. Εντάξει, από συνήθεια ευχόμαστε ο ένας στον άλλο, είμαστε χαρούμενοι που στήνουμε αυτή τη γιορτή γιατί απ' ό,τι φαίνεται το έχουμε ανάγκη. Προσωπικά δεν θέλω να ευχηθώ κάτι, πέρα από το ότι οι άνθρωποι πρέπει να χαίρονται αυτή την εκδρομή που ονομάζουμε ζωή και να μην σκέφτονται σε καμία περίπτωση τον χρόνο και τα «καμώματά» του.

Και για σένα τον ίδιο, τι εύχεσαι;
Γ.Σ.: Α, δεν είμαι καλός σ' αυτά. Σπάνια κάνω σχέδια για το μέλλον. Μπορεί να πω ότι θέλω να κάνω αυτό κάποια στιγμή, αλλά έχω πάψει να το τοποθετώ χρονικά, γιατί τα πάντα είναι ρευστά.

Κάτι που λείπει και θα ήθελες να επιστρέψει;
Γ.Σ.: Δύσκολα πράγματα. Δεν μ' αρέσει γενικά να γυρίζω πίσω και να νοσταλγώ πράγματα και καταστάσεις. Ό,τι πέρασε, πέρασε. Όμως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα 'θελα να ξαναβρεθούμε μπροστά σ' ένα ομαδικό όνειρο, να ανταλλάξουμε σκέψεις και αγωνίες, πριν επιστρέψουμε στη μοναξιά μας.

Μετά από το PostScript του 2024, υπάρχει κάτι νέο που ετοιμάζεις;
Γ.Σ.: Ναι! Το τελευταίο μου ποίημα με τίτλο «Εύθραυστον», που αυτές τις μέρες θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Εύχομαι επιτυχία στο Εύθραυστον και να είναι καλοτάξιδο. Πώς γεννιούνται όμως, σήμερα οι καινούργιες σου δουλειές; Διαφέρει η διαδικασία από παλιότερα;
Γ.Σ.: Ναι, σ' ένα βαθμό διαφέρει. Καταρχάς, πάρα πολλά από τα ηχητικά αρχεία μπορούν πια να σταλούν από το σπίτι στο studio, μιας και πάρα πολλοί μουσικοί έχουν εφοδιαστεί με υψηλής πιστότητας μηχανήματα τα οποία μπορούν να κάνουν εξαιρετική δουλειά και φυσικά με αυτό τον τρόπο να αποφύγεις τις πάρα πολλές ώρες εγγραφής στο studio. Άλλοι επιλέγουν να το κάνουν όλο το «πακέτο» στο σπίτι. Αυτό βέβαια απαιτεί ένα home studio υψηλών προδιαγραφών. Όμως κι εκεί είναι σίγουρο ότι θα λείπουν κάποια περιφερειακά μηχανήματα που θα μπορούσαν να δώσουν ένα άρτιο αποτέλεσμα. Τώρα, όσον αφορά εμένα, υπάρχουν κάποιοι φίλοι οι οποίοι συμμετέχουν στις δουλειές μου στέλνοντας στο studio κάποια ηχητικά τα οποία για πρακτικούς λόγους, αλλά και οικονομικούς, γίνονται από μακριά. Για παράδειγμα, έχω κάποιους συνεργάτες-φίλους Έλληνες στη Γαλλία, οι οποίοι έχουν συμμετάσχει στις τελευταίες μου δουλειές εκ του μακρόθεν!

Στο CD Άμπωτις του 2020, συνεργάστηκες με τον γιο σου τον Σταύρο. Τι σου απέφερε αυτή η συνεργασία;
Γ.Σ.: Η «Άμπωτις» γράφτηκε μέσα στην καραντίνα του Covid. Έστελνα στον Σταύρο στίχους από την Αθήνα και αυτός τους δούλευε μουσικά στο Ηράκλειο. Ήταν μια πάρα πολύ ωραία και γόνιμη συνεργασία. Αργότερα, όταν τα πράγματα, κατά κάποιο τρόπο, άρχισαν να ομαλοποιούνται, σμίξαμε στο Ηράκλειο, με όλες βέβαια τις προφυλάξεις, προκειμένου να γίνουν οι εγγραφές. Ήταν ολίγον τι περιπετειώδες αυτό το εγχείρημα. Άξιζε όμως τον κόπο.

Σε απασχολεί πια η κυκλοφορία ή μόνο η ανάγκη να ολοκληρωθεί κάτι εσωτερικά;
Γ.Σ.: Ξέρεις, όταν τελειώνεις μια δουλειά, βγαίνει από μέσα σου ένα τεράστιο «ουφ», μια ανακούφιση γι' αυτό που τόσο καιρό πάλευες, ξενυχτούσες, που χαιρόσουνα όταν το έβλεπες σιγά σιγά να ολοκληρώνεται. Μετά, γνωρίζεις πολύ καλά ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θα ήθελαν να έχουν στα χέρια τους αυτό το δημιούργημα. Εντάξει, λοιπόν, θα τους κάνεις τη «χάρη» να το μοιραστείς μαζί τους. Δεν ξέρω αν λειτουργεί το ίδιο η ηλεκτρονική δισκογραφία με την έντυπη. Φαίνεται ότι πολύς κόσμος βολεύεται με τα διάφορα ηλεκτρονικά αρχεία και δεν ζητάει τίποτα παραπάνω απ' το να έχει το ηχογράφημα. Εγώ δεν το βλέπω έτσι. Θέλω να διαβάσω τους στίχους, να δω, αν θέλεις, το περιτύλιγμα και τις όποιες πληροφορίες εμπεριέχει μια έντυπη έκδοση.

Υπάρχει κάτι που θα ήθελες ακόμα να δοκιμάσεις και δεν το έχεις τολμήσει;
Γ.Σ.: Ό,τι ήθελα να κάνω το έκανα. Είμαι απόλυτα ικανοποιημένος γι' αυτό που αφήνω πίσω μου. Άλλωστε ένας πραγματικός δημιουργός δεν έχει ανάγκη κανένα κοινό.

Η κουβέντα με τον Γιώργο Σταυρακάκη δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Όπως και τα τραγούδια του. Δεν τα ακούς και τα ξεχνάς όπως τα βδομαδιάτικα σουξέ. Τα τραγούδια του Γιώργου τα κουβαλάς. Θυμάμαι ακόμα τις μελωδίες από το CD του 2024 που «βολεύτηκαν» μέσα στο αφτί μου από το πρώτο άκουσμα: Το σπίτι στην παραλιακή, Σταχανοβίτισσα, Η μπαλάντα του ηττημένου, Οι επισκέπτες, Άνω τελεία… Ααα… τώρα που έγραψα Άνω τελεία, μου γεννήθηκε ακόμα μία ερώτηση: Γιώργο, στην προηγούμενη συνάντησή μας –με την κυκλοφορία του PostScript– είχαμε πει πως δεν βάζουμε τελεία, αλλά βάζουμε μία «άνω τελεία», για να πάρουμε μια ανάσα ενδεχομένως για τη συνέχεια. Εξακολουθεί να ισχύει αυτό;
Γ.Σ.: Ναι. Ό,τι είπα ισχύει, αρκεί να σταθεί ο χρόνος φιλικά πλάι μου.

Σου το εύχομαι ολόψυχα και σε ευχαριστώ για τον χρόνο που διέθεσες για να κάνουμε αυτή την όμορφη συζήτηση.

Σε έναν κόσμο που μετράει views και clicks, ο Γιώργος μετράει τις σιωπές. Σε μια εποχή που ζητάει γρήγορες απαντήσεις, εκείνος επιμένει να ανοίγει τα σωστά ερωτήματα. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ουσιαστικό δώρο που μας χαρίζει μέσα από τα τραγούδια και τα ποιήματά του: να μας θυμίζει ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται βιασύνη για να ειπωθεί και να γίνει δική μας. Άνω τελεία;



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου