Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας * Το αμπέλι της θάλασσας * Οκτώ νέοι τίτλοι από τις εκδόσεις Ελκυστής * Η Αγάπη στο διαδίκτυο * Και τα σημάδια πού είναι; * Ο Χρυσόγλωσσος ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος * Η κοινοτοπία της βίας ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ανθρακωρύχοι ψυχών

Εκείνος που περιμένει

Μαρίας Καρυτινού

Πίνακας Βούλας Λασπιά-Καμάρα (1927-2022)

Τα χρόνια μπορεί να περνούν αλλά τα βιώματα, οι πόνοι της ψυχής μας, τα όνειρά μας, οι προσδοκίες μας που δεν εκπληρώθηκαν ή που πιθανόν δεν βρήκαν ανταπόκριση, αφήνουν σταγόνες πίκρας πάνω στα χείλη μας. Η ζωή δεν είναι αιώνια. Αιώνια όμως είναι η ψυχή που δεν ξεχνά, δεν λησμονεί, αλλά που πολλές φορές λυπάται, οδύρεται, γιατί αναζητά μια ανάσα, μια πνοή αληθινή, καθάρια, ονειρική, μια γεύση γλυκιά, ένα ξανθό στάχυ μέσα στην αλμύρα της μοναξιά μας. Έτσι έρχεται η στιγμή που κάποιος ανοίγει το παράθυρο της ψυχής του για να συναντήσει λίγο φως, αλλά εκείνο που συναντά είναι η υποκρισία, το ψέμα, το ψέγος… Και αναρωτιέσαι, πώς πέρασαν τα χρόνια με φρούδες ελπίδες, με ζωή χωρίς κατανόηση, χωρίς αύριο. Κι αν υπήρχαν, εσύ δεν τα συνάντησες, δεν σκόνταψες στο διάβα τους… Τα προσωπεία, οι μάσκες λυγίζουν. Η αλήθεια έρχεται πια καθάρια μπροστά σου… και διερωτάσαι πώς έφτασα ως εδώ… Για ποιους πάλεψα; Η νεότητα έχει πια υποχωρήσει. Όλοι πήραν από μένα, όλοι με στράγγιξαν, όλοι διεκδίκησαν, απαίτησαν, άρπαξαν. Και τώρα τι απέμεινε πια...

Τα ξύλα τριζοβολούν μπροστά στο τζάκι, οι φλόγες γλύφουν τις στάχτες που ρίχτηκαν ολόγυρα, κι εγώ κοιτάζω το παρελθόν που έφυγε και το αβέβαιο μέλλον. Πόσο άραγε πλήρης, ολοκληρωμένος, είμαι; Το παρελθόν μακρύ, το μέλλον στενό, αβέβαιο, ρευστό. Τι μου μένει να λάβω; Τι μου μένει ακόμη να δώσω; Θόρυβοι ακούγονται έξω από την πόρτα. Tα σκυλιά ορθώνονται και προσμένουν το χτύπημα. «Θα υπάρξει, άραγε» αναρωτιέμαι, και κοιτάζω ακόμη συλλογισμένος τις φλόγες που αργοσβήνουν πάνω στην καρδιά μου. Αυτή ήταν η ζωή μου, αυτό ήθελα, αυτό πήρα.

…Και τότε συλλογίζεσαι ποιους πόνεσες, ποιους χάραξες, ποιους στιγμάτισες, ποιοι σε πρόδωσαν και ίσως ρήμαξαν τη ζωή σου. Και κάπου βαθιά μέσα στις μνήμες αναβλύζουν δροσερές στιγμές της νιότης, του γάμου, εκείνων που θα αφήσεις κάποια μέρα πίσω σου. Και η αγάπη; Πού πήγε άραγε η αγάπη, τα αιθέρια κορμιά; Παντού ολόγυρά μου κρύο και μοναξιά, μα κανείς ευεργετημένος, κανείς πρόθυμος να απλώσει το χέρι και να προσφέρει το άγγιγμα ψυχής. Είμαι εκείνος που περιμένει, που προσπαθεί ακόμη να γνωρίσει τους ανθρώπους, εκείνους που κρύβονται πια στη σκιά της αθωότητας και της λήθης…

...Προσπαθείς πάλι να γνωρίσεις δρόμους, σπίτια… Και κοιτάζεις, κοιτάζεις με προσοχή και περιέργεια. Δεν ψάχνεις πια τη δόξα, την αναγνώριση, παρά μόνο το καταστάλαγμα, την ηθική ανόρθωση, την πνευματική εξύψωση, γιατί γνωρίζεις καλά πως εκεί βρίσκεται η αλήθεια, η γνησιότητα. Η αναζήτηση πραγματοποιείται σε «συνοικισμούς» που δεν τους προσέχει κανείς και που σιγά σιγά ερημώνονται κι αυτοί… Φώτα διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Και άνθρωπος πουθενά… Στην είσοδο όμως κάποιας παρόδου σπέρνει το φως του ένα λαμπιόνι. Και η νύχτα δεν προχωρά και ο χειμώνας δεν λέει να φύγει… Είσαι εκείνος που περιμένει. Γι' αυτό και προχωράς λίγο παρακάτω, κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά. Ξάφνου σταματάς και κοντοστέκεσαι. Πολλές, αμέτρητες αναμνήσεις κατακλύζουν την ύπαρξή σου και σε ξυπνούν και σε ζώνουν και δεν σ' αφήνουν να σύρεις το βλέμμα σου μακριά από τις στάχτες του τζακιού σου. Θυμήθηκες. Θυμήθηκες, ανακατεμένα και άσχετα μεταξύ τους, πλήθος από πρόσωπα και πράγματα. Μια εκκλησία με μετρημένα σκαλοπάτια, ένα χέρι να σε κρατά από το παρελθόν και κάμποσοι άνθρωποι που χειροκροτούσαν την ευτυχία της στιγμής σου. Αλλά δεν κράτησε πολύ. Γιατί άραγε; Υπήρξαν και άλλοι που σε άγγιξαν και σε προσπέρασαν, μα όλοι αυτοί περίμεναν μέσα στο προστατευτικό σκοτάδι του τότε παρόντος. Και θυμήθηκες φίλους, γυναίκες, παιδιά, σπίτια, δρόμους και έμεινες πολλή ώρα σκεπτικός και ονειροπόλος μέσα στο ερωτικό σκοτάδι του παρελθόντος που τώρα πια ανήκει στη λήθη… Πόσοι ένιωσαν για σένα, πόσοι πόνεσαν, πόσοι έσκυψαν πάνω σου, πόσοι αναρωτήθηκαν για σένα, πόσοι έψαξαν το αύριο μαζί σου… Πόσοι; Οι μνήμες κλείνουν. Ό,τι γέγονε, γέγονε και ό,τι γέγραφε, γέγραφε. Τα βλέφαρά σου γλαρά πάνω στο δικό σου μέλλον, στο δικό σου αύριο. Κάθε στιγμή που περνά από δίπλα σου, σε μετατοπίζει στο άμεσο, στο επέκεινα.

Αυτή είναι η ζωή μου. Αυτό ζητούσα; Αυτό με άφησαν να πάρω; Θυμήθηκες και άλλα πολλά μπροστά στις στάχτες του τζακιού σου. Κι άλλες γειτονιές και άλλα πρόσωπα και άλλες αγάπες, ίσως πολλές, σκληρές και αφιλόξενες. Καμιά δεν σου άρεσε, σε καμιά δεν βρέθηκε να ανοίξει ένα παράθυρο αντίκρυ από το δικό σου, να ανοίξει και να σου χαμογελάσει… Και δεν θυμάσαι να σε περίμενε ποτέ κανείς πουθενά…

Τώρα ψιχαλίζει έξω από το παράθυρο. Αλλά μέσα στο σκοτάδι κάτι σαλεύει. Να 'ναι άραγε σκιές που απλώς θα ονειρεύεσαι και δεν θα περιμένεις; Αφουγκράζεσαι τα βήματα ακριβώς έξω από την πόρτα της ψυχής και «βουβαίνεσαι για λίγο γύρω από το ξεψύχισμα του φωτός, κάτω από τους μεγάλους κορμούς και τα απύθμενα ονείρατα… Είναι η δίψα ενός καινούριου και μυστικού ήλιου. Είναι η προσμονή της ανάστασης. Είναι η αγάπη των νεκρών; Είναι η ψυχή του ψαλτηρίου; «Και οι λαμπάδες τρεμοσβήνουν κάτω από τη θειαφένια πνοή και τα στεγνά πρόσωπα των φαρμακευμένων ανθών. Και στων θόλων ψηλά το μελίχρυσο φως αντιλαλούν αρμονίες αίνων και δοξαστικών από τα χείλη των λευκόφτερων θρόνων…» «Είναι η πνοή των αγγελικών αίνων», λες, και ανοίγεις τα μάτια μπροστά στις φλόγες που ορθώνονται αργά αργά καθώς λαμπυρίζουν μέσα στο μισοσκότεινο δωμάτιο…


Copyright © Μαρία Καρυτινού All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα Βούλας Λασπιά-Καμάρα (1927-2022)