Τίσσα Βασιλάκη: Ανάμεσα στο χειροκρότημα και τη σιωπή!

Φωτογραφία της Τίσσας Βασιλάκη από τον Θάνο Γεωργίου

Μια συζήτηση με την Τίσσα Βασιλάκη για τους θεατρικούς ρόλους, το ρίσκο, την κωμωδία και το θέατρο που αγγίζει την ψυχή. Αφορμή, για την συνέντευξη αυτή, υπήρξε η παράσταση Κόκκινα φανάρια του Αλέκου Γαλανού, στη σκηνή BRECHT-2510, σε σκηνοθεσία Βασίλη Πλατάκη.

Η παράσταση
Η παράσταση ανοίγει με μια αίσθηση σκοτεινής οικειότητας: ο θεατής μπαίνει σε έναν χώρο όπου η ένταση των χαρακτήρων και η ατμόσφαιρα του έργου κυριαρχούν αμέσως. Η σκηνοθεσία του Βασίλη Πλατάκη δίνει έμφαση στη συναισθηματική αλήθεια των προσώπων, χωρίς περιττά στολίδια ή φλυαρίες. Κάθε κίνηση στη σκηνή, κάθε βλέμμα και κάθε σιωπή μοιάζει να έχει βάρος και λόγο ύπαρξης.
Η σκηνική αισθητική είναι λιτή αλλά πολύ προσεγμένη: το κόκκινο φως, σαν τον τίτλο της παράστασης, ζωντανεύει την ατμόσφαιρα και δημιουργεί ένα αίσθημα έντασης και ταυτόχρονα οικειότητας. Η μουσική του Τάκη Μπινιάρη –όπου υπάρχει– ενισχύει το δράμα χωρίς να το επισκιάζει, κρατώντας τον θεατή σφιχτά μέσα στον κόσμο των χαρακτήρων.
Το έργο καταφέρνει να συγκινήσει και να προβληματίσει ταυτόχρονα. Δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορία ανθρώπων στο περιθώριο. Είναι μια μελέτη για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τις σχέσεις και την προσωπική ελευθερία. Η παράσταση αφήνει τον θεατή με την αίσθηση ότι έχει μπει μέσα σε έναν κόσμο όπου η ζωή είναι τόσο σκληρή όσο και όμορφη, και ότι κάθε επιλογή έχει βάρος.

Η Τίσσα Βασιλάκη
Η Τίσσα ξεχωρίζει με μια ερμηνεία που ισορροπεί ανάμεσα στη δύναμη και την ευαισθησία. Δεν είναι απλώς μια παρουσία, αλλά ένας χαρακτήρας που αναπνέει μπροστά στο κοινό. Νιώθεις τις εσωτερικές της συγκρούσεις, τις αμφιβολίες και τις στιγμές τρυφερότητας. Η χημεία της με τους υπόλοιπους ηθοποιούς δίνει στον θεατή την αίσθηση μιας ζωντανής, αναπνέουσας κοινότητας, γεμάτης μυστικά και παθιασμένες ιστορίες.
Συνολικά, η εμπειρία είναι έντονη, αληθινή και βαθιά ανθρώπινη. Ο θεατής φεύγει όχι απλώς έχοντας δει μια παράσταση, αλλά έχοντας νιώσει μαζί με τους χαρακτήρες, κάτι που είναι η μεγαλύτερη επιτυχία για ένα έργο με τόσο φορτισμένο συναισθηματικά υλικό.

Η συνέντευξη
Υπάρχουν άνθρωποι του θεάτρου που δεν μιλούν για τη διαδρομή τους ως κατόρθωμα, αλλά ως φυσική συνέπεια της αγάπης τους για τη σκηνή. Η Τίσσα Βασιλάκη ανήκει σε αυτούς. Με μια πορεία γεμάτη εμπειρίες, συνεργασίες και ρόλους, που ακουμπούν τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο, παραμένει παρούσα στο θέατρο με αλήθεια, εργατικότητα και βαθύ σεβασμό στην τέχνη της. Σε μια κουβέντα χωρίς ωραιοποιήσεις και εύκολες απαντήσεις, μιλά για τις πρώτες της μνήμες, τις επιλογές, τους φόβους, τις χαρές, την κωμωδία, τη συγκίνηση και τη δύναμη της σιωπής πάνω στη σκηνή. Μια συνέντευξη που δεν επιχειρεί να εξηγήσει το θέατρο, αλλά να το αφήσει να μιλήσει μέσα από τη φωνή της.

Τίσσα, πότε ένιωσες για πρώτη φορά ότι το θέατρο δεν είναι απλώς μια επιλογή, αλλά ανάγκη;
Τίσσα Βασιλάκη: Από πολύ νωρίς μπήκε το θέατρο στη ζωή μου. Κερκυραία ούσα, τα ερεθίσματα ήταν πολλά και διαρκή. Περίεργο θα ήταν να μην ασχοληθώ με το θέατρο. Τα κίνητρα ήταν πολλά. Όταν ήμουν στην Δημοτική χορωδία στο λύκειο, φαντάσου ότι, πληρωνόμασταν για τις πρόβες. Μου έδιναν άδεια απ' το σχολείο για να συμμετέχω σε παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο. Πολλά λοιπόν τα ερεθίσματα.

Ξεκίνησες από έναν τελείως διαφορετικό χώρο πριν βρεθείς στη σκηνή. Τι ήταν αυτό που σε έκανε να αλλάξεις πορεία;
Τ.Β.: Σπούδασα στην σχολή εμποροπλοιάρχων και ήθελα να γίνω καπετάνισσα.

Καπετάνισσα;
Τ.Β.: Ναι, ας όψεται ο Καββαδίας. Στη διάρκεια των σπουδών άρχισα να αμφιβάλλω για την επιλογή μου έτσι η τύχη και η φίλη μου η Ιωάννα –Κερκυραία κι αυτή– με οδήγησαν στο θεατρικό εργαστήρι του Άκη Δανή ενός πολύ χαρισματικού δασκάλου κι εκεί μαγεύτηκα.

Θυμάσαι την πρώτη σου επαγγελματική εμφάνιση;
Τ.Β.: Σαν να ήταν χθες, στο Δελφινάριο, 1998, καλοκαίρι, «Σημητιτανικός». Τεράστια επιτυχία, έλεγα την πρώτη ατάκα σε 2500 χιλιάδες κόσμο. Έπαθα σοκ και δίστασα να βγω. Τότε ήρθε κοντά ο Φώτης Μεταξόπουλος, που σκηνοθετούσε, και με έσπρωξε στη σκηνή. Ήταν ένα υπέροχο καλοκαίρι.

Τι κουβαλάς ακόμα από εκείνη την εμπειρία;
Τ.Β.: Επιστρέφω συχνά σε αυτή την αίσθηση γιατί ήταν μια πολύ ευτυχής συγκυρία με υπέροχους συναδέλφους που πολλοί απ' αυτούς έμειναν φίλοι ζωής.

Υπήρξε κάποιος άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αρχή της διαδρομής σου;
Τ.Β.: Δεν υπήρξε μόνο ένας. Ήμουν πολύ τυχερή. Με βοήθησαν πολλοί και κρατήθηκα σε αυτή τη δουλειά. Να σου πω ονόματα Γιώργο; Δεν θα φτάσει η ώρα να τα πω. Όλοι εκείνοι με τους οποίους συνεργάστηκα, αυτά τα θηρία της κωμωδίας, μου φέρθηκαν ως οικογένεια, από τη μια δουλειά στην άλλη, βρισκόμουν σε ένα ασφαλές και αγαπημένο περιβάλλον. Είμαι ευγνώμων.

Τι είναι αυτό που σε κρατάει ενεργή και παρούσα στο θέατρο μέχρι σήμερα;
Τ.Β.: Νομίζω η αγάπη μου η μεγάλη για το θέατρο που κληρονόμησα απ' αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, η εργατικότητά μου, η εμπειρία μου και το κέφι για αυτή τη δουλειά, που δεν έχει μειωθεί καθόλου μέσα στα χρόνια.

Τίσσα, πώς διαλέγεις τις δουλειές σου;
Τ.Β.: Μάλλον με διαλέγουν αυτές. Δεν έχω αυτή την πολυτέλεια. Βεβαίως αν δεν μου κάνει μια πρόταση θα την αρνηθώ. Αν πάλι μου κάνει κέφι –όπως προείπα– φυσικά και θα την δεχτώ με μεγάλη χαρά.

Δηλαδή έχεις πει ποτέ «όχι» σε μια πρόταση, που τελικά αυτό το «όχι» σου, να αποδείχθηκε σωστό;
Τ.Β.: Ναι, έχω πει «όχι», και πιστεύω πως το «όχι» είναι εξίσου σημαντικό με το «ναι» σε αυτή τη δουλειά. Με τα χρόνια μαθαίνεις να ακούς το ένστικτό σου και να καταλαβαίνεις τι πραγματικά σε εκφράζει. Υπήρξαν προτάσεις που μπορεί να φαίνονταν δελεαστικές, αλλά ένιωθα ότι δεν ήταν η σωστή στιγμή ή δεν είχαν κάτι ουσιαστικό να μου δώσουν. Προτιμώ να περιμένω κάτι που με εμπνέει πραγματικά παρά να κάνω κάτι μόνο και μόνο για να υπάρχω.

Τι πρέπει να έχει ένα έργο για να σου μιλήσει;
Τ.Β.: Για να μου μιλήσει ένα έργο πρέπει πρώτα να έχει αλήθεια. Δεν με ενδιαφέρει αν είναι κωμωδία ή δράμα. Αυτό που ψάχνω είναι να αναγνωρίζω μέσα του τον άνθρωπο, τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και το φως του. Θέλω ο ρόλος να έχει κάτι να μου αποκαλύψει, να με προκαλεί να ψάξω βαθύτερα και όχι απλώς να τον ερμηνεύσω επιφανειακά. Όταν διαβάζω ένα κείμενο και νιώθω ότι κάτι μέσα μου κινείται, ότι γεννιούνται ερωτήματα ή συγκίνηση, τότε ξέρω πως αυτό το έργο έχει ήδη αρχίσει έναν διάλογο μαζί μου.

Υπάρχει κάποιος ρόλος που σε σημάδεψε περισσότερο από άλλους;
Τ.Β.: Κάθε ρόλος αφήνει το αποτύπωμά του, γιατί σε μια παράσταση δανείζεσαι κομμάτια του εαυτού σου. Υπάρχουν όμως κάποιοι ρόλοι που σε συναντούν σε μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής σου και τότε η σχέση γίνεται βαθύτερη. Ένας τέτοιος ρόλος είναι ο ρόλος της Μαρίνας απ' τα «Κόκκινα φανάρια» του Αλέκου Γαλανού, που υποδύομαι αυτή τη σεζόν στην πολύ νέα σκηνή BRECHT-2510. Η συνεργασία μου αυτή ήταν μια ευτυχής στιγμή και με τη βοήθεια του σκηνοθέτη μου, του Βασίλη Πλατάκη, κατάφερα να ξεπεράσω τους φόβους μου, να ανοίξω συναισθηματικά και να προσεγγίσω αυτή τη γυναίκα με άλλη ματιά.

Ομολογώ ότι σε απόλαυσα στον ρόλο της Μαρίνας στα Κόκκινα φανάρια. Τι είναι όμως, η Μαρίνα για σένα;
Τ.Β.: Είναι μια γυναίκα που μπορεί να «πεθάνει» από έρωτα σε όλες τις εποχές, από την σκοτεινή Τρούμπα μέχρι σήμερα.

Πόσο σε φοβίζει –ή σε προκαλεί– ένας ρόλος που σε βγάζει έξω από τη ζώνη ασφαλείας σου;
Τ.Β.: Οι ρόλοι που με βγάζουν από τη ζώνη ασφαλείας μου είναι αυτοί που με ενδιαφέρουν περισσότερο. Φυσικά υπάρχει πάντα ένας φόβος, αλλά τον βλέπω σαν δημιουργική πρόκληση. Ο φόβος είναι σημάδι ότι πας ένα βήμα παραπέρα και εκεί είναι που γίνεται η πραγματική δουλειά.

Έχεις υπηρετήσει πολλά είδη θεάτρου. Ποιο θεωρείς πιο απαιτητικό;
Τ.Β.: Η κωμωδία είναι ίσως το πιο απαιτητικό είδος, γιατί χρειάζεται απόλυτη ακρίβεια και αλήθεια. Το κοινό καταλαβαίνει αμέσως αν κάτι δεν είναι αυθεντικό. Είναι χάρισμα να κάνεις τον κόσμο να γελάει. Το να κάνεις τον άλλον να γελάει, όπως έλεγε και ο παππούλης Ανανίας Κουστένης, είναι απλή φιλανθρωπία.

Η επιθεώρηση συχνά παρεξηγείται. Τι θα ήθελες να καταλάβει ο κόσμος γι' αυτό το είδος;
Τ.Β.: Η επιθεώρηση παρεξηγείται γιατί πολλοί τη βλέπουν μόνο ως εύκολο γέλιο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα από τα πιο ζωντανά και απαιτητικά θεατρικά είδη. Είναι ο καθρέφτης της εποχής της. Σχολιάζει την κοινωνία, την πολιτική, την καθημερινότητά μας με χιούμορ αλλά και τόλμη. Χρειάζεται ταχύτητα, ευφυΐα, ρυθμό και άμεση επαφή με το κοινό, γιατί όλα συμβαίνουν στο «τώρα». Θα ήθελα ο κόσμος να δει ότι πίσω από το γέλιο υπάρχει σκέψη, σάτιρα και μια βαθιά θεατρική παράδοση που συνεχίζει να εξελίσσεται. Θέλει μεγάλα υποκριτικά χαρίσματα η επιθεώρηση. Απόδειξη, τα τεράστια ονόματα που την έχουν υπηρετήσει.

Πόσο δύσκολο είναι τελικά να κάνεις τον άλλον να γελάσει;
Τ.Β.: Για μένα, το γέλιο είναι ένα μικρό θαύμα. Δεν είναι απλώς το να κάνεις τον άλλον να γελάσει. Είναι να μοιραστείς μαζί του μια στιγμή. Κάθε φορά που βλέπω κάποιον στο κοινό να χαμογελά ή να γελάει πραγματικά, νιώθω ότι υπάρχει μια αόρατη σύνδεση.

Τι κρατάς από τις συνεργασίες σου με ανθρώπους που άφησαν έντονο αποτύπωμα στο ελληνικό θέατρο;
Τ.Β.: Τον σεβασμό στη δουλειά, στους συναδέλφους και την ιεραρχία. Αυτοί οι σπουδαίοι άνθρωποι που είχα την τύχη να συνεργαστώ κληρονόμησαν αρχές, ήθος και τέχνη απ' τους παλαιότερους. Με τη σειρά τους τα κληροδότησαν κι αυτοί σε εμάς τους τυχερούς που μοιραστήκαμε τη σκηνή μαζί τους.

Τι εκτιμάς περισσότερο σε έναν σκηνοθέτη;
Τ.Β.: Εκτιμώ έναν σκηνοθέτη που ακούει, εμπνέει και σε προκαλεί να δώσεις το καλύτερό σου, με σεβασμό και ειλικρίνεια.

Πώς βλέπεις το ελληνικό θέατρο σήμερα;
Τ.Β.: Το ελληνικό θέατρο, τα τελευταία χρόνια, είχε πληγωθεί και αντιμετώπισε προκλήσεις και δυσκολίες. Παρ' όλα αυτά, σήμερα παραμένει ζωντανό και δημιουργικό, με μια νέα γενιά που πειραματίζεται, αλλά πάντα με σεβασμό στην παράδοση και το κοινό.

Πιστεύεις ότι το κοινό έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια;
Τ.Β.: Το κοινό έχει αλλάξει. Καθώς αλλάζουν και οι συνθήκες της ζωής έτσι τόσο γρήγορα, το κοινό ζητά αλήθεια και συγκίνηση πιο άμεσα. Θέλει να νιώσει, να ταυτιστεί, και αυτό κάνει το θέατρο πιο ζωντανό από ποτέ.

Πώς είναι η εμπειρία του να παίζεις για Έλληνες του εξωτερικού;
Τ.Β.: Είχα την τύχη, τα τελευταία χρόνια, να παίζω στο εξωτερικό για την ελληνική ομογένεια. Η εμπειρία μου ήταν μοναδική και συγκινητική. Υπάρχει μια έντονη αίσθηση κοινότητας και νοσταλγίας. Νιώθεις ότι μέσα από την παράσταση μεταφέρεις ένα κομμάτι της πατρίδας. Η ελληνική ομογένεια είναι για εμένα μια τεράστια αγκαλιά και οι άνθρωποι που γνώρισα έγιναν φίλοι ζωής και καρδιάς. Τους αγαπώ!

Υπάρχει κάποια στιγμή πάνω στη σκηνή που έχει χαραχτεί μέσα σου;
Τ.Β.: Μόνο μία; Ατελείωτα γέλια που για αρκετή ώρα δεν μπορείς να αρθρώσεις λέξη, ευτράπελα που καταλαβαίνουμε μόνο εμείς και άπειρη χαρά.

Τι σου δίνει μεγαλύτερη ικανοποίηση: το χειροκρότημα ή η σιωπή μετά από μια δυνατή σκηνή;
Τ.Β.: Το χειροκρότημα είναι υπέροχο και συγκινητικό, αλλά η σιωπή, όταν είναι γεμάτη, είναι το απόλυτο σημάδι ότι η παράσταση άγγιξε την ψυχή του κοινού.

Υπήρξαν στιγμές που σκέφτηκες να τα παρατήσεις;
Τ.Β.: Να τα παρατήσω, όχι, αλλά πάντα ασχολούμαι και με άλλα πράγματα που με γεμίζουν. Η δουλειά μας δεν χορταίνεται αλλά υπάρχει ζωή και έξω από το θέατρο.

Πώς διαχειρίζεσαι τις περιόδους αβεβαιότητας σε ένα τόσο απαιτητικό επάγγελμα;
Τ.Β.: Σε αυτό το επάγγελμα η αβεβαιότητα είναι δεδομένη, οπότε μαθαίνεις να τη διαχειρίζεσαι. Προσπαθώ να βλέπω κάθε περίοδο αναμονής ή δυσκολίας σαν ευκαιρία για εξέλιξη.

Σε ποια φάση της καλλιτεχνικής σου διαδρομής νιώθεις ότι βρίσκεσαι τώρα;
Τ.Β.: Νιώθω ότι βρίσκομαι σε μια φάση ωριμότητας, όπου έχω μάθει να εκτιμώ κάθε στιγμή και κάθε συνεργασία. Είναι μια περίοδος που με ενδιαφέρει το θέατρο και επιχειρηματικά και εργάζομαι πάνω σε αυτό.

Υπάρχει κάτι που ονειρεύεσαι ακόμα να κάνεις στο θέατρο;
Τ.Β.: Θα ήθελα να δημιουργώ παραστάσεις και να τις ταξιδεύω σε Ελλάδα και εξωτερικό για να μένει ζωντανή αυτή η πολιτιστική σύνδεση με τους Έλληνες της ομογένειας, να ακούγεται η ελληνική γλώσσα, να ζωντανεύει η ελληνική ψυχή!

Πολύ σπουδαίο αυτό και σου το εύχομαι ολόψυχα.
Τ.Β.: Σε ευχαριστώ!

Αν έγραφες εσύ έναν ρόλο ειδικά για σένα, πώς θα τον φανταζόσουν;
Τ.Β.: Έχω κάνει κάποιες απόπειρες και έχω γράψει ρόλους για εμένα μέχρι τώρα πάντα στο πλαίσιο της κωμωδίας και πραγματικά τους έχω χαρεί πολύ. Ντρέπομαι λίγο που το λέω, αλλά ανακάλυψα ότι μπορώ να γράψω.

Να ξέρεις ότι το να νιώθεις λίγη ντροπή ή αμφιβολία όταν ανακαλύπτεις ότι μπορείς να γράψεις, είναι απολύτως φυσιολογικό, αλλά είναι ήδη μια τεράστια αρχή. Το πέρασα κι εγώ αυτό στα πρώτα μου βιβλία και άρθρα. Να συνεχίσεις λοιπόν, να γράφεις, να πειραματίζεσαι και να εμπιστεύεσαι τη φωνή σου. Κάθε λέξη που βγαίνει από σένα είναι σημαντική και θα εκπλαγείς με το πόσο μακριά μπορεί να σε οδηγήσει αυτό.
Πες μου όμως, αν υποθέσουμε πως έχεις απέναντί σου έναν νέο άνθρωπο που ξεκινάει τώρα το ταξίδι του στην υποκριτική, τι θα του έλεγες;
Τ.Β.: Να ξεκινήσει από αγάπη και να μην χαθεί στο κυνήγι της διασημότητας γιατί αυτή είναι μια λάθος εκκίνηση κατά τη γνώμη μου. Να τολμήσει, να μάθει από κάθε εμπειρία και να δίνει πάντα κάτι αληθινό στον θεατή. Να έχει υπομονή, επιμονή και να κατανοήσει ότι το θέατρο είναι ομαδική δουλειά.

Τίσσα, σε ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο σου, για την ειλικρίνεια και τη γενναιοδωρία με την οποία μοιράστηκες τη διαδρομή, τις σκέψεις και τις αγωνίες σου. Σου εύχομαι να συνεχίσεις να βρίσκεις στο θέατρο αυτό που σε κρατάει ζωντανή και δημιουργική και εμείς να σε συναντάμε και να σε απολαμβάνουμε πάντα εκεί, πάνω στη σκηνή.
Τ.Β.: Σε ευχαριστώ κι εγώ Γιώργο, για την όμορφη συζήτηση και για τον τρόπο που άκουσες τη διαδρομή μου. Οι ερωτήσεις σου μου έδωσαν χώρο να μιλήσω με αλήθεια και αυτό το εκτιμώ βαθιά. Ήταν χαρά μου αυτή η συνάντηση.

Η συζήτηση με την Τίσσα Βασιλάκη δεν αφήνει την αίσθηση μιας απλής συνέντευξης, αλλά ενός ουσιαστικού διαλόγου για το θέατρο, τον άνθρωπο και τον χρόνο. Για εκείνη τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο γέλιο και τη συγκίνηση, στην ασφάλεια και το ρίσκο, στη σκηνή και τη ζωή. Σε μια εποχή που όλα τρέχουν γρήγορα, η στάση της υπενθυμίζει ότι το θέατρο παραμένει ζωντανό όταν υπηρετείται με αλήθεια, γενναιοδωρία και βαθιά πίστη στη συλλογικότητα. Και όσο υπάρχουν άνθρωποι που ανεβαίνουν στη σκηνή με αυτή τη συνείδηση, το θέατρο θα συνεχίζει να μας αφορά, να μας αγγίζει και να μας ενώνει.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε φωτογραφία της Τίσσας Βασιλάκη από τον Θάνου Γεωργίου.
Η Τίσσα Βασιλάκη είναι Κερκυραία και υπερήφανη για την ευγενική καταγωγή της. Είναι ηθοποιός με πάνω από 25 χρόνια εμπειρίας στο θέατρο και την τηλεόραση. Έχει υπηρετήσει με επιτυχία διάφορα είδη θεάτρου –από δράμα και κωμωδία μέχρι επιθεώρηση– και έχει συνεργαστεί με σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου, αφήνοντας έντονο καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Μεγάλη της αγάπη είναι η σκηνή και η σύνδεση με το κοινό, είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό, σε παραστάσεις για Έλληνες ομογενείς. Η Τίσσα ξεχωρίζει για την αλήθεια και τη ζωντάνια που φέρνει σε κάθε ρόλο, καθώς και για την ικανότητά της να μεταδίδει συγκίνηση και χιούμορ με φυσικότητα. Παράλληλα με την υποκριτική, δραστηριοποιείται και σε δημιουργικά projects που προβάλλουν την ελληνική πολιτιστική παράδοση, συνδυάζοντας εμπειρία, πάθος και σεβασμό στην τέχνη της σκηνής.