Ανάνηψη

Πέτρου Βαζακόπουλου

Πέτρου Βαζακόπουλου Ανάνηψη

Ενα προς χίλια. Δύο προς χίλια. Τρία προς χίλια. Η καρδιά μου χτυπάει σαν τρελή. Νομίζω συντονίζεται με εκείνου του ανθρώπου, που κρατώ τη ζωή του στα χέρια μου, αλλά δεν είναι αλήθεια. Η ελπίδα μου να αναζωογονηθεί άμεσα υπερέχει των δικών μου χτύπων και υπερκαλύπτει τα πάντα με την δική μου αγωνιώδη καρδιακή λειτουργία. Πρέπει άμεσα να δώσω ώθηση σε εκείνο το κρύο σώμα.

Περιμένω λίγo, μετά πιέζω με τις παλάμες μου ενωμένες ξανά, τοποθετημένες την μία επάνω στην άλλη. Έπειτα δίνω με τα χείλη μου στο στόμα του πνοή και περιμένω με αγωνία στον λιγοστό χρόνο που απομένει ανάμεσα από τις αναπνοές μου. Νιώθω ευτυχής που η ανάσα μου ακόμα υπάρχει ενώ εκείνου του ανθρώπου δεν βγαίνει καν από το σώμα του. Στην πραγματικότητα εκείνος μοιάζει με αμάξι που κάποιος μηχανικός επισκευάζει, ένα σκουριασμένο και ταλαιπωρημένο από τον χρόνο αυτοκίνητο που έχει ανάγκη τα βασικά υγρά για να λειτουργήσει, λίγο γράσο, μερικά καλώδια και λίγο ρεύμα για να δώσει μια μικρή ώθηση ώστε να πάρει μπροστά το σώμα του άψυχου ανθρώπου.

Όσο πιέζω το στήθος του με τα χέρια μου νιώθω πως ο χρόνος του τελειώνει γιατί δεν βλέπω σημάδια βελτίωσης και αρχίζω να φαντάζομαι πως μια μπλε αύρα αρχίζει να βγαίνει από το σώμα του. Χαζομάρες, σκέφτομαι στιγμιαία ενώ η πραγματικότητα έρχεται να μου υπενθυμίσει πως έξω από το ασθενοφόρο που βρισκόμαστε τρέχει λυσσαλέα και μας προσπερνά ένα αστυνομικό αυτοκίνητο έχοντας τις κόκκινες και μπλε σειρήνες του ανάμενες. Εκείνες φώτιζαν την ατμόσφαιρα και όσο το έκαναν δεν υπήρχε καμία ανταπόκριση από τον ασθενή.

Τώρα τι ήταν εκείνος ο άγνωστος; Ένα τίποτα, μια παράκληση της ζωής ώστε εκείνος ο άνθρωπος να υπάρξει για λίγο ακόμα χρόνο. Άραγε, να γνώριζε κανείς αν εκείνος ήθελε να παραμείνει στη ζωή ή όχι; Σκεφτόμουν πως κάποιος άλλος, ίσως ο παντοδύναμος, είχε φορέσει την στολή του με το δρεπάνι και μας κοιτούσε από τον ουρανό χαμογελώντας με τις άκαρπες προσπάθειές μας. Τον αισθανόμουν που παρακολουθούσε το ασθενοφόρο σαν κάποιο είδος ιπτάμενου παρατηρητή και τα φτερά του ήταν τόσο τεράστια που κάλυπταν τον ήλιο.

Το ασθενοφόρο έτρεχε σαν τρελό μέσα στην παράνοια της λεωφόρου. Οι σειρήνες φώναζαν, μέσα σε μια ψεύτικη χρονική σήραγγα, ότι αυτό που εκτυλισσόταν ήταν θέμα ζωής και θανάτου κι εγώ συνέχιζα να πιέζω το στήθος με κόπο και ένταση μετρώντας αγωνιωδώς τις στιγμές. Πήρα μια μεγάλη ανάσα και εναπόθεσα τις τελευταίες ελπίδες μου επάνω στο σώμα του. Πίεσα το στήθος του με λίγο περισσότερη δύναμη και νομίζω πως ένιωσα τις νευρικές απολήξεις τις καρδιάς να δίνουν ένα μικρό, απειροελάχιστο ρεύμα.

Όμως τίποτα, κενό, καμία κίνηση από το αναπνευστικό σύστημα. Το σώμα δεν ήθελε να υπάρξει ενώ στο μυαλό μου μια φευγαλέα σκέψη αναδυόταν. Πόσοι άνθρωποι θα περνούσαν από τα χέρια μου ακόμα; Η σκέψη αυτή συνοδευόταν από εξαντλητική σωματική κόπωση καθώς ένιωθα πως μαζί με εκείνους τους σχεδόν «ετοιμοθάνατους» πάλευα κι εγώ να υπάρξω κι ότι και η δική μου σπίθα ζωής έσβηνε αργά και σταθερά.
Όσο προσπαθούσα να δώσω ζωή σε όλους αυτούς που πάσχιζαν να κρατηθούν στη ζωή, τόσο ένιωθα ότι έχανα λίγο από την δική μου.
Ο δρόμος που διένυα κάθε μέρα μέσα στο ασθενοφόρο φαινόταν σαν ένα μεγάλο ατελείωτο ποτάμι που χώριζε τον θάνατο από τη ζωή με έναν λεπτό, επίμονο, κολλημένο ήχο. Πηγαίναμε σε όλες τις μεριές της πόλης ανταποκρινόμενοι στις κλήσεις για βοήθεια και έπειτα γυρνούσαμε πίσω στη βάση μας, στο νοσοκομείο. Ο κόσμος έξω από το μεταλλικό ασθενοφόρο που βρισκόμουν φάνταζε μουντός με φωνές ασχημάτιστες και ήχους που ανήκαν σε κάποια άλλη ζωή, κάποιων άλλων όντων που νόμιζαν ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν, ότι θα μένουν υγιείς για πάντα.

Στην κόλαση και πάλι πίσω, σκεφτόμουν ενώ κάθε μορφή, κάθε άνθρωπος που αντίκριζα από εκείνους που μεταφέραμε πλέον δεν είχε όνομα. Είχε μόνο έναν αριθμό. Με την αίσθηση αυτή συνοδευόταν η έλλειψη των χαρακτηριστικών των προσώπων και όσο εκείνα χανόντουσαν, στη θέση τους υπήρχαν κενά ασχημάτιστα πρόσωπα. Όλα πλέον τα πρόσωπα που αντίκριζα έμοιαζαν να έχουν βγει από το ίδιο μονόπλευρο ασχημάτιστο καλούπι.

Το ασθενοφόρο ξαφνικά ταρακουνήθηκε πατώντας σε μια μικρή λακκούβα και την στιγμή που πήγα να πιαστώ από κάπου ένα χέρι με έπιασε κρατώντας δυνατά τον καρπό μου. Ο ασθενής που προσπαθούσα να αναζωογονήσω τόση ώρα και δεν επανερχόταν, τώρα, είχε ανοίξει τα μάτια του και μου μιλούσε.
Πρέπει να βγεις έξω από εδώ, μου είπε. Τώρα. Σταμάτα να αναβιώνεις τον εαυτό σου, εκείνος δεν έχει πεθάνει ακόμα.
Είχα χρόνια πολλά, είναι η αλήθεια, που έκανα αυτή τη δουλειά και ένιωθα πολύ έμπειρος εκείνη τη στιγμή για να καταλάβω πως δεν ήταν κάποιο παιχνίδι της φαντασίας όμως αυτό που μόλις είχε συμβεί ήταν αδύνατο να χωρέσει στη λογική μου. Δεν με είχε παραξενέψει το γεγονός ότι ο ασθενής ξαφνικά αναβίωσε, άλλωστε αυτό προσπαθούσα να πετύχω και πιστεύω το έκανα για μια στιγμή αλλά ότι εκείνος μιλούσε βαθιά μέσα στην ψυχή μου, σαν να με ήξερε. Πώς ήταν δυνατόν να γίνεται αυτό;

Μέσα από το ασχημάτιστο προσωπείο του είδα τα χαρακτηριστικά του προσώπου να μεταλλάσσονται και να σχηματίζεται ένα άλλο πρόσωπο. Η ομοιότητα με το δικό μου ήταν εκπληκτική. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα ότι εκείνος που δεν επανερχόταν στη ζωή ήταν ο δικός μου εαυτός και όσο ανατρίχιαζα στην ιδέα της μη επαναφοράς, τόσο χανόμουν στις μακρινές αναμνήσεις μου. Πόσο χρόνο και ενέργεια είχα ξοδέψει για όλους τους άλλους που αναζωογονούσα και σχεδόν τίποτα για τον εαυτό μου; Πού ήμουν εγώ στη ζωή;

Τώρα αισθανόμουν ένας κουρελιασμένος αγγελιοφόρος που ταξίδευε στο άγνωστο. Σπίτι μου ήταν για μένα ο δρόμος που διάβαινα μέσα σε ένα ασθενοφόρο και τα σύννεφα σκέπαζαν τα όνειρά μου το βράδυ για να συνεχίσω την επόμενη μέρα μοιάζοντας όλο και περισσότερο με εξαντλημένο και κατάκοπο ασθενή. Το κρύο, η υγρασία του αέρα και τα καύσιμα από τον δρόμο εισχωρούσαν στη μύτη μου, γινόντουσαν συνοδοιπόροι στην κατάντια μου και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που δεν είχα καταφέρει να σώσω από τη ζωή ερχόντουσαν όλο και πιο κοντά μου. Με κοιτούσαν αμίλητοι σαν σκιές και καταλάβαινα πως περίμεναν την κατάλληλη στιγμή να περάσουν το ενδιάμεσο σημείο της πραγματικότητας ώστε να γεμίσουν τη κλεψύδρα του δικού τους χρόνου με κόκκους από την δική μου ψυχή.

Να πω την αλήθεια ένιωθα πως εκείνος ο ασθενής δεν με ένοιαζε ώστε να αναβιώσει και με το που τον είδα να επανέρχεται, για μια μικρή στιγμή περίεργης έκλαμψης, δεν εντυπωσιάστηκα. Κατά βάθος ήθελα εκείνος να πεθάνει ώστε να πάω νωρίτερα στο σπίτι, να τελειώσουν όλα με μία κίνηση και να σβήσω στο σκοτάδι του κρεβατιού μου μία ώρα νωρίτερα. Μα ο φτερωτός άγγελος είχε άλλα, πιο σκοτεινά, σχέδια αφού ένιωθα πως τα φτερωτά του χέρια με είχαν πλέον υπερκαλύψει και ήμουν πλέον μέρος κι εγώ του σκοταδιού.

Το ασθενοφόρο άρχιζε να αυξάνει ταχύτητα σαν να είχε διαβάσει την σκέψη μου για να τελειώναμε πιο νωρίς την πορεία μας. Ο ασθενής δεν έδειχνε σημάδια ανάκαμψης πέρα από εκείνα που μάλλον φανταζόμουν στη συνέχεια και ήταν σχεδόν σίγουρο πως, έπειτα από τόση ώρα πάλης, το μυαλό του δεν έπαιρνε οξυγόνο και όλα πια έμοιαζαν τελειωμένα.


Ήμουν ένοχος

Αυτό το αρνητικό συναίσθημα που αισθανόμουν σε συνδυασμό με την κούραση είχε καταβάλει τόσο την ψυχολογία μου που πλέον όχι μόνο δεν μπορούσα να ανταποκριθώ αλλά, πλέον, μετέφερα ό,τι αρνητικό και μαύρο είχα μέσα μου σε κάθε άνθρωπο που συναντούσα. Πίστευα πως οτιδήποτε άγγιζα πέθαινε κι εγώ τρεφόμουν από τις ψυχολογικές συνέπειες που είχα δημιουργήσει στον εαυτό μου. Τι σκοτεινός, παράξενος, ενοχικός, φαύλος κύκλος!

Δεν μπορούσα να εξηγήσω το όνειρο από την πραγματικότητα καθώς το ωράριο που έκανα έμοιαζε με μια ασυνέχεια του χρόνου, μια λεπτή ενδιάμεση γραμμή που διένυα ως μοναχικός διαβάτης μεταξύ ζωής και θανάτου. Οι σειρήνες δεν σταμάτησαν να ουρλιάζουν ποτέ στο σκοτάδι που βρισκόμουν κι όταν ξάπλωνα στο κρεβάτι μου ήταν μόνο για να σηκωθώ το επόμενο πρωί στον ίδιο μονότονο φαιό κόσμο.
Ακόμα και το μπλε-κόκκινο φως από τις σειρήνες έπαψε να υπάρχει γύρω μου.
Δεν καταλάβαινα πόσο γρήγορα είχε περάσει ο χρόνος από πάνω μου. Μέσα μου ένιωθα μια αχανής θάλασσα να υπάρχει που τώρα όμως έμοιαζε με ένα τεράστιο κενό. Μια ατελείωτη δίψα με κατέκλυσε. Κάτι μέσα μου έδινε τις εντολές να γεμίσω κι άλλο εκείνο το τεράστιο κενό με ακόμα περισσότερο υγρό. Οι μόνοι που ένιωθα πως είχαν μέσα τους αρκετό ακόμα ήταν εκείνοι, οι ετοιμοθάνατοι. Τι νόημα είχε να ζήσουν εκείνοι αφού ήδη το όχημα που τους μετέφερα έμοιαζε με ένα κινητό φέρετρο ενώ εγώ τους περνούσα στην άλλη μεριά; Τι νόημα είχαν όλα αυτά για εκείνους;

Μέσα μου κάτι πρόσταζε, φώναζε και επευφημούσε σαν να ήξερε πως εγώ θα υλοποιούσα τις προσταγές του και θα αφηνόμουν στις ορέξεις τις σάρκας μου. Ότι θα έκανα τις αιματοχυσίες, θα δημιουργούσα θυσίες για εκείνη τη μικρή δολοφονική σκέψη που ξαφνικά είχε βγει από το σκοτάδι. Πόσο παρανοϊκό ήταν να πιστεύω πως θα γέμιζα το τεράστιο κενό μέσα μου με ψυχές, με αίμα;
Μία θυσία μόνο.
Αισθάνθηκα πως έκανα ανάνηψη σε ένα ασχημάτιστο, απρόσωπο, κενό σώμα – τόσο απλό ήταν. Μία διαδικασία που είχα μάθει στη ζωή για τους ζωντανούς και όχι για τους σκοτεινούς. Μπροστά μου έβλεπα όλους εκείνους που είχα επαναφέρει στη ζωή μα τώρα υπήρχε κάτι άλλο. Το σώμα που είχα μπροστά μου είχε χάσει τις ζωτικές λειτουργίες του κι εγώ δεν είχα κανένα συναίσθημα για εκείνο. Ένιωθα όμορφα που τηρούσα τις προσταγές εκείνης της μικρής κυριαρχικής φωνής, γεμίζοντας αργά και σταθερά μέσα μου ένα τεράστιο κενό. Όσο απορροφούσα την ενέργεια, την ψυχή από όλους τους ετοιμοθάνατους με τις κινήσεις των χεριών μου τόσο εγώ ένιωθα ζωντανός και φαινόταν πως το μέτρημα που έκανα ήταν ο αριθμός όλων εκείνων που είχα περάσει στην άλλη μεριά.
Χίλιοι, δύο χιλιάδες, τρεις χιλιάδες.
Συνέχιζα να πιέζω το άψυχο στήθος και μέσα μου ένιωθα ότι υπερχείλιζα με το ζωοφόρο υγρό έχοντας απορροφήσει κάθε σταγόνα από τις ψυχές τους. Επιτέλους αισθάνθηκα ότι στη θάλασσα που είχα δημιουργήσει αντίκριζα καράβια που ταξίδευαν σε άγνωστες θάλασσες. Κι εγώ; Όμως, τι ήμουν εγώ;
Αβοήθητος, σκέφτηκα καθώς όλα γύρω μου σκοτείνιασαν.
Τότε ένιωσα πως είχα βρεθεί στη θέση εκείνου του ανθρώπου που αναζωογονούσα. Άνοιξα τα μάτια μου και τότε εκείνος ο σκοτεινός άγγελος στεκόταν από πάνω μου προσπαθώντας να κάνει κάτι απέλπιδο. Να με επαναφέρει στη ζωή. Μα εκείνος δεν καταλάβαινε πως εγώ δεν είχα τέτοια πρόθεση. Κάποια στιγμή τα κατάφερε και τότε τον είδα με αγωνία να κοιτά το πρόσωπό μου, φωτισμένος. Πόσο πολύ έμοιαζε με το δικό μου.

Ήταν αλήθεια αυτό που είχε καταλάβει για μένα. Δεν ήθελα άλλο να ζήσω αλλά ούτε και εκείνοι οι άνθρωποι. Κανένας δεν είχε δικαίωμα στη ζωή παρά μόνο στον θάνατο. Αντί να αναζωογονώ κόσμο, τους έπαιρνα την ψυχή και όσο το έκανα, η δίψα μου για φόνο μεγάλωνε. Όλοι σχεδόν που περνούσαν από τα χέρια μου πέθαιναν κι εγώ είχα συνηθίσει πλέον στην ιδέα αυτή. Κάθε μέρα που περνούσε ένιωθα ότι γινόταν πιο σκοτεινή καθώς ένιωθα πως το χάρισμα της ζωής είχε αντικατασταθεί με εκείνο του θανάτου και το ασθενοφόρο είχε γίνει ένα σκουριασμένο ιερό σκεύος που μετέφερε τους νεκρούς.


Ο δρόμος που διανύαμε κατέληγε σε ένα κατεστραμμένο, παρατημένο νοσοκομείο μέσα σε έναν άγνωστο σκοτεινό κόσμο. Τα φώτα του εσωτερικού του ασθενοφόρου ήταν πια σβηστά. Βγήκα έξω και παρατήρησα πως το ασθενοφόρο είχε σκουριάσει και τα λάστιχά του ήταν ξεφουσκωμένα ενώ όλα γύρω μου έμοιαζαν σαν να έχουν υποστεί το τέλος ενός φρικτού πολέμου. Κοίταξα έξω, γύρω από τα χαλάσματα και συνειδητοποίησα πως όλοι οι άνθρωποι είχαν εξαφανιστεί από τον κόσμο.

Επιτέλους, σκέφτηκα καθώς κοίταζα λίγο πιο κάτω τη διάθλαση που έκανε η όρασή μου στον ορίζοντα και δημιουργούσε ένα όραμα, ένα είδος ψεύτικης θάλασσας. Όλα εκείνα τα δάκρυα, οι ελπίδες, σαν ψυχές των ανθρώπων, βρισκόντουσαν στο ίδιο σημείο μαζεμένα. Κοίταξα γύρω μου την ολοκληρωτική καταστροφή. Τότε αισθάνθηκα πως εκείνο το ανέκφραστο πτώμα που αντίκριζα καθρεφτιζόταν επάνω μου και η καρδιά μου, όπως εκείνου, σταματούσε.

Ένιωθα τον εαυτό μου να πλέει μέσα σε εκείνη την ατελείωτη θάλασσα γαλήνιος. Κοιτούσα, προς τα πάνω στον ουρανό, τον σκοτεινό φτερωτό θεό όταν έκλεισα τα μάτια μου και η άβυσσος της θάλασσας που είχα δημιουργήσει με τράβηξε μέσα στον βυθό της μια για πάντα. Τώρα θα ήμουν μαζί με εκείνους που προσπαθούσα να σώσω. Μαζί με εκείνον.


Copyright © Πέτρος Βαζακόπουλος All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε ψηφιακό έργο του ίδιου.