Χρυσούλα Διπλάρη: Όταν η μαγεία βρίσκει φωνή!

Χρυσούλα Διπλάρη

Υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν ιστορίες και υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μέσα στις ιστορίες – τις περπατούν, τις μαζεύουν από τον δρόμο, τις ακούνε να ψιθυρίζουν στα πιο ασήμαντα στιγμιότυπα της ημέρας. Η Χρυσούλα ανήκει αδιαπραγμάτευτα στη δεύτερη κατηγορία. Η φωνή της δεν γεννήθηκε από φιλοδοξία ή τεχνική ανάγκη· γεννήθηκε από μια ρωγμή. Από εκείνο το σκοτάδι που, αντί να καταπιεί, άνοιξε δρόμο.

Η γραφή για τη Χρυσούλα δεν είναι επάγγελμα, ούτε απλώς τέχνη. Είναι σωσίβιο, τελετουργία, πράξη αντίστασης απέναντι σε έναν κόσμο που βιάζεται να ξεχάσει τη μαγεία του. Στις λέξεις της το θαυμαστό συνυπάρχει με το καθημερινό χωρίς εξηγήσεις. Ένας γάτος, μια χρυσόμυγα, ένας άστεγος στο τρένο, μια κούκλα που κουβαλά μνήμη. Όλα έχουν ψυχή, όλα έχουν ιστορία, όλα δικαιούνται να ειπωθούν. Ο μαγικός ρεαλισμός της δεν είναι αισθητική επιλογή· είναι κοσμοθεωρία.

Αυτή η συνέντευξη δεν είναι απλώς μια καταγραφή σκέψεων. Είναι ένα άνοιγμα καρδιάς. Μια περιπλάνηση στον τρόπο που γεννιούνται οι ιστορίες, που ωριμάζουν, που αντιστέκονται, που επιμένουν. Είναι μια υπενθύμιση ότι η φαντασία δεν είναι πολυτέλεια – είναι τρόπος επιβίωσης.

Χρυσούλα, πότε κατάλαβες ότι η συγγραφή θα ήταν η κύριά σου φωνή;
Χρυσούλα Διπλάρη: Πριν από –σχεδόν– είκοσι χρόνια, μετά από μια μεγάλη απώλεια, είχα βυθιστεί στο σκοτάδι. Τότε, πάνω στην ώρα, ξανασυναντήθηκα με τη γραφή, η οποία με ανέσυρε, με θεράπευσε, με έσωσε… μου έδειξε έναν καινούργιο δρόμο, μου έδωσε έναν άλλο σκοπό και μια ολοκαίνουργια φωνή, όταν όλες οι υπόλοιπες είχαν σιγήσει. Και με αυτή τη φωνή πορεύομαι από τότε και, θεωρώ, μέχρι τέλους…

Οι ήρωες από τις χειροποίητες κούκλες σου ζουν ακόμα στις ιστορίες σου. Πώς ήταν η μετάβαση από το εικαστικό στο λογοτεχνικό;
Χ.Δ.: Ομαλότατη. Άλλωστε το λογοτεχνικό προϋπήρχε, η πρώτη μου αγάπη ήταν η ποίηση, έγραφα από το σχολείο ακόμα. Και το εικαστικό είναι ποίηση εξάλλου, αφού «ποιώ» σημαίνει δημιουργώ. Όλα είναι εκφάνσεις ενός και μοναδικού πράγματος, της δημιουργίας.

Τα βιβλία σου έχουν έναν μοναδικό συνδυασμό μαγείας και καθημερινότητας. Ποιο είναι το κλειδί για να δημιουργήσεις αυτή την ισορροπία;
Χ.Δ.: Το κλειδί λέγεται «μαγικός ρεαλισμός» και είναι ένα λογοτεχνικό κίνημα, που εισάγει στη γραφή έναν άλλο τρόπο θεώρησης των πραγμάτων, κατά τον οποίο το μη πραγματικό ή αλλόκοτο εισχωρεί στην καθημερινότητα ως κάτι κοινό και συνηθισμένο. Αγαπώ το συγκεκριμένο είδος και η γραφή μου κλίνει προς αυτό, επειδή η κοσμοθεωρία μου αποδέχεται τη «μαγεία» και το θαύμα, πράγματα που δυστυχώς, έχουμε απωθήσει –για να μην πω απωλέσει– στην ανισόρροπη κατάσταση που ζούμε πλέον όλοι και με θράσος αποκαλούμε «ζωή μας».

Αν έπρεπε να περιγράψεις τον κόσμο των Μαγ(ειρ)ικών ιστοριών ή των Χρονικών της Ταμπου-Ρίας σε τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν;
Χ.Δ.: Μαγειρεύω μαγικές ιστορίες και… Τρολάροντας τον ψυχίατρο!

Υπάρχει κάποια ιστορία σου που νιώθεις ότι σε «κυνηγάει» ακόμα και μετά την ολοκλήρωσή της;
Χ.Δ.: Με κυνηγάνε διάφορα, παλιά και καινούργια. Τα κυνηγάω κι εγώ. Παίζουμε κρυφτό. Μια τα βρίσκω, μια με βρίσκουν... Κάποια αφήνω πίσω μου, άλλα τα βρίσκω μπροστά μου. Γίνεται της…γραφής!

Πώς επιλέγεις τα θέματα για τα διηγήματα ή τα μυθιστορήματά σου; Είναι κάτι που προκύπτει αυθόρμητα ή το σκέφτεσαι πολύ πριν ξεκινήσεις;
Χ.Δ.: Συνήθως έρχεται μια ιδέα και με βρίσκει, σαν έμφραγμα, κατευθείαν στην καρδιά. Αυτά είναι τα καλύτερα, γιατί ρέουν σαν νεράκι από πηγή, είναι έτοιμα κάπου μέσα μου και απλά περιμένουν μια ρωγμή για να ξεχυθούν προς τα έξω. Υπάρχουν όμως και τ' άλλα, τα βασανιστικά, τα γράφω σβήνω, τα δεν κοιμάμαι, ή κοιμάμαι αλλά πετάγομαι εν τω μέσω της νυκτός και σημειώνω αλλόφρων, να προλάβω, να μην ξεχάσω τι μου 'ρθε βραδιάτικα. Είναι αυτά που σκέφτομαι και θέλω πολύ, αλλά μου ξεγλιστράνε για καιρό προτού κατακάτσουν μέσα μου και μ' αφήσουν να τα πλησιάσω. Είναι άγρια αυτά, θέλουν ημέρωμα, σιγά σιγά, με υπομονή, με αφοσίωση, με μελέτη. Εν ολίγοις, απ' όλα έχει ο μπαξές!

Ποιο κομμάτι της δημιουργικής διαδικασίας αγαπάς περισσότερο: την αρχική ιδέα, τη γραφή ή την ολοκλήρωση της ιστορίας;
Χ.Δ.: Η αρχική ιδέα είναι έρωτας, η γραφή σχέση και η ολοκλήρωση γέννα και ξαλάφρωμα. Τα αγαπώ όλα, αλλά με συναρπάζει η αρχή, όταν ερωτεύομαι και η ιδέα με καταπίνει και με πλάθει μέσα της, μέχρι να μου επιτρέψει να την κάνω λέξεις.

Έχεις δηλώσει ότι ο χρόνος αποτελείται από ρέουσες ιστορίες. Πώς εφαρμόζεις αυτή την ιδέα στην καθημερινότητά σου;
Χ.Δ.: Μα, πώς αλλιώς μπορεί να είναι; Σηκώνομαι το πρωί και ο γάτος μου νιαουρίζει κι όπως ανοίγει το στόμα, μια χρυσόμυγα που έχει τσακώσει, βρίσκει την ευκαιρία να πετάξει ελεύθερη μακριά. Να μια πανέμορφη ιστορία. Μετά, μπαίνοντας στο τρένο, να ένας άστεγος μ' έναν σκύλο, που τρέμουν από τις κακουχίες. Να άλλη μια ιστορία, θλιβερή αυτή. Περπατώντας στην πόλη, πέφτω πάνω σε οργανοπαίχτες, κουκλοπαίχτες, κουλουράδες, λαχειοπώλες, περιπλανώμενους, ζητιάνους, θεάματα λογής λογής, ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου. Κάθε τι από αυτά κρύβει πίσω του μια ιστορία. Με παίρνει κάποιος τηλέφωνο και μου λέει ένα νέο για κάποιο κοινό γνωστό. Οπ! Να το κουτσομπολιό, που φτιάχνει άλλη μια –πικάντικη ίσως– ιστορία. Μέχρι να τελειώσει η μέρα μου, έχω σοδιάσει τουλάχιστον καμιά δεκαριά και βάλε διαφορετικές ιστορίες. Νομίζω πως έχω καλή συγκομιδή για μια μέρα. Δεν έχω δίκιο;

Απόλυτο και συμφωνώ! Όμως, ποιον χαρακτήρα σου θα ήθελες να συναντήσεις σε πραγματικό κόσμο, και γιατί;
Χ.Δ.: Οπ! Τώρα πραγματικά με ξάφνιασες! Τι ωραία και δύσκολη ερώτηση… Λοιπόν, για να δούμε… κάποιους χαρακτήρες τούς έχω ήδη συναντήσει, μιας και πολλές από τις ιστορίες μου είναι κατά ένα μέρος αληθινές. Κάποιους, δεν θα ήθελα να τους συναντήσω ποτέ… Ποιον όμως θα ήθελα να συναντήσω στην πραγματικότητα; Δεν ξέρω… ίσως να είναι κάποιος που δεν έχει ακόμα γεννηθεί (μέσα στο μυαλό μου εννοώ). Ρώτησέ με ξανά στο επόμενο βιβλίο!

Να είσαι βέβαιη πως θα το κάνω. Για πες μου τώρα, πώς σου φαίνεται να βλέπεις τους στίχους σου να παίρνουν μορφή μέσα σε τραγούδια και άλμπουμ;
Χ.Δ.: Απολύτως μαγευτικό! Με συνεπαίρνει. Θεωρώ μια από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής μου την παρουσίαση των τραγουδιών μας με την ομάδα των Στιχάρπαστων, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. Η αλληλεπίδραση με το κοινό ήταν κάτι που δύσκολα μπορείς να το περιγράψεις. Μπορείς μόνο να το βιώσεις.

Τι σημαίνει για σένα η συνεργασία με την ομάδα Στιχάρπαστοι; Πώς διαφοροποιείται από τη μοναχική συγγραφή;
Χ.Δ.: Οι συνεργασίες είναι ζόρικο πράγμα, ειδικά αν είσαι μοναχικό άτομο ή ασκείς το μοναχικό σπορ της συγγραφής. Στην συγγραφή έχεις να παλέψεις μόνο με το γραπτό σου κι αυτό είναι ήδη πολύ δύσκολο. Φαντάσου να έχεις να παλέψεις με πέντε ακόμα πολύπλοκες προσωπικότητες –καλλιτέχνες γαρ– που επιπλέον η καθεμία από αυτές παλεύει με τα δικά της γραπτά! Μύλος! Το πόσο έχουμε μαλώσει μεταξύ μας, είναι αφάνταστο! Αλλά και το πόσο πολύ έχουμε αγαπηθεί, είναι ασύλληπτο! Οι Στιχάρπαστοι είναι για μένα οικογένεια, με όλες τις αρετές και όλη τη δυσκολία που αυτό συνεπάγεται. Είναι ένα μεγάλο και σημαντικό κεφάλαιο της ζωής μου, που δεν θα το άλλαζα για τίποτα στον κόσμο.

Πώς αντιμετωπίζεις τις προκλήσεις και τις αμφιβολίες στη συγγραφή; Υπάρχει κάποια ρουτίνα που σε βοηθάει;
Χ.Δ.: Για μένα, δεν υπάρχει ούτε ρουτίνα, ούτε συνταγή. Απλά εγκυμονώ και μετά γεννάω. Όσο για τις αμφιβολίες, αυτές παραμονεύουν παντού, αλλά κάθε φορά, σκέφτομαι πως «νους που δεν αμφέβαλλε, δεν πίστεψε ποτέ!» και τις ξεπερνάω…

Ποιες ιστορίες από τις προηγούμενες συλλογές σου θα ήθελες να ξαναγράψεις ή να επεκτείνεις;
Χ.Δ.: Νομίζω «Τα χρονικά της Ταμπου-Ρίας». Και κάποια στιγμή ίσως όντως το πράξω.

Τι ρόλο παίζει η φαντασία στην καθημερινή σου ζωή; Χρησιμοποιείς τεχνικές ή μικρά «κόλπα» για να τη διατηρείς ζωντανή;
Χ.Δ.: Κατά τη γνώμη μου, η φαντασία είναι χαρακτηριστικό ενός ανθρώπου όπως π.χ. η μεγάλη μύτη ή το χρώμα των ματιών. Την έχεις ή όχι. Αν την έχεις, σίγουρα μπορείς να την επεκτείνεις με διάβασμα, ταινίες, ταξίδια, δηλαδή τσιγκλώντας την με διάφορα ερεθίσματα. Αυτό είναι το «κόλπο».

Αν έπρεπε να δώσεις μια συμβουλή σε νέους συγγραφείς, ποια θα ήταν;
Χ.Δ.: Να διαβάζουν ποίηση. Θ' ανοίξουν οι ορίζοντές τους.

Υπάρχει κάποια λέξη ή φράση που θεωρείς «μαγική» και σε ακολουθεί από βιβλίο σε βιβλίο;
Χ.Δ.: «Παραμυθία σημαίνει παρηγοριά».

Τι θέλεις να κρατήσουν οι αναγνώστες σου όταν κλείνουν ένα βιβλίο σου;
Χ.Δ.: Την παραμυθία, το «πέφτω, αλλά σηκώνομαι ξανά», το «άσε την καρδιά σου ανοιχτή και θα δεις να συμβαίνουν θαύματα!»

Ποιο είναι το επόμενο ταξίδι σου στον κόσμο των ιστοριών; Έχεις ήδη κάτι στα σκαριά;
Χ.Δ.: Πάντα κάτι σκαρώνω και μετά… σκαλώνω! Έχω ήδη πολλά «κάτι» που τα έχω αρχίσει. Μια ποιητική συλλογή, ένα παραμύθι, ιστορίες ξανά. Όλα αυτά βρίσκονται σε διάφορα στάδια επεξεργασίας. Κύριος οίδε τι θα βγει πρώτο και γιατί. Θα φανεί στην πορεία.

Χρυσούλα σε ευχαριστώ για όλα όσα μοιράστηκες μαζί μας και σου εύχομαι να έχεις μία επιτυχημένη συνέχεια σε ότι κι αν κάνεις.
Χ.Δ.: Αστειεύεσαι; Εγώ ευχαριστώ για την ευκαιρία να μιλήσω «εκ βαθέων» για τα πράγματα που αγαπώ, και να «εκθέσω» την αλήθεια μου, μέσα από τόσο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις. Εύχομαι, αυτό το παραμύθι να συνεχιστεί μέχρι τέλους, γιατί σ' αυτό τον άγριο καιρό που βρεθήκαμε, τα παραμύθια μάς είναι απαραίτητα, όπως το νερό και η ανάσα. Επειδή παραμυθία, σημαίνει παρηγοριά… Αντεύχομαι για έργα καλά!

Κλείνοντας αυτή τη συνομιλία, μένει μια αίσθηση παράξενης παρηγοριάς. Σαν να άκουσες μια αλήθεια που ήξερες ήδη, αλλά είχες ξεχάσει πώς να τη λες δυνατά. Ότι ο κόσμος, όσο σκληρός κι αν μοιάζει, εξακολουθεί να είναι γεμάτος ιστορίες. Και ότι κάποιος πρέπει να έχει το θάρρος να τις ακούσει.

Η Χρυσούλα δεν υπόσχεται εύκολες απαντήσεις κι ούτε χαρίζει βεβαιότητες. Προσφέρει κάτι πιο σπάνιο: παραμυθία. Εκείνο το «πέφτω και ξανασηκώνομαι», το «άφησε την καρδιά σου ανοιχτή», το «υπάρχει χώρος ακόμα για θαύματα».

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το μεγαλύτερο δώρο της γραφής της: ότι δεν σε αφήνει αλώβητο, αλλά ούτε και μόνο. Σε καλεί να δεις τη ζωή όχι ως ευθεία γραμμή, αλλά ως ποτάμι από ρέουσες ιστορίες, άλλες φωτεινές, άλλες σκοτεινές, αλλά όλες αναγκαίες.

Και κάπου ανάμεσά τους, αν σταθείς για λίγο και αφουγκραστείς, μπορεί να ακούσεις κι εσύ τη δική σου φωνή να ζητάει να ειπωθεί.

Χρυσούλα, σ' ευχαριστώ και πάλι!



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η Χρυσούλα Διπλάρη είναι παραμυθού και Στιχάρπαστη. Ένα μεγάλο μέρος της ζωής της το αφιέρωσε φτιάχνοντας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, τα παραμύθια της. Στην αρχή, τα έπλαθε κυριολεκτικά με τα χέρια, μιας και για πολλά χρόνια είχε ένα εργαστήρι κατασκευής χειροποίητων αντικειμένων τέχνης, όπου μεταξύ άλλων, έφτιαχνε μαριονέτες και κούκλες-ήρωες παραμυθιών. Αργότερα, όταν αυτός ο κύκλος έκλεισε, έπρεπε να επανεφεύρει τον εαυτό της για να μην εξαφανιστεί… έτσι, ανέσυρε από μέσα της την παλιά της αγάπη, τη γραφή, κι από τότε πορεύεται μαζί της ευτυχής, γράφοντας ιστορίες και στίχους. Τα βιβλία της: Μαγ(ειρ)ικές ιστορίες (διηγήματα, εκδ. Το ανώνυμο βιβλίο, 2014), Τα χρονικά της Ταμπου-Ρίας (αφήγημα, εκδ. Εντύποις, 2017), Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα (διηγήματα, εκδ. Πνοή, 2020), Εργαστήριο ραπτικής (μυθιστόρημα, εκδ. 24 γράμματα, 2024), 10+1 Ιστορίες βουτηγμένες σε τσάι μέντας (διηγήματα, εκδ. Πηγή, 2025). Έχει επίσης δημοσιεύσει ποιήματα και διηγήματα σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Ως στιχουργός έχει συνεργαστεί σε albums διαφόρων καλλιτεχνών και είναι συν-δημιουργός στο album Κατάδυση. Η Κατάδυση είναι το έργο των Στιχάρπαστων, της στιχουργικής ομάδας της οποίας είναι περήφανο μέλος, μιας και είναι η πρώτη αμιγώς στιχουργική ομάδα, που αυτοδύναμα επιχειρεί κάτι ανάλογο. Κυκλοφορούν επίσης τραγούδια σε δικούς της στίχους στο YouTube, που δεν έχουν περιληφθεί σε άλμπουμ.