Πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι… μια ευχή; Ένα πάρτι γενεθλίων, ένας απρόσκλητος επισκέπτης και ένα ζευγάρι που δεν είναι έτοιμο για όσα θα συμβούν.
Η νέα κωμωδία Κάνε μια ευχή! του Θανάση Λιούνη, παιζόταν, κάθε Δευτέρα, στον Χώρο Τέχνης Ασωμάτων. Δυστυχώς, την είδα στην τελευταία της παράσταση. Και λέω, δυστυχώς, γιατί θα μπορούσα να είχα επηρεάσει κάποιους λάτρεις της κωμωδίας να την παρακολουθήσουν και να «ευφρανθεί» η καρδιά τους.
Κατ' αρχάς, ποιος είναι ο Θανάσης Λιούνης. Είναι ο συγγραφέας και σκηνοθέτης του έργου κι επίσης, ο απρόσκλητος επισκέπτης που εισβάλλει στη ζωή τους για να φέρει την ανατροπή και να πυροδοτήσει την κωμικότητα. Με μεγάλη μαεστρία έπλασε μια κωμωδία που αντλεί τη δύναμή της από το γνώριμο έδαφος της παρεξήγησης, στήνοντας ένα περιβάλλον οικείο: ένα πάρτι γενεθλίων, ένα ζευγάρι «ασυνάρτητο» ένα «ζευγάρι βαρετό» με μια κόρη κι ένα δώρο.
Μόνο που το δώρο αυτό δεν είναι, απλώς, ένα δώρο. Είναι κάτι που μετατοπίζεται, παρερμηνεύεται και η παρεξήγηση αρχίζει να λειτουργεί ως καταλύτης δημιουργώντας μια αλληλουχία από εύστοχες κωμικές καταστάσεις αλλά, και ατάκες που σταδιακά εκτοξεύουν τη σκηνή σε ξεκαρδιστική κορύφωση.
Το τέλος δεν είναι αφελώς χαρούμενο. Είναι, περισσότερο, συμφιλιωτικό: μια ήσυχη παραδοχή πως η αγάπη είναι πιο δυνατή απ' τη συνήθεια –φτάνει να μην είναι δεδομένη–, ότι τα αντίθετα έλκονται –φτάνει να το παραδεχτούν– και πως αν κάνεις μια ευχή, μέσα από την καρδιά σου –κουνήσεις και το δαχτυλάκι σου, λίγο– η ευχή θα πραγματοποιηθεί.
Ο Θανάσης Λιούνης είναι ένας χαρισματικός συγγραφέας. Γράφει κωμωδία με επίγνωση και μέσα από μια λεπτή αίσθηση ρυθμού και μέτρου. Το χιούμορ του δεν εξαντλείται στην ατάκα αλλά, χτίζεται υπομονετικά μέσα από καταστάσεις που κλιμακώνονται, παρεξηγήσεις που διογκώνονται και χαρακτήρες που αποκαλύπτονται πάνω στη στιγμή που νομίζουν ότι ελέγχουν το παιχνίδι.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η ικανότητά του, ως σκηνοθέτης, να μετατρέπει ένα απλό εύρημα –όπως μια παρεξήγηση γύρω από ένα δώρο– σε πολυεπίπεδο μηχανισμό σκηνικής δράσης. Το κωμικό δεν προκύπτει μόνο από το γεγονός, αλλά από τον τρόπο που οι χαρακτήρες το ερμηνεύουν, το παρερμηνεύουν και τελικά εκτίθενται μέσα από αυτό. Και είναι κάτι που ο Θανάσης Λιούνης ανέδειξε σ' όλη τη διάρκεια του έργου.
Οι ηθοποιοί υπηρέτησαν την κωμωδία άλλοι με μεγαλύτερη και άλλοι με μικρότερη ακρίβεια. Εκεί όπου η παράσταση απαιτεί ρυθμό και απόλυτη αίσθηση του συγχρονισμού ορισμένοι καταφέρνουν να εκτοξεύσουν τη σκηνή σε ξεκαρδιστική κορύφωση, αξιοποιώντας στο έπακρο τις παύσεις, τις σιωπές και τις μικρές μετατοπίσεις του λόγου.
Ο λόγος για τον Σταμάτη Κακαβελάκη απέδειξε για άλλη μια φορά πως η γκάμα του είναι απεριόριστη. Κι επίσης πως δεν φοβάται να εκτεθεί υποκριτικά και σωματικά για να υπηρετήσει τον ρόλο του κι αυτό αποδεικνύει όλη την υποκριτική του ευρύτητα.
Η Ιωάννα Μαρία Μπατή, ταιριαστή οπτικά στον ρόλο της, έδειχνε μια υποτονικότητα, διατήρησε την ομοιομορφία του συνόλου. Σε αντίθεση, ο Μανώλης Μοθωναίος υπερέβαλε εαυτόν σε κάποια σημεία, όπου μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση θα ανεδείκνυε καθαρότερα το κωμικό στοιχείο. Όπως και το έκανε σε κάποια άλλα σημεία και εισέπραξε, αβίαστα, το γέλιο των θεατών.
Η Σταυρούλα Ρόιδου ήταν μια πολύ όμορφη παρουσία πάνω στη σκηνή που όμως στέρησε από τον ρόλο της τις πιο υπόγειες αποχρώσεις του, εκφέροντας τις ατάκες της σχεδόν αδιάφορα (όχι άμεσα) και γρήγορα. Το ίδιο και η Δανάη Γλυκού ένα, πραγματικά, γλυκό και δροσερό κορίτσι που, όμως, δικαιολογείται αφού ήταν η πρώτη της δουλειά στο θέατρο.
Ο Θανάσης Λιούνης στον ρόλο του απρόσκλητου επισκέπτη μπήκε και σάρωσε. Τι είπε, τι δεν είπε, πώς τα είπε… Δεν άκουγα, γέλαγα. Εγώ και όλοι οι θεατές.
Το επαναλαμβάνω: πέρα απ' τις επί μέρους υποκριτικές αδυναμίες, η παράσταση ως σύνολο ήταν δεμένη. Και κάνω μια ευχή: Να συνεχιστεί και μετά τις διακοπές του Πάσχα ή έστω του χρόνου.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


