Una Notte a Napoli[1] τιτλοφορείται το τραγούδι που έγινε γνωστό από το συγκρότημα Pink Martini. Έξι νύχτες στην Ακρόπολη[2] τιτλοφορείται το –μοναδικό ολοκληρωμένο– μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη. Τα ανακάτεψα λοιπόν, τα πρόσθεσα και προέκυψε ο τίτλος του περιπάτου. Στη Νάπολη μείναμε όντως επτά νύχτες, αλλά στην Ακρόπολη δεν έχουμε μείνει καμία, ούτε και πρόκειται φαντάζομαι.
Η πρωτεύουσα της περιφέρειας της Καμπανίας είναι γνωστή για τις αρχαιότητές της, την ομώνυμη πίτσα της –την οποία τρώγαμε κάθε μέρα– και τον Αργεντινό ποδοσφαιριστή Ντιέγκο Μαραντόνα! Φωτογραφίες του, ζωγραφιές στους τοίχους και διάφορα άλλα ενθύμια της παρουσίας του εκεί υπάρχουν παντού. Είναι επίσης γνωστή για την Καμόρα, τα κοσμοπολίτικα θέρετρά της –όπως το Κάπρι και το Σορέντο– και την τεράστια υπόγεια πόλη της· τις κατακόμβες, όπως τις λένε.
Έχουν βρεθεί ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την νεολιθική εποχή και πολλά περισσότερα αργότερα όταν οι Έλληνες, της Κύμης ή της Ρόδου, ίδρυσαν τον 9ο π.Χ. αιώνα την αποικία Παρθενόπη, μέρος της Μάγκνα Γκρέτσια. Αργότερα πέρασε κόσμος και λαός, όπως σε όλα αυτά τα μέρη. Σαμνίτες, Ρωμαίοι, Γότθοι, Νορμανδοί, Βυζαντινοί, Αραγωνέζοι, Ισπανοί, Γάλλοι και δεν ξέρω πόσοι άλλοι. Έγινε πρωτεύουσα του ομώνυμου δουκάτου, των βασιλείων της Νεαπόλεως και μετά των δύο Σικελιών και, τελικά, η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ιταλικής δημοκρατίας. Πώς να μην γίνει λοιπόν το ιστορικό κέντρο της μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας μετά από 2800 χρόνια ιστορίας;
Είναι προφανές ότι όλες αυτές οι αλλαγές καθεστώτων και ηγεμόνων δεν έγιναν ειρηνικά. Η πόλη έχει υποφέρει πολλές φορές. Οι πιο πρόσφατες και μεγάλες καταστροφές έγιναν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αρχικά από τους Γερμανούς –όταν τα έσπασαν με τους Ιταλούς– και μετά από τους «συμμάχους» με έναν ανηλεή αεροπορικό βομβαρδισμό το 1943. Οι τελευταίοι, από τύψεις φαντάζομαι, βοήθησαν στην ανοικοδόμηση της πόλης και για να χρυσώσουν το χάπι ίδρυσαν και στρατηγείο του ΝΑΤΟ.
Η πόλη έχει και σπουδαία εικαστική ιστορία όμως. Αλλά αυτά στην ώρα τους.
Στο ιστορικό κέντρο, λοιπόν, μείναμε κι εμείς, Via dei Tribunali. Όλα τα πολυώροφα κτήρια φαίνονται –και είναι– παμπάλαια απ' έξω αλλά, αν κρίνω από το διαμέρισμα που μέναμε, είναι πολύ σύγχρονα μέσα. Τουριστική ανάπλαση βλέπετε! Ήταν και σε λογική απόσταση, με τα πόδια, από τον σιδηροδρομικό σταθμό γεγονός που μας εξυπηρέτησε, αν και δεν το ξέραμε, στην άφιξη και στις εκδρομές που κάναμε στις δύο πόλεις «Κάτω από το ηφαίστειο» στις οποίες έχουμε αναφερθεί στο πρώτο μέρος.
Στο κέντρο της πόλης υπήρχε κάποιο πρόβλημα τόσο με τις συγκοινωνίες, γιατί δεν χώραγαν λεωφορεία στα σοκάκια, όσο και με τα ταξί, τα οποία σπάνια είχαν ανταποκριθεί στις, όχι και πολλές, ανάγκες μας. Μια χαρά ήταν και οι σύντομοι ποδαρόδρομοι πάντως.
Μετά από τις επισκέψεις μας στις πόλεις του Βεζούβιου, λοιπόν, είχαμε τέσσερις ημέρες να επισκεφθούμε αυτά που οι ταξιδιωτικοί οδηγοί θεωρούν απαραίτητα για κάποια πόλη όπως η Νάπολη. Είχαμε όμως και επτά νύχτες συνολικά γιατί την πρώτη μέρα είχαμε φτάσει αργούτσικα και δεν κάναμε πολλά πράγματα. Προλάβαμε όμως να εκκλησιαστούμε ή περίπου στον καθεδρικό ναό Duomo di Santa Maria Assunta ή Cattedrale di San Genaro, που ήταν αρκετά κοντά. Επιβλητικός ναός του 14ου αιώνα, γοτθικού κυρίως στιλ, και με πολλά κομψοτεχνήματα στο εσωτερικό του· δημιουργήματα ονομαστών καλλιτεχνών της εκάστοτε περιόδου του μακραίωνου βίου του. Το βλέμμα μου έκλεψε όμως το ψηφιδωτό S. Maria del Pricipio στο ομώνυμο παρεκκλήσι. Έργο του Lello da Orvieto το 1322.
Το βράδυ πήγαμε να δοκιμάσουμε πίτσα στο προτεινόμενο L' antica pizzeria da Michele. Κάπου πενήντα άτομα, τα οποία είχαν την ίδια ιδέα, περίμεναν στον δρόμο για να εξυπηρετηθούν. Αλλάξαμε γνώμη λοιπόν και απολαύσαμε την πρώτη μας πίτσα σ' ένα λιγότερο διάσημο μέρος. Άλλωστε είχε δεκάδες γύρω μας, αλλά επισκεφθήκαμε μόνο επτά. Ήταν και η πρώτη φορά που είδαμε έναν, αρκετών τετραγωνικών μέτρων, τοίχο με ζωγραφιά του Diego Maradona και ημερομηνία θανάτου ∞. Είχε ήδη πεθάνει βέβαια.
Μια λιγότερο καλλιτεχνική παρένθεση για το κυκλοφοριακό, το οποίο δεν αναφέρεται στους οδηγούς. Δεν εννοώ το μποτιλιάρισμα στους δρόμους· αυτό το αποφύγαμε μια και δεν είχαμε αυτοκίνητο. Για να σας πω την αλήθεια όμως, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, τις λίγες μέρες που μείναμε στη Νάπολη, ούτε εμείς ούτε, κατά την αντίληψή μου, κάποιο άλλο άτομο έπεσε θύμα τροχαίου ατυχήματος στην περιοχή μας. Η Via dei Tribunali είχε σχεδιαστεί από την Ρωμαϊκή –ή και νωρίτερα– εποχή να διασχίζει την τότε πόλη και είναι τόσο φαρδιά όσο ένας δρόμος της Πομπηίας περίπου. Ήταν πάντως κεντρικός δρόμος (decumano Maggiore) μήκους ενός χιλιομέτρου· όσο και σήμερα άλλωστε. Έχει σπίτια και μαγαζιά και στις δύο όχθες της, τραπέζια, πελάτες, διαβάτες και διακριτικά, αν και με δυσκολία, διερχόμενα αυτοκίνητα. Τα μηχανάκια όμως διέρχονταν με ταχύτητα που πλησίαζε αυτήν του φωτός και με την ευελιξία αιλουροειδούς. Είχα για δεκαετίες δίκυκλα διαφόρων μεγεθών αλλά δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς τα κατάφερναν. Παραβλέπω βέβαια τα συνεχή κορναρίσματα.
Την πρώτη ολόκληρη ημέρα, λοιπόν, αφιερώσαμε στο περίφημο Museo Archeologico Nazionale di Napoli. Ένα από τα σημαντικά της Ευρώπης στον τομέα του. Αρκετή ώρα όμως περιμέναμε στην τεράστια ουρά του ταμείου εισόδου κάτω από ψιλόβροχο. Δεν είχαμε προβλέψει να αγοράσουμε εισιτήρια από πριν.
Το μουσείο είναι τεράστιο. Περιέχει εκθέματα της Ελληνικής και Ρωμαϊκής εποχής, κυρίως. Αυτά των πόλεων του Βεζούβιου είναι βέβαια μοναδικά. Τοιχογραφίες, μωσαϊκά, αγάλματα –μπρούτζινα και μαρμάρινα-–, αμφορείς κι ό,τι άλλο τραβάει η όρεξή μας. Έχει επίσης πτέρυγα με μεγάλη αιγυπτιακή συλλογή, την πτέρυγα της Villa dei Papiri για την οποία έχουμε μιλήσει και τόσα άλλα.
Στην πτέρυγα της συλλογής Farnese, εκτός από εκατοντάδες αγάλματα, υπάρχει ένα μεγάλων διατάσεων γλυπτό που αναπαριστά τους γιους της Αντιόπης να δένουν –για εκδίκηση– στα κέρατα ενός ταύρου την αντίζηλό της μητέρας τους και θεία της, τη βασίλισσα των Θηβών Δίρκη. Μυθολογική σκηνή μεν, ασύλληπτης ομορφιάς δε. Θυμήθηκα όμως ότι η ιστορία της κακιάς θείας έχει επαναληφθεί σε πολλά παραμύθια αργότερα. Ο Ηρακλής με την ρώμη του, η Καλλίπυγος Αφροδίτη με την χάρη της και ο Απόλλων με την λύρα του είναι μερικά πανέμορφα άλλα.
Δεν προτίθεμαι βέβαια να σας ξεναγήσω στο μοναδικό αυτό μουσείο ούτε στην «ακατάλληλη για ανηλίκους» αίθουσα των ερωτικών τοιχογραφιών της Πομπηίας.
Το μωσαϊκό του Αλέξανδρου με τον Δαρείο δεν το είδαμε πάντως γιατί το συντηρούσαν. Μας έμεινε η εικόνα του αντιγράφου στην Πομπηία. Είδαμε όμως μία πανέμορφη προσωπογραφία της Σαπφούς η οποία εμπνέεται κρατώντας τον κοντυλοφόρο στο στόμα και το τετράδιο στο χέρι· χάρμα! Συμμεριστήκαμε επίσης τον πόνο των δύο διάσημων εγκαταλειμμένων, της Αριάδνης και της Διδούς – κρίμα!
Το τέταρτο βράδυ ξεκίνησε, λοιπόν, με μία βόλτα στην παλιά πόλη, μια και είχε σταματήσει να βρέχει. Σε μια άκρη μάλιστα της Piazza Dante είχαμε τη χαρά ν' ακούσουμε ένα κουαρτέτο σαξοφώνων πίνοντας το spritz μας. Τελείωσε, όπως όλα, με πίτσα συνοδευόμενη από μπίρα Peroni Nastro Azzurro· υπέροχα δηλαδή.
Η επόμενη μέρα θα ήταν αφιερωμένη στις κατακόμβες και μετά στην υπόγεια πόλη. Για τις πρώτες, που είχαμε επιλέξει κατά προτεραιότητα όπως και εκατοντάδες άλλοι, δεν έχω τίποτα να σας πω. Απλά δεν καταφέραμε να τις επισκεφθούμε. Στο ταμείο εισιτηρίων των Catacombe di San Gennaro είχε δύο ουρές. Η μία ήταν για τους προνοητικούς που είχαν φροντίσει να προμηθευτούν εισιτήρια και περίμεναν την σειρά τους, γιατί οι επισκέπτες εισέρχονταν σε ομάδες με ξεναγό. Η άλλη για τους αφελείς, όπως εμείς. Αυτή ήταν πολύ μεγάλη και μία ευγενέστατη κυρία μας ενημέρωσε ότι δεν είχαμε πολλές πιθανότητες να τις επισκεφθούμε την ίδια μέρα. Ακόμα και χωρίς να διαθέτει αχαλίνωτη φαντασία μπορεί κάποιος να διανοηθεί τι γίνεται τους μήνες τις τουριστικής αιχμής.
Αλλάξαμε ρότα λοιπόν και επισκεφθήκαμε την Neapolis Sotterrata κάτω από το μοναστηριακό σύμπλεγμα San Lorengo Maggiore. Στα υπόγειά του έχει ανασκαφεί ένα μέρος της αρχαίας (4ος π.Χ. αιώνας) ρωμαϊκής πόλης. Δεν είχαμε καθυστερήσεις στην είσοδο και ήμαστε τυχεροί γιατί ο νεαρός ξεναγός ήταν πολύ καταρτισμένος και επικοινωνιακός. Τόσο πολύ που μας πρόλαβε η επόμενη ομάδα κι επειδή δεν βιαζόμαστε μας προσπέρασε. Περπατήσαμε σ' έναν δρόμο –κατά διαστήματα λιθόστρωτο– που διέσχιζε την αγορά τροφίμων (il Macellum). Δεξιά κι αριστερά ήταν τα μαγαζιά (tabernae), όπως ο φούρνος και το βαφείο, για την εξυπηρέτηση των πελατών. Σαν να βρισκόμαστε στο σήμερα δηλαδή, χωρίς τα προϊόντα όμως. Μας μετέφερε πολλές πληροφορίες για τις συνήθειες τις εποχής. Μεταξύ των άλλων, μας ενημέρωσε για τις πολλές χρήσεις που είχαν οι Ρωμαίοι για τα ούρα. Ήταν τόσο μεγάλη η κατανάλωση που είχαν σκεφτεί να επιβάλλουν φόρο στο εμπόριό τους! Τώρα που τα γράφω αυτά σκέφτομαι ότι έπρεπε να τον είχα ηχογραφήσει.
Επισκεφθήκαμε φυσικά τον ναό και τις πολύ ενδιαφέρουσες υπέργειες εγκαταστάσεις του μοναστηριού των Φραγκισκανών. Ανάμεσα στις κατακόμβες και την υπόγεια πόλη επισκεφθήκαμε την πινακοθήκη Pio Monte della misericoldia στην Via dei Tribunali (δίπλα μας δηλαδή). Εκεί εκτίθεται ο πίνακας του Caravaggio Le sette opere di misericordia. Ο σπουδαίος ζωγράφος είχε καταφύγει στη Νάπολη στις αρχές του 18ου αιώνα μετά την έκδοση παπικού εντάλματος για την εκτέλεσή του γιατί είχε συμμετάσχει στην δολοφονία κάποιου. Άλλωστε, ο Caravaggio ήταν, όπως είναι γνωστό, «βίος και πολιτεία». Θα τον συναντούσαμε κι αργότερα με άλλο έργο του.
Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε το μοναστηριακό σύμπλεγμα της Santa Chiara. Αν και η διοργανώτρια των ταξιδιών μας-συμβία μου με είχε ενημερώσει, αυτό που είδα δεν το περίμενα. Τα τοιχία και οι κολόνες του κήπου είναι καλυμμένα με χιλιάδες πλακάκια στα οποία παρουσιάζονται φυτά, ζώα και σκηνές ανθρώπινων δραστηριοτήτων – εκτός της ερωτικής φυσικά. Η κάθε σκηνή συντίθεται από δεκάδες πλακάκια τα οποία ταιριάζουν αρμονικά μεταξύ τους. Το απομεσήμερο ήταν ηλιόλουστο, όπως και η αισθητική απόλαυση. Τα χαζεύαμε πολλή ώρα. Το περιστύλιο, εκτός από τα πλακάκια, είναι διακοσμημένο στους τοίχους και την οροφή με τοιχογραφίες χάρμα οφθαλμών. Έχει κι ένα μικρό μουσείο και υπολείμματα ρωμαϊκών λουτρών. Τι άλλο θέλαμε δηλαδή;
Αλλά η μέρα δεν τελείωσε εδώ. Μια και δεν είχαμε πάει στις κατακόμβες είχαμε χρόνο να επισκεφθούμε το απόγευμα την Piazza del Plebiscito. Στον δρόμο είδαμε απ' έξω το επιβλητικό και μάλλον ασφαλές για τους τόσους βασιλιάδες Castel Nuovo. Όχι τόσο καινούργιο βέβαια, γιατί είχε οικοδομηθεί τον 13ο αιώνα. Η έκτασης είκοσι πέντε στρεμμάτων πλατεία βρίσκεται ανάμεσα στον ναό San Francesco di Paola και το βασιλικό παλάτι (Palazzo Royale). Ο κυκλικός ναός έχει έναν μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο και δύο κυρτές συστοιχίες με κολόνες δεξιά και αριστερά που του δίνουν το ίδιο μήκος με το ανάκτορο.
Ωραία τα παλάτια κι οι ναοί, βέβαια, αλλά απολαυστική και η λιακάδα στην τεράστια πλατεία την οποία κατέκλυζε κόσμος και κοσμάκης. Με το ανάκτορο συνδέεται και το Teatro di San Carlo. Το αρχαιότερο θέατρο όπερας στην Ευρώπη λειτούργησε το 1737. Οι βασιλιάδες εκτός από αιμοβόροι ήταν και φιλόμουσοι φαίνεται. Στο ανάκτορο δεν μπήκαμε, σε αντίθεση με την όπερα η οποία έχει και κεντρική πόρτα για το κοινό ανεξάρτητη από το παλάτι, αν και μοιράζονται τον εντυπωσιακό κήπο.
Απέναντι από την είσοδο της όπερας βρίσκεται η είσοδος της Galleria Umberto I, από το όνομα του τότε βασιλιά. Είναι ένα εμπορικό κέντρο με το σχήμα σταυρού κι έναν μεγάλο ημισφαιρικό τρούλο από γυαλί στο κέντρο. Οι τέσσερις διάδρομοι καλύπτονται από γυάλινους θόλους, οπότε υπάρχει άπλετο φως. Ενδιαφέρουσα και κάπως υπερφίαλη κατασκευή του τέλους του 19ου αιώνα. Ο ζωδιακός κύκλος στο δάπεδο έκλεψε πάντως την παράσταση για μένα. Σύνθεση από μάρμαρο διαφορετικών χρωμάτων και σχημάτων και δώδεκα πολύχρωμα ψηφιδωτά με τον Λέοντα, την κάπως ξετσίπωτη Παρθένο, τον Τοξότη και τα υπόλοιπα ζώδια – πραγματικά καλαίσθητο θέαμα. Για να προσελκύσουν τουρίστες προφανώς λένε ότι αν γυρίσεις τον κύκλο σου φέρνει γούρι. Έτσι κι αλλιώς τον γυρίζεις πάντως. Στην επιστροφή πήραμε για αλλαγή το μετρό, αν και είχαμε δει την υπόγεια πόλη!
Σας αφήνω να μαντέψετε τι φάγαμε και ήπιαμε το βράδυ, μετά το aperitivo στην Piazza Dante.
Στο Real Palazzo di Capodimonte ήταν αφιερωμένο το επόμενο πρωινό. Ένα τεράστιο παλάτι στην κορυφή ενός κατάφυτου λόφου. Είχε και αισθητικά, εκτός των άλλων, πλεονεκτήματα το να είσαι ηγεμόνας την εποχή εκείνη. Εδώ που τα λέμε δεν περνάνε κι άσχημα ούτε σήμερα· και οι εκλεγμένοι και οι «ελέω θεού». Πήγαμε εκεί με λεωφορείο και πήραμε μία και μοναδική γεύση των κυκλοφοριακών συνθηκών της πόλης. Πολύ προσφιλής μας ήταν η απόλυτα μεσογειακή συμπεριφορά των οδηγών.
Το παλάτι ήταν –από τον 18ο αιώνα– η θερινή κατοικία των Βουρβόνων βασιλέων των δύο Σικελιών. Στο δάσος, που το περιτριγυρίζει, επιδίδονταν στο δεύτερο –μετά τον πόλεμο– αγαπημένο τους σπορ, το κυνήγι ζώων. Το κτήριο είναι εντυπωσιακό, δεν λέω, αλλά το μουσείο το οποίο πλέον στεγάζεται σ' αυτό είναι πολύ περισσότερο. Η καλύτερη συλλογή εικαστικών έργων καλλιτεχνών της περιοχής και έργων της συλλογής Farnese επί πλέον. Έτσι ενημερωθήκαμε τουλάχιστον.
Να πούμε και δυο λόγια για την συλλογή Farnese μια και έχουμε ήδη δει τα αγάλματα στο αρχαιολογικό μουσείο. Ο Alessandro Farnese ήταν καρδινάλιος και αργότερα ο πάπας Παύλος ΙΙΙ τον 16ο αιώνα. Με το καλό ή με το ζόρι ξεκίνησε την συλλογή γλυπτών και πινάκων την οποία εμπλούτισαν οι διάδοχοί του και τώρα θαυμάζουμε εμείς. Προφανώς και δεν είμαι ειδήμων της ναπολιτάνικης ζωγραφικής από τον 13ο έως τον 18o αιώνα. Οι πληροφορίες πάντως που συνόδευαν τους πίνακες της Galleria Nationale di Capodimonte ήταν πολύ κατατοπιστικές, αλλά δεν θα σας τις δώσω όλες! Εκτός, όμως, από τους ζωγράφους της ναπολιτάνικης σχολής εκτίθενται πίνακες των Masaccio, Raphael, Botticelli, Bruegel, Titian, Bellini, El Greco. Υπάρχουν ακόμα πίνακες των μαθητών της σχολής που είχε δημιουργήσει ο Caravaggio κατά τη διαμονή του στη Νάπολη, καθώς και ο δικός του La Flagellazione di Cristo.
Αυτά στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο, βρίσκονται επίσης και οι επτά μεγάλου εμβαδού ταπισερί της μάχης της Πάβια (για την οποία δεν είχα ακούσει ποτέ μου). Στο ισόγειο έχει διάφορα αντικείμενα από το παλάτι –πιάτα, γυαλικά, έπιπλα, διακοσμητικά– και ό,τι ήταν απαραίτητο για ένα ευυπόληπτο παλάτι της εποχής! Μείναμε εκεί αρκετές ώρες γιατί είχε πολλά να δούμε και να μάθουμε.
Στην επιστροφή περάσαμε από το πολυδιαφημισμένο Quarteri Spagnioli. Είχαμε διαβάσει τόσα και τόσα, οπότε έπρεπε να πάμε. Δεν μας ενθουσίασε πάντως, κάπως σαν «αφημένο στη μοίρα του». Φύγαμε χωρίς να γευτούμε τα γαστρονομικά του. Δεν βρήκαμε κάτι το διαφορετικό, ίσως είχαμε πάει σε πολλά μέρη του ιστορικού κέντρου ή ίσως ήμαστε κουρασμένοι.
Με την άφιξη στο κατάλυμα μας περίμενε μία, όχι και τόσο ευχάριστη ακουστικά, έκπληξη. Ήταν Σάββατο και ο ιδιοκτήτης του, μονίμως ήσυχου, καφέ μπαρ στο ισόγειο του κτηρίου είχε αποφασίσει να προσελκύσει τους πολλούς περιπατητές αναδεικνύοντας τις ικανότητές του ως DJ. Είχε βγάλει ένα ηχείο στο δρόμο και μετέδιδε έναν εκκωφαντικό θόρυβο, που πρέπει να θεωρούσε μουσική, συνοδευόμενο από δικά του σχόλια και προσκλήσεις στους διερχόμενους να απολαύσουν ένα μπλε ποτό που τους πρόσφερε απλόχερα. Μάθαμε ότι τον λέγαν Alessandro καθώς και τα ονόματα των περαστικών που είχαν τσιμπήσει το δόλωμα. Ετοιμαστήκαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε και πήγαμε για φαΐ. Ήταν η μοναδική φορά που δεν φάγαμε πίτσα αλλά κάτι άλλο που μας πρότεινε ο μαγαζάτορας ως τη σαββατιάτικη σπεσιαλιτέ του. Στη διαδρομή συναντήσαμε κι άλλους επίδοξους DJ με διαφόρων χρωμάτων υγρά δολώματα. Όταν γυρίσαμε πίσω πάντως –γύρω στις δέκα– επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Μάθαμε ότι είναι μία δραστηριότητα που επιτρέπεται για λίγες ώρες κάθε Σάββατο.
Είχε έρθει η ώρα λοιπόν να πορθήσαμε το Castel Sant'Elmo το επόμενο πρωί· δεν θα είχαμε άλλωστε άλλη ευκαιρία μια και θα φεύγαμε. Αυτό είναι ένα εντυπωσιακό οχυρό κτισμένο σ' έναν λόφο με θέα την Νάπολη, δίπλα στο τέως μοναστήρι Certosa di San Martino. Πετύχαμε, από τύχη, την ημέρα και η θέα ήταν καταπληκτική. Κτισμένο το διάστημα μεταξύ 13ου και 16ου αιώνα σίγουρα θα παρείχε καταφύγιο κατά των όποιων εισβολέων. Μάλλον το αποτέλεσμα δεν ήταν πάντα θετικό πάντως. Ήταν τόσο μεγάλο και ενδιαφέρον που μείναμε μέχρι το απόγευμα – βοήθησε βέβαια και ο καιρός. Περπατήσαμε πολύ μέσα, γιατί είχε φυσικά πολλά επίπεδα και αρκετό λαχάνιασμα. Ευτυχώς υπήρχαν πολλά παράθυρα στα οποία σταματάγαμε με την πρόφαση της ωραίας θέας του κόλπου της Νάπολη και της ενδοχώρας. Οι σπειροειδείς ανηφορικοί διάδρομοι ήταν αρκετά φαρδιοί για να χωράνε δύο άλογα με τους αρματωμένους ιππείς τους οι οποίοι δεν χρειαζότανε να περπατάνε πάνω κάτω φορώντας τις βαριές πανοπλίες τους. Όταν έφτανες στην ταράτσα όμως σε περίμεναν τα πάντα, μέχρι και καφετέρια για τους διψασμένους ή πεινασμένους· όλους δηλαδή.
Το παλιό πολεμοχαρές οχυρό είναι πλέον σήμερα κέντρο πολιτισμού και ειρήνης. Για παράδειγμα μία βιβλιοθήκη ιστορίας της τέχνης έχει εγκατασταθεί σ' ένα μέρος των παλαιών φυλακών καθώς και μεγάλη αίθουσα θεατρικών παραστάσεων ή συναυλιών. Επιπλέον εκτός από την μόνιμη έκθεση τέχνης του 20ού αιώνα φιλοξενεί και παροδικές. Οι καιροί αλλάζουν όπως ξέρουμε.
Επισκεφθήκαμε και το διπλανό τέως μοναστήρι που κι αυτό σήμερα είναι μουσείο.
Είχαμε περπατήσει αρκετά οπότε το τελευταίο απόγευμα, κάτω από το ενθαρρυντικό βλέμμα του ποιητή ο οποίος ορθός στην κορυφή της κολόνας του μας έδειχνε τον δρόμο –άγνωστο για πού– απολαύσαμε το Aperol spritz χαζεύοντας τα πολύχρωμα κτήρια γύρω από την Piazza Dante. Το βράδυ πρωτοτυπήσαμε πάλι απολαμβάνοντας Pizza Napolitana και Bira Peroni!
Έπρεπε να ετοιμαστούμε γιατί το πρωί θα ξυπνάγαμε πολύ νωρίς, πριν λαλήσουν οι αλέκτορες. Για να κλείσουμε ραντεβού με ταξί βάλαμε μέσο –μετά από άκαρπες δικιές μας προσπάθειες– το καφέ απέναντι, από το οποίο προμηθευόμαστε τα πρωινά μας κρουασάν. Ωραίοι οι περίπατοι μέχρι τον σιδηροδρομικό σταθμό αλλά όχι τα χαράματα με αποσκευές φαντάζομαι.
«Addio mia bella Napoli…» λοιπόν, που τραγούδαγε στην ξενιτιά και ο Ναπολιτάνος Enrico Caruso.
Όπως μετά από κάθε γεωγραφικό περίπατο μείναν οι αναμνήσεις, οι φωτογραφίες –που τις βοηθάνε να παραμείνουν παρούσες– και οι σημειώσεις στο ημερολόγιο.
Αυτά μετά την επιστροφή στην έδρα.
Περιττό να σας πω ότι σνομπάραμε για λίγους μήνες τις εγχώριες πίτσες, ανεξάρτητα από το όνομά τους.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στις συνοδευτικές εικόνες βλέπετε φωτογραφίες του συντάκτη.
Σημειώσεις:
[1] Περιέχεται στο άλμπουμ Hang on Little Tomato.
[2] Εκδόσεις Ερμής, 1974 (υπάρχουν κι άλλες).









