Εκεί που η γη θυμόταν ακόμη

Μαρίας Καρυτινού

Έργο τέχνης Γεωργίου Π. Νίκα [Ορίζοντας IV, λάδι σε καμβά]

Ο γέρος καθόταν στην παλιά πέτρα, εκεί όπου τελείωνε η αυλή και άρχιζε ο κάμπος, αφήνοντας το βλέμμα του να περιπλανιέται πάνω στη γη που απλωνόταν μπροστά του, σα να μη στεκόταν απέναντί του ο ξερός τόπος που αντίκριζαν όλοι, αλλά ένας άλλος, ζωντανός ακόμη μέσα του, φυλαγμένος πεισματικά στη μνήμη του, εκεί όπου ο χρόνος δεν είχε κατορθώσει να σβήσει ούτε τα χρώματα ούτε τις μυρωδιές ούτε τους ήχους.

Ο μικρός ήρθε και κάθισε δίπλα του χωρίς να πει λέξη, έχοντας μάθει πως υπήρχαν στιγμές στις οποίες ακόμα και η σιωπή είχε τη δική της γλώσσα και πως οι ηλικιωμένοι άνθρωποι δεν άρχιζαν πάντοτε να μιλούν με τις λέξεις, αλλά πρώτα με τα μάτια, με την ανάσα τους και με τον τρόπο που κοιτούν τον κόσμο. Ο γέρος έμεινε για λίγο ακίνητος, σαν να αφουγκραζόταν κάτι που ανέβαινε από τα βάθη της γης, κι ύστερα γύρισε προς το παιδί μ' ένα χαμόγελο τόσο αχνό, ώστε περισσότερο έμοιαζε να φωτίζει τα μάτια του παρά τα χείλη του.

«Δεν ξέρω αν γερνά πρώτα ο άνθρωπος ή η γη. Όσο μεγαλώνω τόσο περισσότερο πιστεύω πως γερνούν μαζί, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον χωρίς να χρειάζονται κουβέντες, γιατί οι ρυτίδες που βαθαίνουν στο πρόσωπό μου μοιάζουν όλο και περισσότερο με τις χαρακιές αυτού του κάμπου, εκείνες που άλλοτε άνοιγε το νερό περνώντας ήρεμα από πάνω τους και τώρα τις ανοίγει η δίψα, αφήνοντας πίσω της μια σιωπή που πονά περισσότερο από κάθε κραυγή».

Το παιδί δεν απάντησε. Έγειρε μόνο λίγο προς το μέρος του, σαν να φοβόταν μήπως χάσει ακόμα και μια ανάσα από όσα θα ακολουθούσαν.

«Μη φοβάσαι τη σιωπή», συνέχισε ο γέρος, κοιτάζοντας πάλι μπροστά του. «Οι γέροντες μιλούν καλύτερα μέσα από τις παύσεις τους παρά μέσα από τις λέξεις και η γη, όταν σωπαίνει, κάτι προσπαθεί πάντοτε να μας πει, αρκεί να έχουμε ακόμη την υπομονή να την ακούσουμε».

Σήκωσε αργά το χέρι του δείχνοντας τον απέναντι λόφο, που στεκόταν γυμνός κάτω από το φως του απογεύματος, κι έμεινε να τον κοιτάζει τόση ώρα, ώστε ο μικρός άρχισε να αναρωτιέται αν έβλεπαν πραγματικά το ίδιο τοπίο.

«Εκείνον τον λόφο τον κοιτάζεις και πιστεύεις πως ήταν πάντοτε έτσι, ξερός και άδειος, όμως δεν ήταν. Κάποτε ήταν διάσπαρτος από δέντρα όπως οι άνθρωποι ζουν με τα όνειρά τους, όταν είναι ακόμη νέοι, κι ερχόταν η άνοιξη και πρασίνιζε τόσο πολύ, ώστε νόμιζες πως κάποιος είχε απλώσει πάνω του ένα κομμάτι ουρανού. Πριν ακόμα ξημερώσει καλά καλά ανέβαινα ως την κορυφή του, μένοντας ακίνητος για ώρα, όχι επειδή είχα κάτι να κάνω εκεί, αλλά επειδή ήθελα ν' ακούσω τα πουλιά, που δεν τραγουδούσαν όπως λένε οι άνθρωποι, αλλά συνομιλούσαν με το φως, καλωσορίζοντας τη μέρα πριν ακόμα τη δει ανθρώπινο μάτι».

Έκλεισε για λίγο τα μάτια, σαν να δοκίμαζε μέσα του εκείνη την παλιά εικόνα, κι όταν τα άνοιξε ξανά είχαν γεμίσει με μια γαλήνη που έμοιαζε να 'ρχεται από πολύ μακριά.

«Καμιά φορά αναρωτιέμαι μήπως η μνήμη ωραιοποιεί όσα χάθηκαν και μήπως όλα ήταν πιο απλά από όσο τα θυμάμαι, μήπως τα δέντρα δεν ήταν τόσο πυκνά και το νερό δεν έτρεχε τόσο άφθονο όσο μου φαίνεται τώρα. Όμως κάθε φορά που κλείνω τα μάτια μου μυρίζω ακόμη το βρεγμένο χώμα, κι αυτή η μυρωδιά δεν ξεχνιέται ποτέ, γιατί την κρατά μόνο η ψυχή, φυλάγοντάς την εκεί όπου ο χρόνος δεν φτάνει ποτέ».

Ένας αέρας πέρασε ανάμεσά τους, σηκώνοντας λίγη σκόνη που χάθηκε σχεδόν αμέσως μέσα στο φως, κι ο γέρος χαμήλωσε το βλέμμα του στο χώμα, σα να έβλεπε εκεί πάνω χαραγμένα τα πρόσωπα όσων είχαν περάσει πριν από εκείνον.

«Ο πατέρας μου έλεγε πως η γη είναι σαν τη μάνα. Αν την αγαπάς σε θρέφει. Αν τη βασανίζεις υπομένει για πολύ καιρό χωρίς να παραπονιέται. Κι όταν έρθει η ώρα που δεν αντέχει άλλο, δεν φωνάζει, δεν ζητά εκδίκηση, δεν θυμώνει. Απλώς σταματά να σου δίνει καρπούς».

Σταμάτησε για λίγο, αφήνοντας τις λέξεις ν' αναπαυθούν ανάμεσά τους όπως κάθεται το χώμα πάνω στις πέτρες ύστερα από έναν δυνατό άνεμο.

«Δεν τον καταλάβαινα τότε, γιατί ήμουν νέος και η νιότη μοιάζει με ποτάμι που κατεβαίνει το βουνό, τρέχοντας με τόση ορμή, ώστε δεν προλαβαίνει ν' αναρωτηθεί πού θα καταλήξει, παρά θέλει μόνο να κυλά μπροστά, πιστεύοντας πως ο δρόμος δεν θα τελειώσει ποτέ».

Ο γέρος έσκυψε, πήρε μια χούφτα χώμα και την κράτησε για λίγο μέσα στην παλάμη του, αφήνοντας τους κόκκους να γλιστρήσουν αργά ανάμεσα στα δάχτυλά του, σα να 'θελε να νιώσει ακόμη μια φορά το βάρος εκείνης της γης που τον είχε θρέψει, τον είχε κουράσει, τον είχε πικράνει και τελικά τον είχε διδάξει περισσότερα απ' όσα μπόρεσε ποτέ να του μάθει άνθρωπος, ενώ το παιδί παρακολουθούσε σιωπηλό την κίνηση των χεριών του, καταλαβαίνοντας χωρίς να χρειάζεται εξηγήσεις πως εκείνη η απλή χούφτα χώμα έκρυβε μέσα της μια ολόκληρη ζωή.

«Τα ζώα πάτησαν αυτή τη γη χιλιάδες φορές. Κάθε βήμα τους ήταν μικρό και κανείς δεν το λογάριαζε. Όμως τα μικρά βήματα, όταν γίνονται αμέτρητα, αφήνουν βαθύτερα σημάδια κι από τα μεγάλα, κι εμείς, βλέποντας μόνο το σήμερα, δεν καταλαβαίναμε πως κάθε μέρα αφαιρούσαμε κάτι που δεν θα επέστρεφε ποτέ».

Έμεινε για λίγο σιωπηλός, ζυγίζοντας μέσα του τις αναμνήσεις πριν τις παραδώσει στις λέξεις, κι ύστερα το βλέμμα του απλώθηκε ξανά πάνω στον κάμπο, εκεί όπου κάποτε έβλεπε χωράφια γεμάτα ζωή και τώρα αντίκριζε έναν τόπο που έμοιαζε να περιμένει υπομονετικά κάτι που αργούσε να έρθει.

«Ύστερα ήρθαν τα χωράφια. Δεν μας έφταναν όσα καλλιεργούσαμε. Θέλαμε κι άλλα, πιστεύοντας πως όσο περισσότερο χώμα κατακτούσαμε τόσο περισσότερο θα μεγάλωνε και η ζωή μας, κι έτσι κόβαμε θάμνους, ξεριζώναμε δέντρα, ισιώναμε πλαγιές και μεταμορφώναμε κάθε κομμάτι γης που μπορούσε να δεχτεί σπόρο, χωρίς ν' αναρωτηθούμε ούτε μία φορά αν εκείνη είχε ανάγκη ν' ανασάνει, να ξεκουραστεί, να κρατήσει κάτι μόνο για τον εαυτό της, γιατί όπου έβλεπε το μάτι χώμα, εμείς βλέπαμε σοδειά κι όπου υπήρχε ένα δέντρο βλέπαμε χώρο που δεν είχε ακόμη αξιοποιηθεί».

Ένα πικρό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό του και χάθηκε σχεδόν αμέσως, θαρρείς και δεν του ταίριαζε πια.

«Τότε πίστευα πως ο άνθρωπος είναι δυνατός επειδή αλλάζει τον κόσμο. Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ολόκληρη η ζωή μου για να καταλάβω πως η αληθινή δύναμη δεν βρίσκεται σ' εκείνον που αλλάζει τα πάντα, αλλά σ' εκείνον που γνωρίζει πότε πρέπει να σταματήσει, αφήνοντας τη φύση να συνεχίσει μόνη της το έργο που ξέρει καλύτερα απ' όλους μας».

Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει κι οι σκιές μάκραιναν αργά πάνω στο χώμα, ενώ ο γέρος, ακολουθώντας με το βλέμμα τους γνώριμους όγκους του τοπίου, στάθηκε σε μια παλιά ξερολιθιά που έμοιαζε ν' αντιστέκεται ακόμη στον χρόνο.

«Βλέπεις εκείνη την ξερολιθιά; Την έχτισα με τα χέρια μου, όταν ήμουν λίγο μεγαλύτερος από τον πατέρα σου και τότε πίσω της στεκόταν μια καρυδιά, η μεγαλύτερη που είχε γνωρίσει ποτέ το χωριό. Το καλοκαίρι μαζεύονταν κάτω από τη σκιά της άνθρωποι και ζώα, κουρασμένοι από τον ήλιο, βρίσκοντας εκεί λίγη δροσιά και λίγη ανάσα, κι αν με ρωτήσεις σήμερα, θα σου πω πως θυμάμαι τη σκιά της καθαρότερα απ' όσο θυμάμαι τα πρόσωπα πολλών ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή μου, γιατί υπάρχουν φορές που ένας τόπος αποτυπώνεται βαθύτερα στην ψυχή από έναν άνθρωπο».

Το παιδί ακολούθησε με το βλέμμα τη γραμμή της ξερολιθιάς, προσπαθώντας να φανταστεί το μεγάλο δέντρο που δεν υπήρχε πια.

«Μια μέρα την κόψαμε. Δεν υπήρχε κάποιος μεγάλος λόγος, ούτε μια ανάγκη που να μην μπορούσε να περιμένει. Υπήρχε μόνο ένας δρόμος που έπρεπε ν' ανοίξει λίγο πιο εύκολα, κι εμείς θεωρήσαμε πως αυτό αρκούσε για να χαθεί ένα δέντρο που είχε μεγαλώσει μαζί με τόσες γενιές, χωρίς ν' αντιληφθούμε πως υπάρχουν αποφάσεις που κρατούν μια στιγμή και συνέπειες που κρατούν μια ζωή».

Άφησε το βλέμμα του να χαθεί εκεί όπου άλλοτε υψωνόταν ο κορμός της καρυδιάς και, μολονότι είχαν περάσει δεκαετίες, ήταν φανερό πως μέσα του στεκόταν ακόμη εκεί, προσμένοντας ζώα και ανθρώπους να ξαποστάσουν κάτω από τη φυλλωσιά της.

«Ο δρόμος έμεινε. Η σκιά δεν ξαναγύρισε. Κάποτε νόμιζα πως ο άνθρωπος θυμάται όσα απέκτησε. Τώρα ξέρω πως θυμάται περισσότερο όσα χάθηκαν εξαιτίας του και καμιά φορά τη βλέπω ακόμη στα όνειρά μου, στέκομαι κάτω από τα κλαδιά της, νιώθω τη δροσιά της πάνω στο πρόσωπό μου και ξυπνώ λίγο πριν προλάβω ν' αγγίξω τον κορμό της, σα να μη μου επιτρέπεται πια να την πλησιάσω, λες και η μνήμη γνωρίζει τρόπους να τιμωρεί πιο αθόρυβα και πιο δίκαια».

Ο αέρας δυνάμωσε, παρασύροντας λίγα ξερά φύλλα που στριφογύρισαν ανάμεσά τους, κι ο γέρος, παρακολουθώντας τα να χάνονται προς τον κάμπο, έμεινε σιωπηλός, περιμένοντας να καταλαγιάσει όχι ο άνεμος αλλά κάτι βαθιά μέσα του.

«Ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο βάρος που κουβαλά ο άνθρωπος όσο μεγαλώνει. Όχι όσα έχασε, αλλά όσα εξακολουθεί να θυμάται, επειδή η μνήμη δεν αφήνει τίποτε να χαθεί πραγματικά, κρατώντας ζωντανές ακόμη κι εκείνες τις σκιές, τη σιωπή που ο κόσμος έχει προ πολλού ξεχάσει».

Για πολλή ώρα κανείς τους δεν μίλησε. Ο ήλιος είχε κατέβει χαμηλότερα, μαλακώνοντας το φως που άπλωνε πάνω στον κάμπο, ενώ ο αέρας, περνώντας ανάμεσα από τις πέτρες και τα λιγοστά θυμάρια που εξακολουθούσαν να επιμένουν πεισματικά μέσα στην ξηρασία, έφερνε μαζί του εκείνη τη γνώριμη μυρωδιά που μόνο οι τόποι με βαθιά μνήμη κρατούν ακόμη, κι ο γέρος, παρακολουθώντας τη σκόνη να σηκώνεται και να χάνεται σχεδόν αμέσως, ένιωθε πως έβλεπε μπροστά του να περνούν όχι μόνο τα χρόνια της δικής του ζωής, αλλά και τα χρόνια της ίδιας της γης, που γερνούσε αθόρυβα, χωρίς ποτέ να παραπονεθεί.

«Και το νερό...», είπε τελικά σχεδόν ψιθυρίζοντας, φοβούμενος μήπως ακόμη και τώρα ακουστεί η απουσία του. «Το νερό ήταν πάντοτε σοφότερο από μας. Ερχόταν μόνο του, χωρίς να το ζητήσουμε, κυλώντας από τις πλαγιές, γεμίζοντας τις πηγές και ποτίζοντας τα χωράφια με μια γενναιοδωρία που τότε μας φαινόταν αυτονόητη, γιατί οι άνθρωποι έχουν την κακή συνήθεια να θεωρούν αιώνιο ό,τι δεν τους έχει ακόμη λείψει».

Σταμάτησε, χαϊδεύοντας αφηρημένα το χώμα με τις άκρες των δαχτύλων του, αναζητώντας εκεί κάτω το τελευταίο ίχνος υγρασίας.

«Ύστερα αρχίσαμε να το κυνηγάμε. Σκάβαμε όλο και βαθύτερα πηγάδια, πιστεύοντας πως όσο πιο βαθιά φτάναμε τόσο περισσότερα θα βρίσκαμε, κι εκείνη μας το έδινε ακόμη, σιωπηλή και υπομονετική, σαν μάνα που βλέπει το παιδί της να παίρνει από το ψωμί της χωρίς να έχει την καρδιά να του αρνηθεί, ενώ εμείς μπερδεύαμε την υπομονή της με αδυναμία και τη γενναιοδωρία της με ανεξάντλητο πλούτο».

Το παιδί σήκωσε το βλέμμα του προς τον παππού του, διακρίνοντας για πρώτη φορά μια κούραση που δεν ανήκε στο σώμα του αλλά στη μνήμη του.

«Ώσπου ένα πρωί κατέβηκα στο πηγάδι κρατώντας τον κουβά όπως τόσες άλλες φορές και, αντί για τον γνώριμο ήχο του νερού, άκουσα μόνο την ηχώ της δικής μου ανάσας να επιστρέφει από τα βάθη του. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως κάτι είχε τελειώσει, όχι επειδή είχε στερέψει το νερό, αλλά επειδή είχε στερέψει η βεβαιότητά μας πως η γη θα συγχωρούσε για πάντα όσα της κάναμε».

Τα μάτια του έμειναν ν' ατενίζουν ένα σημείο του κάμπου, σα να 'βλεπε ακόμη εκείνο το παλιό πηγάδι να χάσκει άδειο μπροστά του.

«Από εκείνη τη μέρα άρχισαν να φεύγουν οι άνθρωποι. Άλλοι πήραν τον δρόμο για την πόλη, άλλοι για ξένες χώρες, άλλοι έφυγαν πιστεύοντας πως εγκατέλειπαν έναν τόπο που δεν είχε πια τίποτε να τους δώσει, ενώ εγώ αναρωτιόμουν πολλές φορές αν ήμασταν εμείς εκείνοι που αφήναμε πίσω το χωριό ή αν είχε προηγηθεί ο ίδιος ο τόπος, αποσύροντας αθόρυβα την ευλογία του πριν ακόμη το καταλάβουμε».

Καθώς μιλούσε, το παιδί γύρισε και κοίταξε τα λιγοστά σπίτια που διακρίνονταν στο βάθος, με τα κλειστά παράθυρα και τις αυλές όπου τα αγριόχορτα είχαν καλύψει τα μονοπάτια, καθώς η φύση προσπαθούσε να πάρει πίσω ό,τι κάποτε της είχαν στερήσει.

«Έβλεπα τα σπίτια να κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τις αυλές να γεμίζουν σιωπή, μια σιωπή διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουν οι άνθρωποι, γιατί υπάρχουν σιωπές που γεννούν γαλήνη κι άλλες που μαρτυρούν εγκατάλειψη, ενώ τα χρόνια περνούσαν και οι πόλεις μεγάλωναν, απλώνοντας το τσιμέντο τους όλο και πιο μακριά, όπως απλώνεται η θάλασσα, όταν σηκώνεται φουρτούνα, αργά, επίμονα και χωρίς να σταματά μπροστά σε τίποτε».

Έγειρε προς τα πίσω, ακουμπώντας τα χέρια του στην πέτρα κι άφησε το βλέμμα του να χαθεί για λίγο στον ορίζοντα.

«Κάθε καινούργιο σπίτι παρουσιαζόταν σαν ακόμα μία νίκη του ανθρώπου, όμως κάτω από τα θεμέλιά του έμενε θαμμένο ένα κομμάτι γης που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ τον ήλιο, κι αυτό δεν το σκεφτόταν σχεδόν κανείς, γιατί συνηθίζουμε να μετράμε μόνο όσα χτίζουμε και σχεδόν ποτέ όσα θάβουμε, για να τα χτίσουμε».

Ένα σύννεφο πέρασε αργά μπροστά από τον ήλιο, σκορπίζοντας για λίγο μια απαλή σκιά πάνω στον κάμπο κι ο γέρος ένιωσε πως είχε έρθει η στιγμή να πει εκείνο που τον βάραινε περισσότερο από όλα.

«Τότε κατάλαβα κάτι που άργησα μια ζωή να μάθω. Ο άνθρωπος δεν καταστρέφει τη γη επειδή τη μισεί. Την καταστρέφει επειδή πιστεύει πως του ανήκει, επειδή ξεχνά πως γεννήθηκε απ' αυτήν και φέρεται σαν να τη δημιούργησε ο ίδιος, ενώ η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο ταπεινή, αφού δεν μας ανήκει τίποτε, ούτε το νερό που πίνουμε, ούτε τα δέντρα που φυτεύουμε, ούτε το χώμα που πατάμε, γιατί όλα μάς επιτρέπουν μόνο για λίγο να τα ονομάζουμε δικά μας και ύστερα συνεχίζουν την πορεία τους χωρίς εμάς, όπως ακριβώς συνέβαινε πολύ πριν γεννηθούμε και όπως θα συμβαίνει, όταν θα έχουμε πια χαθεί».

Ο μικρός δεν μιλούσε. Καθισμένος δίπλα του ένιωθε πως οι λέξεις του παππού δεν έπεφταν πάνω στη γη, αλλά ρίζωναν σιγά σιγά μέσα του, σαν σπόροι που δεν είχαν ακόμη αποφασίσει πότε θα φυτρώσουν...


Copyright © Μαρία Καρυτινού All rights reserved, Ιούλιος 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Γεωργίου Π. Νίκα [Ορίζοντας IV, λάδι σε καμβά]