Μετά τον Πάουλο Κοέλιο, τον Χόρχε Αμάντο ή όποιον άλλο Λατινοαμερικανό έχετε διαβάσει, ακόμα ένα σπουδαίο μυθοπλαστικό έργο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν, είναι και το Καϊπιρόσκα! της Σίντια Μάρκες. Η βραζιλιάνικη λογοτεχνία πάντα μας ενδιαφέρει καθώς περιέχει το ηχόχρωμα ενός λαού που μας αρέσει και μια εξωτική, ιδιαίτερη αύρα που μας συνεπαίρνει όπου κι αν τη βρούμε: σε βιβλία, μουσικά άλμπουμ, ταινίες κ.ο.κ.
Αυτό το μυθιστόρημα όχι μόνο δεν εξαιρείται από τα παραπάνω αλλά έρχεται να κατοχυρώσει μια ισχυρή θέση ανάμεσα στα αγαπημένα μου βιβλία κι εδώ, παρακάτω, σας λέω γιατί.
Καταρχάς είναι η αφηγηματική τεχνική της συγγραφέως του που με κερδίζει. Αν και πρόκειται για πολυσέλιδο πόνημα καταφέρνει να μην κουράσει ούτε για μια στιγμή προσφέροντας συνεχώς μια άνετη και διασκεδαστική αναγνωστική εμπειρία που γίνεται και λίγο εθιστική από ένα σημείο και μετά. Τι κι αν η ιστορία του διαδραματίζεται μέσα σε λίγες ημέρες, τα γεγονότα που περιέχει είναι τόσο πολλά και οι εξελίξεις συνεχείς με ανατροπές που, παρά την απλότητα της υπόθεσης, καταφέρνει και εξάπτει το ενδιαφέρον μου όλη την ώρα ενώ ακόμα και στα πιο «ήρεμα» μέρη του –όπως όταν δίνει μία παραδοσιακή συνταγή ή όταν απλώς περιγράφει μια πλατεία– προσφέρει εκείνο το «κάτι» που γοητεύει, συναρπάζει και με συμπαρασύρει στον κόσμο του.
Ποια είναι η απλή του υπόθεση; Μία δικηγόρος κι ένας μυστήριος Ρώσος, που κανείς δεν ξέρει από πού ήρθε και ποια η σκούφια του, περιπλανιούνται σε δρόμους, ναούς, μπαρ, παραλίες... έχοντας μια ιδιότυπη σχέση καχυποψίας κι έντασης μεταξύ τους.
Δύο άγνωστοι άνθρωποι, που προέρχονται από τόσο μακρινές χώρες, συναντιούνται από ένα παιχνίδι της τύχης. Από εκείνη τη στιγμή οι ζωές τους δένονται με αόρατα αλλά πολύ γερά δεσμά ενώ όλες οι συγκυρίες τους φέρνουν κοντά. Κατά τη διάρκεια των ημερών αυτών θα τους παρακολουθήσουμε καθώς κυκλοφορούν στην πόλη και παράλληλα θα μαθαίνουμε για την ιστορία, την πολιτική, την κοινωνία, την κουλτούρα, τη μουσική, το φαγητό, την τέχνη... μια κανονική ξενάγηση στο Σάο Πάολο [όπως και αλλού] που περιέχει ακόμα και ολόκληρες συνταγές μαγειρικής! Η Μάρκες προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα του τόπου και των ανθρώπων του, της καθημερινότητας, των προβλημάτων, των συνηθειών τους. Η Μάρκες, φαίνεται πως, αγαπά πολύ τη χώρα της αφού επιχειρεί να συμπαρασύρει και τον αναγνώστη στη λατρεία που της έχει. Μιλά ακούραστα για τα πάντα με ένα υποδόριο νοιάξιμο για όλα αυτά που αποτελούν τη ζωή εκεί και το κάνει με μεράκι, μεταλαμπαδεύοντας τις καλύτερες εντυπώσεις της.
Τώρα, αν αναρωτιέστε τι είναι η καϊπιρόσκα, η απάντηση δίνεται σχετικά νωρίς [στη σελίδα 86 αν θέλετε να κλέψετε] αλλά δεν είναι η μόνη σωστή απάντηση! Ενδέχεται και να μαντέψατε ότι σχετίζεται με την καϊπιρίνια –κάτι σαν εθνικό ποτό εκεί– και, όντως, σχετίζεται αφού πρόκειται για μία παραλλαγή του διάσημου κοκτέιλ όμως... κι εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης, η πραγματική «ταυτότητα» της λέξης θα δοθεί πολύ αργότερα, ο αναγνώστης θα πρέπει να κάνει υπομονή περιμένοντας για πολλές πολλές σελίδες ώσπου να μάθει επακριβώς για τι πρόκειται.
Η αφηγηματική τεχνική της Σίντια Μάρκες έχει μέγιστη αξία στο προκείμενο αφού μπορεί να κρατά το ενδιαφέρον μιλώντας για τα πιο απλά πράγματα όπως μια διαδρομή με ταξί ή μια επίσκεψη στο σούπερ-μάρκετ κι ασχέτως που ένα εικοσιτετράωρο μπορεί να κρατήσει όσο εκατό πυκνογραμμένες σελίδες! Αν σκέφτεστε ότι υπάρχει μια άργητα σε σχέση με τον χρόνο, ναι, πράγματι υπάρχει, όμως αυτή η άργητα είναι δικαιολογημένη ή τουλάχιστον δεν σου δίνει το περιθώριο να βαρεθείς κάνοντας κοιλιές.
[Έχω διαβάσει κάμποσα τέτοια μυθιστορήματα και στα περισσότερα ένιωσα ότι βαριέμαι θέλοντας να προχωρήσουμε πιο γρήγορα παρακάτω ή και νιώθοντας ότι πατάμε φρένο αναίτια και δεν αφήνουμε την ιστορία να κυλήσει. Εκ του προχείρου, ένεκα και της επικαιρότητας καθώς μόλις κυκλοφόρησε η Οδύσσεια του Νόλαν, θυμάμαι τον Οδυσσέα του Τζόις όπου ένα τριπλάσιο βιβλίο σε σχέση με την Καϊπιρόσκα! –μην είναι και μεγαλύτερο– περιγράφει ένα εικοσιτετράωρο της ζωής του Μπλουμ. Όπως οι ήρωές μας, έτσι και ο Μπλουμ περιπλανάται στην πόλη του, το Δουβλίνο εν προκειμένω, ενώ το πόνημα έχει χαρακτηριστεί και ως ένας ακριβής «χάρτης» της πόλης – όχι από εμένα, από αυτούς που γνωρίζουν την πόλη. Όμως η αφηγηματική τεχνική του Τζόις είναι εκ διαμέτρου διαφορετική και στο σύνολο με κούρασε καθώς: από τη μια αισθάνθηκα ότι πλατειάζει με πολυλογία και από την άλλη η πολύγλωσση επιλογή του, τα άγνωστα λήμματα και τα πεδία που σχετίζονται με το προηγούμενο μυθιστόρημά του –το οποίο δεν ξέρω καν αν κυκλοφόρησε ποτέ στα ελληνικά– διακόπτουν την ανάγνωση κάνοντάς την τελικά βασανιστήριο.]
Επιστρέφοντας στην Καϊπιρόσκα!, δομείται μια υπόγεια αγωνία για την εξέλιξη που περιέχει και το αναγνωστικό ενδιαφέρον για τις τύχες των ηρώων κι ενώ σου έχει βγάλει ένα νοιάξιμο για αυτούς γιατί, ναι, φαίνεται ότι όλα τα πρόσωπα του βιβλίου είναι άξια συμπάθειας.
Το κύριο χαρακτηριστικό του ύφους του είναι ο ανάλαφρος τόνος του που, ακόμα και στα πιο σοβαρά –όλα είναι σοβαρά τώρα που το ξανασκέφτομαι– παραμένει διάχυτη η ευθυμογραφική του διάθεση. Σε αυτό το πλαίσιο, περιέχει και ολόκληρα ανέκδοτα όπως και διάφορες άκρως αστείες σκηνές που προκαλούν αβίαστο γέλιο. Το ακόμα καλύτερο; Μέσα στο ίδιο στιλ περιέχει και διάφορα φιλοσοφικά δοκίμια και στοχασμούς που δίνονται με τον πιο διασκεδαστικό τρόπο, όπως εκείνο περί αντίληψης της πραγματικότητας. [σ. 331]
Έχει και κάτι ακόμα που προσωπικά το λάτρεψα. Πολλή μουσική! Πραγματικά όμως, λίγα μυθιστορήματα έχουν τόση μουσική κι έτσι όμορφα ενσωματωμένη στα δρώμενα.
Εν κατακλείδι; Λατρεμένη μυθοπλασία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον από την πρώτη ως την τελευταία αράδα περιέχοντας μια γλυκιά κι ανθρώπινη ιστορία βγαλμένη μέσα από ακραία παραβατικότητα ενώ, προς το τέλος που έρχεται η κορύφωση όλων, βλέπεις ότι έχει και δράση αλλά θαυμάζεις και την πλοκή του! Καταλήγεις με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπο που στο χαρίζει απλόχερα.


