Νίκης Σιγάλα
Εκεί στα ψηλά βουνά της Πίνδου, όπου τα βράχια, τα δέντρα και οι βουνοκορφές σχηματίζουν διάφορες μορφές, ζούσαν πολλά και διάφορα άγρια ζώα. Αγριογούρουνα, αρκούδες, λίγκας, ζαρκάδια, λύκοι και αλλά.
Το δάσος έχει πολλά δέντρα, πανύψηλα, με μεγάλες κουφάλες.
Εκεί, δεν πήγαιναν συχνά άνθρωποι μόνο ομάδες με ορειβάτες και πεζοπόρους που περπατούσαν με αγάπη μέσα στο δάσος και έβρισκαν ησυχία, έβλεπαν και θαύμαζαν τα πανύψηλα δέντρα, ανακάλυπταν μονοπάτια για να ανέβουν μέχρι την πιο ψηλή κορυφή του βουνού.
Κάθε βουνοκορφή έχει το δικό της όνομα και έτσι, με χάρτη και έναν έμπειρο οδηγό, οι ομάδες έφταναν ψηλά.
Στα βουνά ζούσαν αγέλες λύκων. Είναι ζώα που ζουν σε αγέλες, κυνηγούν σε αγέλες για να μπορούν να πιάσουν το θήραμά τους. Οι λύκοι, αν και γρήγοροι στο τρέξιμο, δεν είναι ευκίνητοι σε μικρές κινήσεις· οι λύκοι βοηθούν να ισορροπήσει το οικοσύστημα.
Σε αυτά τα βουνά ζούσε και ο Oρφανούλης, ένας λύκος μόνος γιατί δεν είχε προλάβει να μπει στην αγέλη των λύκων. Το όνομα αυτό του το είχε δώσει μια γυναίκα που τον έσωσε.
Μια μέρα, στο μεγάλο ξέφωτο μέχρι εκεί που πάει ο δρόμος για τα αυτοκίνητα, σταμάτησε ένα πούλμαν με πεζοπόρους και ορειβάτες. Μία όμορφη ομάδα, με χαρούμενα άτομα, που θα πεζοπορούσαν για να ανακαλύψουν τις ομορφιές του δάσους.
Ο Ορφανούλης ήταν ένας αρσενικός λύκος με γκρίζο ζωηρό τρίχωμα, ψηλά γερά πόδια και γαλαζοπράσινα μάτια. Ήταν όμως πάντα μόνος, είχε χάσει τους γονείς του πριν προλάβουν να τον βάλουν στην αγέλη των λύκων και πάντα τριγυρνούσε μόνος μέσα στο δάσος. Αγαπούσε αλλά και φοβόταν τους ανθρώπους, γι' αυτό κρατούσε μία κρυφή απόσταση, ήθελε να τους βλέπει, τι κάνουν, τους παρακολουθούσε, αν και τον είχε σώσει άνθρωπος.
Πολλές φορές συναντούσε τους άλλους λύκους αλλά δεν τον ήθελαν στην αγέλη τους κι έτσι έφευγε, δεν του άρεσαν οι καυγάδες. Αρκετές φορές πήγαινε στο τέλος ενός κυνηγιού και έτρωγε ό,τι άφηναν. Αχ, πόσο θα ήθελε να κυνηγούσε μαζί με την αγέλη! Αλλά πάντα μόνος ήταν στο κυνήγι με μικρά θηράματα.
Και τότε τον έπιανε το παράπονο και, αν και δυνατός, έκλαιγε και ειδικά όταν είχε πανσέληνο κοίταζε το φεγγάρι. Εκεί έβλεπε τον πατέρα του και τη μάνα του.
Η μάνα του ήταν άρρωστη και ο πατέρας του είχε βγει για κυνήγι με την αγέλη των λύκων. Εκεί που κυνηγούσαν τους είδαν κάποιοι άνθρωποι και σκότωσαν τον πατέρα του. Τότε η μητέρα του πέθανε από τη στεναχώρια και έμεινε μόνος του. Ήταν πολύ μικρός, έτρωγε σκαθάρια και σκουλήκια, ξεγέλαγε την πείνα του με νερό από τις πηγές και έτρωγε ό,τι έβρισκε. Άγριες φράουλες και ρίζες.
Το τεσσάρων μηνών στομαχάκι του δεν άντεχε άλλο, κόντευε να πεθάνει όταν τον βρήκε μία πεζοπόρος, τον τύλιξε μέσα στη ζακέτα της και του έδωσε κάτι να φάει. Τι όμορφο που ήταν! Γάλα το ένιωσε να κατεβαίνει στον λαιμό του που ήταν ξερός.
Μέρα με τη μέρα όλο και αισθανόταν καλύτερα. Έμεινε μέχρι να μεγαλώσει αρκετά η γυναίκα, που έμενε πολύ κοντά στο δάσος σε ένα μικρό δεντροσπιτάκι. Του μιλούσε συνέχεια και πάντα του έλεγε: Ορφανούλη μου, να πας να βρεις την αγέλη σου, κάποια μέρα να μπεις και εσύ εκεί, μην κάθεσαι μόνος.
Αλλά, όσες φορές και αν προσπάθησε δεν το είχε καταφέρει, πάντα τον έδιωχναν κι έτσι, με κατεβασμένη την ουρά, έφευγε και έτρεχε από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Εκεί κάθονταν, μόνος, αλλά και σε φαράγγια και ξέφωτα.
Μόλις έβλεπε αυτοκίνητα... Πόσο τα φοβόταν! Αλλά κρύβονταν και άκουγε τι έλεγαν οι άνθρωποι κι έτσι και αυτό το απόγευμα, είδε αυτό το μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο με αυτούς τους περίεργους ανθρώπους που δεν του άρεσαν καθόλου.
Τα πάντα μουντά γύρω τους. Καταλάβαινε τους κινδύνους. Το κακό δεν άργησε. Κάτι κίτρινα μεγάλα φορτηγά και μπουλντόζες σταμάτησαν εκεί και μιλούσαν για μεγάλα έργα. Θα καταστρεφόταν το δάσος. Άρχισαν να ξεριζώνουν δέντρα, να κάνουν φασαρία.
Πρέπει να ειδοποιήσω τις αγέλες.
Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, τα πόδια του έκαιγαν, η δύναμή του είχε εξαντληθεί φτάνοντας στην πρώτη αγέλη, ίσα που ανάσαινε, τους είπε πως ήθελε να δει τον αρχηγό αλλά οι λύκοι άρχισαν να τον κοροϊδεύουν και να τον δαγκώνουν κάποια από τα αρσενικά της αγέλης.
Τη φασαρία άκουσε ο αρχηγός της αγέλης και είπε να
τον αφήσουν να τους πει ποιος είναι.
— Είμαι ο Ορφανούλης. Καταστροφή! Οι άνθρωποι θα καταστρέψουν το δάσος. Έφεραν μπουλντόζες και ξεριζώνουν τα δέντρα. Δεν θα αφήσουν τίποτα όρθιο εδώ.
— Μα τι θέλουν οι άνθρωποι στο δάσος; Δεν τους φτάνουν οι πόλεις; Εδώ είναι το σπίτι μας. Εμείς πήγαμε στα δικά τους τα σπίτια;
— Πρέπει να φύγετε! Να φύγετε, να σώσετε τα μικρά λυκάκια και τις λύκαινες!
Είπε ο Ορφανούλης με έναν αναστεναγμό που ίσα ίσα βγήκε.
— Εσύ από ποια αγέλη είσαι; του είπε ο αρχηγός.
— Δεν έχω εγώ αγέλη, πάντα είμαι μόνος, οι άνθρωποι σκότωσαν τον πατέρα μου και δεν πρόλαβα να μπω σε αγέλη. Μετά δεν με ήθελε καμία.
— Είσαι γενναίος και πρέπει να είσαι σε αγέλη. Από σήμερα θα είσαι στη δικιά μου μιας και εσύ την έσωσες, γιατί θα μας έβρισκαν απροετοίμαστους. Ορφανούλη είσαι στην ομάδα των γρηγοροπόδαρων.
Έτσι και μπήκε στην αγέλη. Από αυτή τη μέρα άλλαξε η ζωή του αλλά άλλαξε και το αγαπημένο του δάσος, χάλασαν πολλά δέντρα, έφτιαξαν τεράστιους δρόμους, έβαλαν ανεμογεννήτριες, άλλαξε όλο το οικοσύστημα...
Όσο κι αν προσπάθησε, ο Ορφανούλης, δεν κατάφερε να σταματήσει τους ανθρώπους. Όμως βρήκε θέση μέσα στην αγέλη, μια δικιά του οικογένεια και έκανε φίλους και μία όμορφη σύντροφο για κάνουν οικογένεια που θα αγαπάει το δάσος και θα ισορροπεί το οικοσύστημα.
Copyright © Νίκη Σιγάλα All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Θεοδώρας Μακρυδημήτρη [Μη με προσπερνάς, μικτή τεχνική σε χειροποίητο χαρτί]
![Έργο τέχνης Θεοδώρας Μακρυδημήτρη [Μη με προσπερνάς, μικτή τεχνική σε χειροποίητο χαρτί] Έργο τέχνης Θεοδώρας Μακρυδημήτρη [Μη με προσπερνάς, μικτή τεχνική σε χειροποίητο χαρτί]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEhj04Bw2iaGdRV0VrO9RD5bfChJXdI69E6qCmZA8FPfScN1-WlIYUpnXK6f-kSJP0wTkorxs9JSePx3VBemcWakDywpTVCu7yupjP749TrMDmJFgteKAxvPu6O8sDiwnfKM0JgqWr5OW0o8sKrNwSrbBupBkvH7QBVGTPp6JpBruPI6oKZLZvnux1YSSPKP/w320-h320/4.png)

