Δεύτερη φωνή II: Δηλήδονες

Γιάννη και Νεφέλης Σμίχελη Δεύτερη φωνή II: Δηλήδονες, Λαγνογκριζοβυθίσεις

Πράγματι οι πιο στενοί μου φίλοι για σχεδόν δέκα χρόνια τα πιο κρίσιμα της πρώτης νιότης, είκοσι έως τριάντα, ήταν μια καλλιτέχνης, μουσικός πιανίστα κι ένας ζωγράφος κι εγώ τότε ούτε που φανταζόμουν πως στο μέλλον μου θα αφοσιωνόμουνα στη λογοτεχνία, αν και η επιδίωξή μου είναι η λογοποίηση. Πάντως με μύησαν στην τέχνη μ' έναν τρόπο που οι ίδιοι δεν τον άντεξαν και τον παραμέρισαν. Δεν αναφέρομαι στην εκκεντρικότητα, την τόλμη στην αυτοέκθεση, στην αυτοπροβολή, στον πειραματισμό των εκφράσεων κι εκδηλώσεων, στην ασύμβατη και παρδαλή ζωή, όχι, μιλάω για το δόσιμο. Συναυλίες, εκθέσεις, συζητήσεις επί συζητήσεων, συναντήσεις με διασημότητες, συνέδρια, λόγια, μεγαλοστομίες, κι όνειρα, μεγάλα όνειρα, Παρίσι, Βερολίνο, Νέα Υόρκη, οι μητροπόλεις της υψηλής τέχνης, της διεθνούς καλλιτεχνίας. Κι όμως, παρότι και οι δύο τους είχαν την ικανότητα στα δάκτυλα, τη δεξιοτεχνία των χεριών, στα πλήκτρα και στο σχέδιο αντίστοιχα, ενώ φαίνονταν ταλαντούχοι τους έλειπαν δυο πράγματα, η θυσία και η απελευθέρωση. Είναι άλλο πράγμα να κάνεις κάτι καλά, να σου αρέσει πολύ, ακόμα και να σ' εκστασιάζει κι άλλο δια της ζωής να σε διαλέγει και να γραπώνεσαι από αυτό γιατί μόνο έτσι υπάρχεις. Συχνά, κατά τη διάρκεια των συνευρέσεών μας, άκουγα, τους κοίταζα με θαυμασμό, έκρινα τον εαυτό μου ατάλαντο, ελλιπή... με τη διέλευση του χρόνου και την αντιμετώπιση των προκλήσεων της επιβίωσης, κατέληξα πως και οι τρεις τότε ζούσαμε σε μαύρα μεσάνυχτα, πως ο καθένας τους είχε φτιάξει ένα όμορφο παραμυθάκι για να το πιπιλάει και να ξεγελιέται, να μην τον φάει το μαύρο σκοτάδι της απογοήτευσης όμως, το κυριότερο, τα φέρνει έτσι η εκτροπή του βίου ώστε η τέχνη σε σπρώχνει, σε δείχνει με το δάκτυλό της, τείνει το χέρι της, ανοίγει την αγκαλιά της και σου ζητάει να αναπνέεις μαζί της, με αυτήν, δια αυτής, εντός και γύρω και σ' εναρμόνιση ή απλή σύνδεση μ' εκείνη. Και τότε ή τα δίνεις όλα ή χάνεσαι. Το κυριότερο που ζητάει η τέχνη είναι να είσαι ο εαυτός σου, να μην δεσμεύεσαι, εγκλωβίζεσαι σε συμβάσεις, να τολμάς, να υπερβαίνεις τα όρια, ουσιαστικά και όχι με εντυπωσιακά γουστόζικα άλματα ή σάλτο μορτάλε, να λύνεις διαρκώς τους εσωτερικούς κόμπους, να μην αρκείσαι ούτε καν στο έργο που μόλις τελείωσες, να ταρακουνάς έστω κι αν προκαλείς, να είσαι ανένδοτος στις υποχωρήσεις εφόσον πνίγουν τη δημιουργική σου ακεραιότητα. Καλλιτέχνης που λέει την μισή αλήθεια ψεύδεται, καλλιτέχνης που λέει ολόκληρη την αλήθεια είναι ειλικρινής και καλλιτέχνης που σκιαγραφεί και υπηρετεί την νέα ουτοπία είναι δοσμένος ολόκληρος γιατί κανένας αυθεντικός δημιουργός τέχνης δεν βρίσκεται εντός της εποχής του. Ο καλλιτέχνης είναι εκτός ακόμα κι όταν ενεργεί με τον πιο επιδραστικό τρόπο στην εποχή του, είναι εκτός ακόμα κι όταν μεσουρανεί στην εποχή του, είναι εκτός για να μπορεί στο δικό του παρόν να δείχνει τον δρόμο του μέλλοντος γιατί πρωτίστως δημιουργεί για αυτούς που έρχονται... ως η αισιοδοξία της ζωής, ως η αιώνια προέκταση της ύπαρξής του.

— Με ποια;
— Με την Λουκία.
— Μα αυτή είναι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή σου.
— Εεε και; Μας προέκυψε, τι να κάνουμε τώρα;
— Νιώθω αηδία.
— Γιατί;
— Μ' αυτήν πήγες;
— Ναι, αμέ. Την έχεις δοκιμάσει;
— Όχι βέβαια. Είναι δυνατόν;
— Τότε από πού προέρχεται η αηδία σου;
— Έτσι. Σαν εικόνα μου προκύπτει.
— Από πού κι ως πού; Την έχεις δει γυμνή στο κρεβάτι; Αγκαλιαστήκατε γυμνές;
— Όχι βέβαια. Δεν είμαι λεσβία. Έτσι σαν εικόνα σας βλέπω και μου έρχεται εμετός.
— Εγώ σε ρώτησα τι έκανες με το παχύδερμο τόσα χρόνια; Ή με κανένα άλλο;
— Όχι.
— Τότε γιατί με κατακρίνεις για μια επιλογή μου, πριν από σένα; Εγώ δεν ρώτησα καν με ποιους έχεις συνευρεθεί Συγκεντρώθηκα σε μας, όχι σε πρώην.
— Να φύγεις!
— Μα γιατί, τι έκανα; Μια χαρά δεν πηδιόμασταν πριν ξεκινήσει αυτή η κουβέντα; Εσύ ήθελες να με φας ολόκληρο. Εδώ το κάναμε πρωτοχρονιάτικα... Στην παραλία μεθυσμένοι και μας έβλεπαν και δεν ντράπηκες. Τώρα θίχτηκες;
— Ναι. Αυτήν δεν την γουστάρω.
— Εεε, τότε να σε είχα ρωτήσει. Αγαπητή Νανά, αφού στο μέλλον θα γαμηθούμε που θα γαμηθούμε, να σου ζητήσω την άδεια να πάω με την Λουκία;
— Μπορείς να μείνεις απόψε και αύριο το πρωί να σηκωθείς να φύγεις.
— Εσύ, πριν την κουβέντα με την Λουκία, τρελαινόσουν να μου κάνεις στοματικό έρωτα. Μου τον δάγκωνες σαν λυσσασμένη. Δεν σε απάτησα με την Λουκία, Νανά. Ήταν πριν από μας.
— Να φύγεις, δεν σε θέλω. Άντε αύριο.
— Βρε μήπως υπάρχει άλλος στο μυαλό σου και δεν το λες; Μήπως σου είπαν για κάποιον άλλο τα φιλαράκια σου μόλις με είδαν και ψάχνεις αφορμή να με κάνεις στην μπάντα; Γλέντησες μαζί μου και τώρα ώρα για νοικοκυριό; Σε ρωτάω!
— Εεεε... Να φύγεις αύριο.
— Θα φύγω τώρα.

Ποσό εύκολο είναι να βάζεις όλο το σόι να διαβάλλει τον κάθε πρώην.
Να σπέρνεις βρόμες εδώ και κει και να υποκρίνεσαι οργή.
Στο κουτσομπολιό οι συμμετέχοντες όλοι κρατούν από ένα φτυαράκι.
Και ξέρουν να μην χαλάσουν τις τρύπες που φτιάχνουν οι συμμετέχοντες.
Στο τέλος η μικρή κοινωνία έχει μετατραπεί σε ένα νεκροταφείο.
Μ' ανοικτούς τάφους.
Μπαινοβγαίνουν οι σκαφτιάδες και τα πτώματα με τέτοια τυπικότητα...
Μ' ευλάβεια σε λειτουργία καθεδρικού.
Αν όμως κάποιοι πάρουν το παιχνίδι στα σοβαρά...
Και λάβουν υπόψιν τοις μετρητοίς τα λόγια...
Και που σιγά τώρα μην δίνεις σημασία στα φρόκαλα δεν πούνε...
Και καταπίνουν, και αυτός ο λάκκος ανοίγει μέσα τους...
Και κουβαλάνε τον τάφο που τους έχωσαν ζωντανούς...
Όπου και να πάνε...
Τότε το μόνο που έχουν να κάνουν για να σωθούν,
είναι να βγουν από τον λάκκο.
Και να τον γεμίσουν με τα σκατά που κουβαλούσαν...
Τόσα χρόνια.


Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 11 Οκτωβρίου.