Γιώργος Μουφτόγλου: Μια έμφυτη, αλλά κατά τα λοιπά απροσδιόριστη ανάγκη. Άλλοτε είναι ανάγκη επικοινωνίας, άλλοτε πάλι περίκλεισης – οι λέξεις είναι, συχνά, μανδύες. Και τις προτιμώ από άλλους μανδύες, που μας περιβάλλουν αλλά και μας επιβάλλονται.
Γ.Μ.: Υπάρχουν φορές που οι λέξεις έρχονται αβίαστα και τότε οι σκέψεις είτε ηχογραφούνται την ίδια στιγμή είτε σημειώνονται κάπου σκόρπια. Η αποτύπωσή τους στο ποίημα είναι, προφανώς, μια άλλη, πολύ πιο σύνθετη διεργασία – δεν είναι ημερολόγια τα ποιήματα. Άλλες πάλι φορές δεν αποτυπώνονται – και αυτό είναι κάτι που σέβομαι εξίσου.
Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Γ.Μ.: Στη λογοτεχνία πάντα θα αναφέρομαι, μεταξύ άλλων, στην Πλαθ, στην Ντίκινσον, στον Έλιοτ, στην Αδαλόγλου (εγχώρια) και άλλες/ους πολλές/ούς. Επιρροές μου, όμως, είναι, ασφαλώς, η μουσική, ο κινηματογράφος, ονόματα και καλλιτέχνες που δεν μου φτάνει ο χρόνος ή το μέρος για ν' απαριθμήσω. Κυρίως αυτοί από εποχές που αρνούνται να σβήσουν ή αρνούμαι να τις σβήσω.
Ποια θεματολογία κρατεί τον κυρίαρχο ρόλο στα έργα σας;
Γ.Μ.: Υπάρχουν μοτίβα, θα έλεγα. Το προσωπικό που είναι ή επιχειρεί να γίνει πολιτικό. Η μνήμη, η λήθη, οι ματαιώσεις, αλλά και η ειρωνεία που ενίοτε τις διέπει.
Πείτε μας λίγα λόγια για το βιβλίο σας.
Γ.Μ.: Η πρώτη μου συλλογή δεν ήταν εξαρχής αυτό που κατέληξε να είναι. Κάποιες φορές χαριτολογώ, λέγοντας ότι το βιβλίο πέρασε τα σαράντα κύματα, για να καταλήξει στην τελική του μορφή. Και όχι για να αγγίξει κάποιο αισθητικό αποτέλεσμα ή για να κυνηγήσω τον τέλειο, απαραίτητα, στίχο. Κυρίως γιατί νιώθω, πολλές φορές, ότι μόνο του χάραζε την πορεία του – κάθε ποίημα στην «Ημέρα που ερχόμουν» είναι μια ολότητα και όλα μαζί, ταυτόχρονα, δημιουργούν όλη τη σύνθεση. Και αυτή η σύνθεση προέκυπτε συχνά αυθόρμητα, παρά τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τα οποία ανέφερα και προηγουμένως, και τον τρόπο με τον οποίο προσεκτικά, εν τέλει, έβρισκαν τη θέση τους στη συλλογή. Σε κάθε περίπτωση, αν κάτι θα ήθελα να πω για αυτό το βιβλίο είναι ότι ήδη φαντάζει να βρίσκεται πολύ μακριά από εμένα και, ταυτοχρόνως, εξαιτίας της ειλικρίνειας που το διέπει, να με καθορίζει.
Συγγραφέας γεννιέσαι ή γίνεσαι;
Γ.Μ.: Έχει τύχει ν' ακούσω για εκλεκτικές συγγένειες και σίγουρα συχνά στον δημόσιο λόγο αποδίδονται στη συγγραφή ή και σε κάθε άλλη μορφή τέχνης ιδιότητες που αγγίζουν τα όρια του μεταφυσικού: το ταλέντο, το χάρισμα. Απλώς, κατά την ταπεινή μου γνώμη, τέτοιες θεωρήσεις κινδυνεύουν συχνά να είναι αποκλειστικές, ενώ η ουσία και η μαγεία της τέχνης έγκειται στην ένωση. Άρα, γίνεσαι – με διάβασμα, σκάψιμο και ένωση, γίνεσαι.
Αν μπορούσατε να αλλάξετε κάτι στον τομέα της λογοτεχνίας τι θα ήταν αυτό;
Γ.Μ.: Τη χρησιμοθηρία και την τελειοθηρία.
Έχετε επόμενα συγγραφικά σχέδια;
Γ.Μ.: Περισσότερο αναρωτιέμαι αν η συγγραφή έχει σχέδια για εμένα και τι σχέδια μπορεί να είναι αυτά. Ο χρόνος θα δείξει.
Ο Γιώργος Μπουφτόγλου μίλησε με αφορμή και για την ποιητική του συλλογή Την ημέρα που ερχόμουν, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν. Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:
Ο πολυπρόσωπος καθωσπρεπισμός μουθέλοντας τη θλίψη θηλιασμένη καιλανθάνουσα τη θλάση καιτο θάρρος θαλερόέσβηνε ενθουσιωδώς κάθε προσπάθεια σμίλευσηςεκείνου του ποιήματος για το σαράκι πουεπέμενε ενθουσιωδώς να σκαλίζει χαίνουσες σιωπέςσπρώχνοντας τα ροκανίδιακάτω απ' το χαλάκι της εξώπορτας.
Ο Γιώργος Μουφτόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2000, όπου ζει και εργάζεται. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ποιήματα και μεταφραστικές δοκιμές του έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Η ποιητική συλλογή Την ημέρα που ερχόμουν είναι το πρώτο του βιβλίο.



