Το λυκόφως των σκιών

Έργο τέχνης της Magdalena Morey Art [Watching the quiet shore 4, ακρυλικό, παστέλ και φύλλο χρυσού]

20-7-2026

...Αν κάποτε μας ζητούσαν να διαλέξουμε ανάμεσα στις δύο όψεις της ίδιας μοίρας, ίσως στρέφαμε το βλέμμα μας προς τον θάνατο. Όχι από παραίτηση, αλλά από την ακατανίκητη επιθυμία να συναντήσουμε εκείνο που βρίσκεται πέρα από τον ορίζοντα της ανατολής. Ακολουθούμε έναν καβαλάρη που σκεπάζει τον ήλιο με την έκλειψή του και μας οδηγεί σε μια πορεία χωρίς βεβαιότητες, χωρίς λογική, χωρίς την ψευδαίσθηση πως γνωρίζουμε τον προορισμό μας. Προχωράμε μόνο με τη διαίσθησή μας, σαν σημαδούρα μέσα σε μια αχαρτογράφητη θάλασσα, ενώ οι φόβοι και οι προαισθήσεις μας γίνονται οι μοναδικοί συνοδοιπόροι μας, τροφοδοτώντας μια αόρατη δύναμη που κυλά πίσω και κάτω από την ύπαρξή μας.

Απαιτούμε από τη ζωή ν' αποδείξει πως μπορεί ακόμη να είναι δίκαιη, να σταθεί απέναντί μας σαν θεά ελεύθερη από κάθε εμπόδιο, ευαίσθητη απέναντι στην αδικία αυτού του κόσμου που πολλές φορές γίνεται η καταδίκη μας. Μα όσο περισσότερο την αναζητάμε, τόσο εκείνη απομακρύνεται, αφήνοντάς μας να περιπλανιόμαστε ανάμεσα στη λαχτάρα και στη διάψευση.

Τι είναι άραγε εκείνο που μας κρατά όρθιους ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο! Τι είναι αυτό που μας πείθει να συνεχίζουμε, όταν όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί. Ίσως να είναι η πένα του λογοτέχνη, του ποιητή, κάθε δημιουργού. Είναι εκείνη που μας επιτρέπει να αντικρίζουμε το μονοπάτι που χαράξαμε, ν' αναγνωρίζουμε τα ίχνη μας μέσα στον χρόνο και να διακρίνουμε τις ανταύγειες ενός άλλου κόσμου, μιας άλλης πραγματικότητας που δεν υποτάσσεται στη σκληρότητα της καθημερινής ύπαρξης.

Η ποίηση γεννά μέσα μας διαλογισμούς που δεν γνωρίζουν ντροπή ούτε υποταγή. Μιλά χωρίς δεσμά, η δύναμη μιας μοναδικής σάλπιγγας που μας ωθεί να προχωράμε. Λαχανιάζουμε μπροστά στην ανάγκη να εκφραστούμε, να απελευθερώσουμε τα μυστικά μας, ν' αφήσουμε τα συναισθήματά μας να ξεδιπλωθούν, όπως ο άνεμος ανοίγει τα πανιά ενός πλοίου που αρνείται να μείνει δεμένο στο λιμάνι.

Ζώντας μέσα στο απέραντο νεκροταφείο της ανθρώπινης πάλης, γινόμαστε όλοι λογοτέχνες, ποιητές. Υφαίνουμε τις λέξεις μας γνωρίζοντας πως δεν διαθέτουμε καμιά πραγματική δύναμη, κι όμως μέσα από αυτές αποκτάμε μια παράξενη παντοδυναμία. Χτίζουμε βωμούς που κανένα μάτι δεν βλέπει, πιστεύουμε σε θεούς που γεννήθηκαν μέσα από τη δική μας αγωνία και πορευόμαστε ως ανήσυχα πνεύματα προς ένα τέρμα, γνωρίζοντας πως η αλήθεια δεν χαρίζεται αλλά κατακτάται.

Λογοτέχνες είμαστε όλοι εμείς που πλάθουμε σύννεφα χωρίς προορισμό. Εμείς που ανασαίνουμε μέσα στη νύχτα σαν κραυγές που κανείς δεν ακούει, επιθυμώντας μια αληθινή ζωή. Κάθε φορά που σέρνεται το λυκόφως, αναδυόμαστε μέσα από τις στάχτες μας σα να μας καλεί μια αθέατη δύναμη ν' αρχίσουμε απ' το μηδέν. Γνωρίζουμε πλέον πως η γέννηση και ο θάνατος δεν είναι αινίγματα που λύνονται ούτε εχθροί που νικιούνται. Είναι οι δύο αμετάκλητες όψεις της ίδιας αιωνιότητας, εκείνες που μας συνοδεύουν από την πρώτη μέχρι την τελευταία μας ανάσα.

Είμαστε όλοι δημιουργοί αυτού του κόσμου. Αντικρίζουμε μια ζωή που ολοένα απογυμνώνεται από το θείο της μέτρο, μια ζωή που πνίγεται μέσα στην ασχήμια, στην αλαζονεία και στην πνευματική ένδεια. Κι όμως, μέσα σ' αυτή την ασφυξία εξακολουθούμε να οραματιζόμαστε την επιστροφή των μεγάλων αξιών, εκείνων που κάποτε ύψωναν τον άνθρωπο πάνω από τα πάθη του. Αγωνιζόμαστε να γκρεμίσουμε την πολύχρωμη και απατηλή ηθική που μας δίδαξε να συμβιβαζόμαστε με το σκοτάδι, να θεωρούμε φυσική την άγνοια και να βαφτίζουμε πρόοδο την παρακμή. Απομακρυνθήκαμε από τα ιδανικά μας, τα ιδεώδη μας, τις αξίες μας, οτιδήποτε συγκρατούσε την ισορροπία μέσα στην ήδη κατεστραμμένη ζωή μας. Χάσαμε τη μεγαλοπρέπεια που κάποτε φώτιζε το βλέμμα μας. Χάσαμε τα όνειρα που δεν γνώριζαν όρια, την αθωότητα της ευτυχίας μας και την ευγένεια των παθών μας. Στη θέση τους υψώθηκαν κόσμοι ψεύτικοι, παλάτια που χτίστηκαν πάνω στη ματαιοδοξία και κήποι που άνθισαν μόνο για να κρύψουν την ερημιά των ανθρώπων. Κι εμείς, κουρασμένοι από αυτή τη διαρκή επίδειξη, αναζητάμε πλέον μια γωνιά σιωπής, έναν τόπο όπου οι ελπίδες μας δεν θα ξεριζωθούν.

Η αθέατη ύπαρξή μας γνωρίζει πως όλα επιστρέφουν εκεί απ' όπου ξεκίνησαν. Η γη, οι άνθρωποι, οι σκέψεις, οι πράξεις, ακόμη και οι σιωπές μας ακολουθούν αέναους κύκλους. Τίποτε δεν χάνεται οριστικά και τίποτε δεν μένει αμετάβλητο. Όλα περιφέρονται γύρω μας και μέσα μας, σαν αόρατοι πλανήτες που υπακούουν σ' έναν ανώτερο νόμο από τη θέλησή μας. Γι' αυτό επιλέγουμε την ανηφορική πορεία, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε πως θα τη διασχίσουμε μόνοι, συντροφιά με τις σκιές μας. Έχουμε μόνο την πίστη πως κάθε αλλαγή της μοίρας κρύβει μέσα της μια γλυκιά νοσταλγία, μια υπόγεια συγκίνηση που αναστατώνει την ύπαρξή μας και μας θυμίζει πως ακόμη ζούμε. Αυτές οι μικρές δονήσεις είναι η αληθινή μας περιουσία.

Δεν φοβόμαστε να περπατήσουμε δίπλα στον θάνατο. Τον κρατάμε κοντά μας, όχι γιατί τον ποθούμε, αλλά γιατί μόνο έτσι μπορούμε να τον ξεγελάσουμε. Συνεχίζουμε να βαδίζουμε μόνοι, συνθλιβόμενοι από όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν, από ανέλπιδες ελπίδες από ανύπαρκτα όνειρα που αναζητούν μια χαραμάδα φωτός μέσα στην απεραντοσύνη του επέκεινα. Γι' αυτό και θυμόμαστε πως ο θάνατος είναι το τίμημα της επίγειας ζωής και ταυτόχρονα η κληρονομιά μιας άλλης πραγματικότητας που μας περιμένει. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε από αυτή τη νομοτέλεια. Η ορθή κρίση και η βαθιά αγάπη δεν αρκούν για ν' αναστείλουν την πορεία του χρόνου. Είναι αρετές που εξευγενίζουν την ύπαρξή μας, όχι ασπίδες απέναντι στο αναπόφευκτο.

Ως λογοτέχνες και δημιουργοί των ανίκητων στοχασμών θα συνεχίσουμε να διακηρύσσουμε πως όλα όσα υπάρχουν αξίζουν ν' αγαπηθούν. Θα συνεχίσουμε να διανύουμε τη ζωή μας πιστεύοντας πως η αποστολή μας είναι να επιταχύνουμε το τέλος κάθε πνευματικής παραμόρφωσης, κάθε τρέλας που μεταμφιέζεται σε σοφία και κάθε θεωρίας που απομακρύνει τον άνθρωπο από την ψυχή του. Γιατί μόνο τότε ο λόγος μας θα έχει εκπληρώσει τον σκοπό του και η όποια λογοτεχνική δημιουργία θα επιστρέψει στη φυσική της θέση, ως η πιο βαθιά έκφραση της ανθρώπινης ύπαρξης.

Δεν παύουμε να προσπαθούμε να μιλήσουμε, βλέποντας ανθρώπους που οικοδόμησαν ολόκληρη την ύπαρξή τους πάνω στην επίφαση της σοβαρότητας, ενώ στο βάθος δεν κρατούν τίποτε άλλο παρά τη γύμνια της ψυχής τους. Μέσα σ' αυτή την ερημία συνεχίζουμε να ακονίζουμε τον λόγο μας. Επεξεργαζόμαστε κάθε λέξη με υπομονή, όπως ο τεχνίτης λειαίνει το έργο του, γνωρίζοντας πως η παραμικρή ατέλεια μπορεί να αλλοιώσει ολόκληρη τη δημιουργία. Δεν επιτρέπουμε στους σπινθήρες της έμπνευσης να μας παρασύρουν στην αλαζονεία. Αντίθετα, προσπαθούμε να διαφυλάξουμε την καθαρότητα του βλέμματός μας και την αλήθεια των συναισθημάτων μας, ώστε κάθε φράση να γεννιέται από την ανάγκη και όχι από τη φιλοδοξία.

Επιλέγουμε τις λέξεις μας σαν να 'ναι πολύτιμα πετράδια. Η γραφή μας δεν αποβλέπει στην εντύπωση αλλά στην εξύψωση των αξιών, με σκοπό την αφύπνιση των ψυχών. Η λογοτεχνία δεν γεννήθηκε για ν' ανατρέψει εξουσίες ούτε για να υπηρετήσει επαναστάσεις πρόσκαιρες. Γεννήθηκε για να υπενθυμίζει πως ο άνθρωπος παραμένει ιερός ακόμη και όταν ο ίδιος λησμονεί την ιερότητά του.

Είμαστε γέφυρες που δεν στηρίζονται σε αιματηρές θυσίες αλλά στην πίστη πως οι άνθρωποι μπορούν ακόμη να συναντηθούν. Μπορεί να λυγίζουμε, μπορεί να δοκιμαζόμαστε, όμως δεν καταρρέουμε, καθώς κάθε πένα, κάθε πάπυρος αναζητά το να κρούσει τη σιωπή σας, τη σιωπή μας, ως τη μοναδική στιγμή όπου η ίδια σας –η ίδια μας– η ζωή γίνεται η απάντηση σε όλα όσα σας/μας πλήγωσαν.

Η ποίηση, το διήγημα, το μυθιστόρημα, το παραμύθι καθώς γράφεται πλημμυρίζει την ύπαρξή μας με μια μουσική που δεν υποτάσσεται στους ήχους αυτού του κόσμου. Είναι η μυστική αρμονία της ψυχής, εκείνη που ακούγεται μόνο όταν σωπαίνουν οι θόρυβοι της καθημερινότητας. Τότε αφήνουμε την ψυχή μας να υψωθεί πάνω από τα γήινα δεσμά της, να αποκτήσει φτερά και ν' αντικρίσει από ψηλά όσα παραμένουν αθέατα στα μάτια των πολλών. Κάθε φως που ανάβει μέσα μας, κάθε χαρά, κάθε μεταμόρφωση της ύπαρξής μας γίνεται ένας αέναος καθρέφτης του χρόνου, μια αδιάψευστη μαρτυρία πως τίποτε ζωντανό δεν παραμένει στάσιμο. Όλα κινούνται, όλα μεταβάλλονται, όλα αναγεννώνται μέσα στην αδιάκοπη περιπέτεια της δημιουργίας.

Δεν σταματάμε ποτέ ν' αναζητάμε έναν νέο ουρανό και μια νέα γη, έναν κόσμο που ν' αξίζει περισσότερο τον άνθρωπο και έναν άνθρωπο που ν' αξίζει περισσότερο τον κόσμο. Πορευόμαστε ανάμεσα στις εποχές, αναμετρώντας τις πληγές και τα θαύματα της ιστορίας, με την ελπίδα πως κάποτε οι αναζητήσεις μας θα συναντήσουν το νόημα που τόσο επίμονα μας διαφεύγει.

Υποφέρουμε, δημιουργώντας, μέσα στην ίδια μας τη γενναιοδωρία, ψάχνοντας νοήματα που να μην υποτάσσονται στον χρόνο και στον φόβο. Επιθυμούμε ν' αγγίξουμε εκείνη τη δύναμη που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να υψωθεί πάνω από τη μικρότητά του και ν' αντικρίσει τη μεγάλη φωτοχυσία του νου, εκεί όπου η ύπαρξη συμφιλιώνεται με το άπειρο και η ψυχή θυμάται ξανά την πραγματική της πατρίδα.

Αναρωτιόμαστε διαρκώς αν η ύπαρξη και η ανυπαρξία είναι πράγματι δύο αντίθετοι κόσμοι ή δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας αλήθειας. Ίσως η μία να γεννά την άλλη, ίσως η ζωή να μην είναι παρά μια σύντομη παρένθεση μέσα στην αδιάκοπη διάρκεια της αιωνιότητας. Κι εμείς, ανήμποροι να συλλάβουμε το άπειρο, στεκόμαστε ανάμεσα στις δύο σιωπές, προσπαθώντας να δώσουμε όνομα σε ό,τι δεν κατονομάζεται και μορφή σε ό,τι δεν έχει ακόμη γεννηθεί.

Αναζητάμε αδιάκοπα την άκρη της γης, όχι γιατί πιστεύουμε πως υπάρχει, αλλά γιατί η αναζήτησή της μας κρατά ζωντανούς. Ψάχνουμε το άνοιγμα του ουρανού, εκεί όπου τ' άστρα παύουν να είναι σώματα και γίνονται ψυχές. Ψάχνουμε ακόμη την καρδιά εκείνων που αγαπήσαμε, γιατί γνωρίζουμε πως καμιά αγάπη δεν χάνεται ολοκληρωτικά, αφού παραμένει διάσπαρτη μέσα στον χρόνο, σαν αχνό φως που περιμένει κάποιο βλέμμα για να ξαναγεννηθεί.

Φοβόμαστε να ομολογήσουμε ίσως να μείνουμε ένα τίποτε για τον κόσμο, μια άγνωστη σκιά μέσα στην ατέλειωτη πομπή της ιστορίας. Όμως ακόμη κι αυτό το τίποτε μπορεί να κρύβει μέσα του μια απεραντοσύνη που οι πολλοί αδυνατούν να διακρίνουν, αφού η αξία μιας ψυχής δεν μετριέται από τη δόξα που συγκεντρώνει, αλλά από το βάθος της σιωπής που αντέχει.

Βλέπουμε τους ανθρώπους ν' αγωνίζονται να γίνουν σπουδαίοι, ν' αποκτήσουν δύναμη, πλούτο, αναγνώριση και διάρκεια. Εκείνοι ας αγωνίζονται, εμείς όμως δεν αναζητάμε την παράταση της παρουσίας μας μέσα στον κόσμο, παρά μόνο τη δικαίωση της ύπαρξής μας, καθώς δεν μας συγκινεί η ποσότητα του χρόνου, αλλά η ποιότητα της αλήθειας που κατορθώσαμε να ζήσουμε μέσα της. Γι' αυτό δεν φοβόμαστε τον θάνατο. Δεν τον υμνούμε ούτε τον προκαλούμε. Τον αποδεχόμαστε ως την πιο ειλικρινή κατάληξη κάθε ανθρώπινης διαδρομής. Είναι ο μόνος που δεν υποκρίνεται, ο μόνος που δεν εξαγοράζεται, ο μόνος που εξισώνει βασιλιάδες και ζητιάνους, σοφούς και αδαείς. Μέσα στην αμεροληψία του διακρίνουμε μια παράξενη δικαιοσύνη, εκείνη που η ζωή τόσο συχνά αρνείται να μας προσφέρει.

Πορευόμαστε προς το άγνωστο γνωρίζοντας πως κάθε φόβος κρύβει μέσα του έναν δρόμο προς την αυτογνωσία. Όσο βαθύτερα κατεβαίνουμε στα σκοτεινά στρώματα της ύπαρξής μας, τόσο καθαρότερα αντικρίζουμε το φως που επί χρόνια έμενε φυλακισμένο μέσα μας. Καμιά κατάβαση δεν είναι μάταιη, όταν γίνεται με την ελπίδα της ανάβασης, αφού μόνο όποιος τόλμησε να συναντήσει τις σκιές του μπορεί κάποτε ν' αναγνωρίσει το αληθινό πρόσωπο του φωτός.

Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο χρέος μας να μην είναι η μεταμόρφωση του κόσμου αλλά η διάσωση της ίδιας μας της ψυχής. Να μην επιτρέψουμε να ερημωθεί ο εσωτερικός μας ναός, να μη σβήσει το καντήλι που φωτίζει τη συνείδησή μας, ακόμη κι όταν γύρω μας απλώνεται η πιο βαθιά νύχτα. Όσο αυτή η ανεπαίσθητη φλόγα εξακολουθεί να τρεμοπαίζει μέσα μας, δεν έχουμε χαθεί. Παραμένουμε ζωντανοί, ακόμη κι αν ο κόσμος αδυνατεί ν' αναγνωρίσει την παρουσία μας. Γιατί η αληθινή ύπαρξη δεν μετριέται από τα βλέμματα των ανθρώπων αλλά από την πίστη με την οποία κατοικούμε τον εσωτερικό μας κόσμο.
...Όταν πέσει το σκοτάδι... η σιωπή και οι σκιές μας... Η λύτρωση αγγίζει μόνο το βλέμμα του θανάτου.. Στη μνήμη του επέκεινα και όσων αναχωρούν ήδη.


Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης της Magdalena Morey Art [Watching the quiet shore 4, ακρυλικό, παστέλ και φύλλο χρυσού]