Ελένης Σταθοπούλου
Ηταν ένα μικρό παιδί. Καθόταν στην άμμο σταυροπόδι. Είχε χάσει τη μιλιά του. Του μιλούσε ο Μάρκος κι αυτό τον κοιτούσε με μάτια άδεια, χωρίς ν' απαντά.
— Κωνσταντή μου, πες κάτι. Ναι, το ξέρω ότι τώρα είσαι κι εσύ άμοιρος, όπως ήμουν εγώ κάποτε. Μα, έχει ο Θεός. Ναι, είμαστε βρεγμένοι, αλλά θα στεγνώσουμε γρήγορα. Ευτυχώς, που είναι καλοκαίρι και δεν κρυώνουμε σε τούτη την ξερή σπιθαμή γης που βγήκαμε. Η παλιόβαρκα, που μας βάλανε μέσα, ανάθεμα στους απάνθρωπους ανθρώπους, ήταν τρύπια και θα βούλιαζε. Μα, έβγαλα τις σανίδες από τα καθίσματα και μαζί τους πέσαμε στη θάλασσα. Με αυτές και το καλό κολύμπι, που ξέραμε, τα καταφέραμε να βγούμε εδώ. Χαλάλι τα μαθήματα που σου έκανα, στην πατρίδα, στις Κυδωνίες. Δεν ξέρω πού είμαστε. Γύρω μας έχει σκοτάδι και μόνο ίσκιοι ψηλών βράχων διακρίνονται στο φως των αστεριών. Μην φοβάσαι, μικρέ μου. Έχεις μένα κοντά σου. Μπορεί να μην έχουμε κάτι να φάμε, ούτε νερό να πιούμε, αλλά αύριο θα τα βρούμε όλα. Πιο πέρα η φωτιά, που κατάφερε ο Μάρκος σου ν' ανάψει, τρίβοντας δυο πέτρες που τις βρήκε ψαχουλεύοντας στα βράχια, και ρίχνοντας κάτι ξερόχορτα, που τα ξερίζωσε ένα γύρω χωρίς να βλέπει σε τι πάνω ήταν φυτρωμένα, στεγνώνει τα ρούχα που μας φόρεσαν και καίει την πρώτη χοντρή σανίδα μας. Γείρε στο χέρι μου, καλό μου, και κλείσε τα μάτια να κοιμηθείς, να ονειρευτείς τον άγγελό σου, αυτόν που έσωσε σένα και μαζί σου και μένα από το μαχαίρι!
Σε λίγο το παιδί κοιμόταν χαμένο στα όνειρά του και ο Μάρκος, ξαπλωμένος ανάσκελα κάτω από τον ουρανό, με την ελαφριά ανάσα του μικρού και το γλυκό χτύπημα του φλοίσβου στα βράχια, έπιασε να συλλογιέται. Είχε ανακατωθεί και πάλι ο κόσμος και είχε πλημμυρίσει φωτιά και αίμα.
*
Ο Μάρκος άνοιξε τα μάτια στο φως της αυγής. Τράβηξε το χέρι του κι ακούμπησε με προσοχή το κεφάλι του παιδιού στην άμμο. Σηκώθηκε και κοίταξε γύρω. Η θάλασσα μπροστά ήταν ήσυχη. Κάποιοι γλάροι πετούσαν κρώζοντας. Δεξιά υπήρχε ένα μονοπάτι, που οδηγούσε προς τα πάνω και φαινόταν να έχει θάμνους. Αριστερά και δεξιά υπήρχαν απόκρημνοι βράχοι. Εντύπωση του έκαναν δυο ψηλοί κι εντελώς κάθετοι στα αριστερά.
Πήγε προς τα κει και πίσω τους βρήκε μια σπηλιά. Κάτω είχε άμμο και στην οροφή σταλακτίτες. Προχωρώντας μέσα είδε στο βάθος μια λιμνούλα. Κοίταξε πάνω και είδε να στάζει νερό. Άπλωσε το χέρι, μάζεψε μερικές σταγόνες και τις έβαλε στο στόμα. Ήταν γλυκό. Ο Θεός τούς βοηθούσε. Οι ψυχές των αδικοχαμένων φαίνεται ότι τους φρόντιζαν.
Βγήκε έξω κι άρχισε να ψάχνει τριγύρω. Βρήκε απομεινάρια ναυαγίων. Τα δώρα από τους προηγούμενους στους επόμενους ναυαγούς. Σανίδες από διαφόρων ειδών πλεούμενα, υφάσματα, μια πυξίδα, ρούχα, δυο πιάτα, τέσσερα ποτήρια, ένα καζανάκι για μαγείρεμα, ένα καλάθι, δυο μαχαίρια, ένα κουτάλι και κιάλια. Ολόκληρο νοικοκυριό.
Ώσπου να ξυπνήσει ο μικρός, πρώτα έφτιαξε έναν σταυρό με δυο ξύλα, που τα έδεσε μ' ένα λεπτό σκοινί που το είχε βρει κι αυτό κάπου πεταμένο. Τον έμπηξε στην άμμο. Ήταν ένα σημάδι, ένα κενοτάφιο για όλους αυτούς που σφαγιάστηκαν. Γονάτισε μ' ευλάβεια και, αφού σταυροκοπήθηκε τρεις φορές, έψαλε το «αιωνία η μνήμη», μελετώντας τα ονόματά τους. Μετά πήγε και μάζεψε ό,τι ξερό υπήρχε στο μονοπάτι και μπήκε στη θάλασσα κι έπιασε με το καλάθι, που είχε βρει, αφρόψαρα.
Όταν άνοιξε τα μάτια, ο Κωνσταντής, είδε πάνω σε δυο στερεωμένες κάθετα πέτρες ένα καζανάκι πάνω σε φωτιά και μέσα του κάτι να βράζει.
— Ψυχή μου, καλημέρα! Ξύπνα να δεις τι ήσυχα που είναι δω. Πιες από το ποτήρι δίπλα σου το νερό να ξεδιψάσεις. Είναι γλυκό και το βρήκα εδώ κοντά. Σε λίγο θα φάμε νόστιμη σούπα. Βράζω ψάρια. Έχουμε δυο πιάτα, μα ένα κουτάλι. Έτσι, πρώτα θα φας εσύ και μετά εγώ.
Ο Κωνσταντής, κοιτώντας τον ίσια στα μάτια, χωρίς μιλιά, ήπιε με λαχτάρα όλο το νερό κι αργότερα έφαγε με λαιμαργία τη σούπα με τα ξεκοκκαλισμένα μέσα της ψάρια. Ο Μάρκος, που πάντα τον κανάκευε, του τα είχε ξεκοκκαλίσει, για να μην σταθεί κάποιο αγκάθι στον λαιμό του.
Αφού απόφαγαν, έπλυνε τα σκεύη στη θάλασσα και τα έβαλε να στεγνώσουν, πήρε το παιδί από το χέρι και το πήγε στη σπηλιά. Του έδειξε τι είχε βρει, του έδειξε και τα ρούχα, που τα είχε πλύνει και στέγνωναν απέξω στον ήλιο. Ήταν τρεις Ιουνίου του 1821 και είχε αρχίσει η ζέστη. Σε λίγο θ' άλλαζαν.
Είχε σχέδιο ο Μάρκος. Το μεσημέρι θα το έλεγε του μικρού και θα του ζητούσε να το κάνει. Ας μην του μιλούσε. Ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνε!
*
Η φωτιά έκαιγε. Ο Μάρκος μετά τα μεσάνυχτα την είχε θεριέψει. Ευχόταν να την δει κανένα καράβι και να πλησιάσει. Ο μικρός κοιμόταν δίπλα του. Του είχε πει ότι, αν έβλεπε πλεούμενο να έρχεται, θα κρυβόταν, για να πάρουν μόνο εκείνον. Κούνησε απλά το κεφάλι, χωρίς ν' απαντήσει. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει για τούτο το παιδί, που δεν είχε πια κανέναν στη ζωή. Απλά πήρε μια μυτερή πέτρα κι άρχισε να χαράζει στον βράχο δίπλα στη φωτιά. Είχαν περάσει δυο μέρες από τότε που είχαν βγει σε τούτον τον ξερότοπο. Αν δεν φαινόταν σύντομα κάτι, φοβόταν ότι δεν θα είχε κάτι άλλο να κάψει.
Αποκοιμήθηκε αργά, γιατί πάλευε με τις σκέψεις του. Πετάχτηκε πάνω από έναν εφιάλτη. Πριν καλά καλά συνέλθει, είδε στο λυκαυγές κάτι να έρχεται προς αυτούς. Ξύπνησε τον μικρό, τον φίλησε και, κλείνοντας τον στην αγκαλιά, του είπε με συγκίνηση.
— Να θυμάσαι πάντα ότι όλοι σ' αγαπούσαν και ότι κι εγώ θα σε βρω γρήγορα και σ' αγαπώ. Σε αφήνω, γιατί πρέπει να πάω στον αγώνα. Ο Θεός να ευλογήσει να πέσεις σε καλά χέρια!
Έσκυψε και, σέρνοντας σχεδόν, για να μην τον δουν, κρύφτηκε στην εσοχή ενός βράχου, στη σπηλιά!
*
Ήταν του Γιάννου Μητροδήμου από τα Ψαρά η δικάταρτη γαλιότα. Ο πατέρας του και ο παππούς του είχαν πολλά κερδίσει στον αγγλικό ναυτικό αποκλεισμό. Και τώρα, ο εγγονός ήταν στον στόλο των Ψαριανών με τον Υδραίο Αποστόλη. Είχε πάει για εφοδιασμό των ελληνικών καραβιών στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και γύριζε στο νησί του. Η γυναίκα του, η όμορφη Τασώ, θα έφερνε στον κόσμο το παιδί τους. Φρεσκονυμφευμένος ήταν και ήθελε να βρεθεί κοντά της την ώρα της γέννας.
Πριν χαράξει, καθώς φυσούσε ένα ούριο αεράκι και φούσκωνε τα πανιά, κινώντας την Τασώ, τ' όμορφο σκαρί του, γλυκά πάνω στα νερά του Αιγαίου, είδε τη φωτιά. Ξύπνησε το πρωτοπαλίκαρό του κι έδωσε εντολή στον τιμονιέρη να στρίψει κατά κει. Σαν πλησίασαν, έριξε μια βάρκα κι έστειλε δυο ναύτες. Με τα κιάλια είχε δει να κάθεται κατάχαμα σταυροπόδι ένα παιδί.
Όταν αυτοί βγήκαν έξω, είδαν τον μικρό δίπλα στη φωτιά που σιγόκαιε. Του μίλησαν, μα δεν τους απάντησε. Κοίταξαν ένα γύρω, έψαξαν αρκετά, μα δεν βρήκαν κανέναν. Απλά πάνω στον βράχο ο ένας απ' αυτούς, που ήξερε λίγα γράμματα, διάβασε χαραγμένο τ' όνομα Κωνσταντής και τη λέξη Κυδωνίες. Τον πήραν από το χέρι, τον έβαλαν στη βάρκα και τον ανέβασαν στην Τασώ.
Ο καπετάνιος έδωσε διαταγή να τον πλύνουν, να του δώσουν ρούχα καθαρά και να του βάλουν να φάει. Την ώρα που έτρωγε ήρθε κι έκατσε απέναντί του. Τον κοίταξε κατευθείαν κι ανατρίχιασε. Είδε τον φόβο να πλεονάζει και φωτιές να καίνε. Του μίλησε τρυφερά, μα δεν πήρε απάντηση. Έτρωγε ήσυχα και με τρόπους. Φαινόταν να είναι από καλή γενιά.
Σκέφτηκε το παιδί, που θ' αποκτούσε ο ίδιος σε λίγο, και κάτι μέσα του σκίρτησε.
— Θέλεις, Κωνσταντή, να γίνεις γιος μου; Ο πρώτος μου γιος;, του είπε συγκινημένος.
Ο Κωνσταντής δεν απάντησε, παρά τον κοίταξε για λίγο βαθιά στα μάτια, σηκώθηκε, ήρθε κοντά κι έπεσε στην αγκαλιά του. Αυτός τον έσφιξε στο στήθος με θέρμη. Είχε μόλις αποκτήσει έναν εξάχρονο γιο κι ο Κωνσταντής έναν πατέρα.
*
Σαν το πλεούμενο απομακρύνθηκε, ο Μάρκος βγήκε από την κρυψώνα του. Ο πεντάρφανος Κωνσταντής πια ακολουθούσε το πεπρωμένο του. Ποιος ξέρει για πού; Από το λίγο που είδε τη γαλιότα, γιατί βιάστηκε να κρυφτεί, του φάνηκε χριστιανική. Με τα κιάλια, που είχε βρει στα απομεινάρια των ναυαγίων, είχε διακρίνει έναν σταυρό στη σημαία και μόλις που είχε προλάβει να διαβάσει τ' όνομα. Κάθισε στην άμμο, νιώθοντας έναν μεγάλο πόνο στην ψυχή, εξαιτίας του αποχωρισμού. Σκούπισε κάποια δάκρυα, που κατρακύλησαν, και γρήγορα τράβηξε να μαζέψει ό,τι υπήρχε, που θα μπορούσε να καεί. Θ' άναβε φωτιά και ήλπιζε ότι γρήγορα θα τον έβλεπαν και θα έφευγε κι αυτός.
Ήθελε να πάει στον αγώνα. Γι' αυτό άφησε το παιδί να φύγει. Ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία. Από τον καλόγερο και μεγάλο δάσκαλο Βενιαμίν, που πήγαινε συχνά στο σπίτι και τον φιλοξενούσαν. Θυμήθηκε που ήρθε μια μέρα, πριν λίγα χρόνια, και δεν ήταν όπως τις άλλες φορές. Με τον αφέντη Ιωάννη Χατζηστάθη κλείνονταν στη βιβλιοθήκη και μιλούσαν για κάτι σοβαρό, όπως φαινόταν από το ύφος του άρχοντα, όταν έβγαινε. Κάποιο βράδυ κατέβηκαν στο υπόγειο κι έμειναν αρκετά εκεί. Τις επόμενες μέρες άρχισαν να έρχονται κι άλλοι της πόλης, έμποροι και γαιοκτήμονες, καλοί νοικοκυραίοι όλοι, κι όλο μιλούσαν χαμηλόφωνα πίσω από τις αυστηρά κλεισμένες πόρτες. Ο Μάρκος απορούσε και ήθελε πολύ να μάθει. Ώσπου, έφτασε η μέρα που ο δάσκαλος τον εμπιστεύτηκε, τον μύησε και τον όρκισε.
Δυο νύχτες έκαιγε τη φωτιά. Μέχρι που κάποιο χάραμα ένα σπετσιώτικο μπρίκι την είδε κι έβαλε πλώρη κατά κει. Σε λίγο βρισκόταν πάνω του και μιλούσε με τον καπετάνιο. Έπλεαν για τη Λέσβο. Λόγω των γνώσεών του και της ικανότητάς του, σύντομα βρέθηκε τιμονιέρης στο μύστικο Αριστείδης.
*
Ήταν απομεσήμερο μιας ζεστής σεπτεμβριάτικης μέρας τού 1823. Ο Μάρκος βρισκόταν στον Ψαρομαχαλά, στους πρόποδες της βορειοδυτικής Ακροναυπλίας. Πήγαινε να βρει τον Βενιαμίν Λέσβιο. Δεν ήταν πια ο αρμοστής των νήσων του Αιγαίου Πελάγους, γιατί είχε καταλυθεί ο θεσμός τον Γενάρη. Τώρα είχε διοριστεί από τη δεύτερη Εθνοσυνέλευση στην εννεαμελή επιτροπή για τη σύνταξη της προσωρινής ποινικής νομοθεσίας με βάση το βυζαντινό δίκαιο, αλλά δίδασκε κιόλας.
Τι να ήθελε άραγε ο τιμονιέρης τον καλόγερο με το τεράστιο φιλοσοφικό έργο; Τον καλόγερο, που ήταν εναντίον των πολέμων, της θανατικής ποινής, της βίας και της τυραννίας; Που πίστευε στη μάθηση, στην επιστήμη και στην έρευνα κι απέρριπτε τον σκοταδισμό και τον λογιοτατισμό; Που υπεράσπιζε την αυτοδιοίκηση και την αποκέντρωση;
Κάτι παιδιά ξυπόλητα και με χιλιομπαλωμένα ρούχα, που έπαιζαν κοντά στο νοσοκομείο των φτωχών, του έδειξαν το σπίτι του. Η παμπάλαιη ξύλινη πόρτα ήταν ανοιχτή και στη μικρή εσωτερική αυλή κάθονταν σε σκαμνιά καμιά δεκαριά έφηβοι και τον άκουγαν με προσήλωση. Η φωνή του, με πάθος κι όραμα, τους μιλούσε για την ελευθερία της σκέψης και τη δημοκρατία. Ο Μάρκος, μέχρι να τελειώσει, κάθισε απέξω στυλωμένος στον τοίχο και με τη φωνή του δάσκαλου χάθηκε στο παρελθόν.
Βρέθηκε στις Κυδωνίες, στο σπίτι τού Ιωάννη Χατζηστάθη, στην Άνω Πόλη. Ήταν όμορφη και νοικοκυρεμένη η ζωή τότε. Αρκετά δωμάτια, ωραία και κομψά έπιπλα, βελούδινες κουρτίνες, μεγάλη τραπεζαρία και κουζίνα, οικονόμος, αμαξάς, υπηρέτες, κηπουρός, πολλά λουλούδια και δέντρα στον κήπο, ατέλειωτα λιοστάσια, μεγάλη η περιουσία του δημογέροντα.
Ήταν από την Αίγυπτο ο Μάρκος. Ήταν κόπτης ο πατέρας του και σ' έναν άγριο διωγμό των Οθωμανών, που είχε να επιλέξει τη σφαγή ή τον εξισλαμισμό, κατάφερε μαζί με την ετοιμόγεννη μάνα του να μπουν κρυφά σ' ένα πλεούμενο που έφευγε για την Κωνσταντινούπολη. Δεν ήξεραν πού ακριβώς πήγαιναν. Απλά ήθελαν να σωθούν και να σώσουν και το αγέννητο παιδί τους από την αγριότητα της εξουσίας.
Αποφάσισαν να κατέβουν στα Ψαρά, που δούλευε ξυλουργός σ' έναν ταρσανά κάποιος ξάδελφος του πατέρα του, γιατί πλησίαζε η ώρα της γέννας. Στο φτωχικό εκείνου γεννήθηκε ο Μάρκος κι εκεί ορφάνεψε, γιατί η μάνα του σε λίγη ώρα ξεψύχησε. Μετά ο πατέρας του βρήκε κι αυτός δουλειά στον ταρσανά του Χιώτη μαστρο-Πανάγου, που ναυπηγούσε ό,τι πλοίο ήθελες, κι εκείνος μεγάλωνε με τη θεία του και τα παιδιά της.
Ήταν για όλους τ' ορφανό κι αδικημένο, μα εκείνον δεν τον ένοιαζε. Όταν το βράδυ γυρνούσε από τη δουλειά ο κύρης του, έτρεχε στην αγκαλιά του κι αυτός τον ζέσταινε με τις ιστορίες του. Του 'λεγε για κείνη την παλιά κι αρχαία πολιτεία, που την έλεγαν Αλεξάνδρεια, και για το μεγάλο ποτάμι, που το έλεγαν Νείλο. Αποκοιμιόταν αθώος και ήρεμος ο Μάρκος τότε. Όλα κυλούσαν ήσυχα, μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας του αρρώστησε και πέθανε σε μια επιδημία. Τώρα ήταν πεντάρφανος και οι θείοι άρχισαν να υπολογίζουν το παραπανίσιο στόμα.
Γι' αυτό βρέθηκε, έντεκα χρόνων παιδί, στο αρχοντικό του Ιωάννη Χατζηστάθη, στις Κυδωνίες, για να κάνει θελήματα. Η γυναίκα του, η αρχόντισσα Γιάννα, ο Θεός να την έχει αναπαυμένη, μόλις τον είδε άνοιξε την αγκαλιά της και τον καλοδέχτηκε σαν μάνα. Τον πόνεσε και τον φρόντισε, για να γλυκάνει την ψυχούλα του.
Έμαθε και είδε τόσα πράγματα κοντά τους. Τον έστειλαν στο σχολείο και, όταν είδαν τη φιλομάθειά του, αποφάσισαν να του δώσουν την καλύτερη μόρφωση. Ο Μάρκος φοίτησε στην Ακαδημία των Κυδωνιών, έμαθε γαλλικά και τρόπους δυτικούς, πήρε αρκετές γνώσεις κι έγινε ο αγαπημένος ψυχογιός του δημογέροντα, μιας κι εκείνος δεν είχε πια παρά μόνο μια κόρη.
Τον εμπιστευόταν και του είχε αναθέσει να επιβλέπει, να διοργανώνει και να φροντίζει τα πάντα. Από τον κήπο, τ' άλογα, την άμαξα, τη συγκομιδή της σοδειάς, το ελαιοτριβείο, το σαπωνοποιείο μέχρι τις συναλλαγές του μ' επιχειρήσεις στη Λέσβο κι όπου αλλού.
Σαν τα σκέφτηκε όλα αυτά, σαν τους θυμήθηκε όλους, ένας λυγμός τράνταξε το στήθος του. Στη μνήμη ήρθαν τ' άψυχα σώματα και το αίμα τους, που κυλούσε. Προς στιγμήν ψήλωσε ο νους του και σκέφτηκε Δεν σας άξιζε! Ήταν άδικο! Δεν μπόρεσα να σας βοηθήσω! Ήμουν αδύναμος μπροστά στο σκοτάδι του φανατισμού και της εκδίκησης. Έπειτα, είχα λάβει εντολή και είχα δώσει υπόσχεση ότι θα την εκτελέσω. Γι' αυτό είμαι τώρα εδώ!
Από τις σκέψεις του τον έβγαλε η φωνή μιας γυναίκας, ταλαιπωρημένης και γερασμένης, που στεκόταν μπροστά του και τον ρωτούσε ποιος είναι, κρατώντας ένα παιδάκι από το χέρι. Την γνώρισε αμέσως. Ήταν η Πανωραία Χατζηκώστα Αϊβαλιώτη, η γυναίκα του πλούσιου εμπόρου των Κυδωνιών. Έσκυψε και της φίλησε το χέρι, λέγοντάς της:
—Κυρά μου, πόσο χαίρομαι που σε ξανασυναντώ!
— Ποιος είσαι, νεαρέ μου;
— Δεν με γνωρίζεις, κυρά μου; Ο Μάρκος είμαι, ο ψυχογιός του Χατζηστάθη. Τόσες φορές είχα έρθει σπίτι σας, για να μιλήσω με τον άντρα σου για δουλειές του πατέρα μου!
Τα μάτια της σκοτείνιασαν μονομιάς και βουρκωμένη ψιθύρισε:
— Του άντρα μου, αυτού που τον είδα σφαγμένο πρώτα και μετά είδα τα παιδιά μου τα μεγαλούτσικα και τελευταίο το βυζανιάρικο μου, η δύστυχη μάνα και γυναίκα, που ζει ύστερα από τη συμφορά; Όμως, εσύ Μάρκο, αγόρι μου, που έχεις τ' όνομα του γιου μου, που μακελεύτηκε τότε, βλέπω ότι ζεις και χαίρομαι πολύ. Πώς γλύτωσες; Έμαθα ότι στου Χατζηστάθη τους πέρασαν όλους από λεπίδι!
— Μεγάλη ιστορία, αρχόντισσα μου. Θα στη διηγηθώ!
Στο μεταξύ ο δάσκαλος είχε τελειώσει το μάθημα και οι μαθητές είχαν φύγει. Ο Μάρκος με την Πανωραία, το μικρό και τ' άλλα δώδεκα παιδιά, που έπαιζαν, μπήκαν στο μικρό σπιτάκι. Θα τους έδινε καθαρά ρούχα ν' αλλάξουν, απ' αυτά που ήταν απλωμένα ένα γύρω σε κάτι πέτρες, για να στεγνώσουν, κι ένα κομμάτι ψωμί από αυτό που είχε ζυμώσει, για να φάνε.
Ήταν τα ορφανά της. Αυτά που είχε μαζέψει στο Ναύπλιο, όταν είχαν έρθει με τον Βενιαμίν από την Ύδρα, και το μικρό ήταν εκείνο από τις Κυδωνίες, που αυτός της είχε βάλει στην αγκαλιά, για να ξεφύγει από την απελπισία και ν' αποκτήσει νόημα η ζωή της. Το βύζαξε, γιατί πείναγε, και το έκανε παιδί της. Το δικό της βυζανιάρικο είχε μαχαιρωθεί και τώρα είχε βρει ένα άλλο, που ήταν χωρίς κανέναν στον κόσμο. Του έδωσε τ' όνομα του αδικοχαμένου πρώτου γιου της, του Μάρκου, κι έγινε η μάνα του.
Η συνάντηση που είχε με τον Βενιαμίν στα Ψαρά είχε παίξει καταλυτικό ρόλο γι' αυτήν. Γνωστός του άντρα της την πήρε υπό την προστασία του. Από κει στην Ύδρα και μετά, την άνοιξη του 1823, στο Ναύπλιο, για να τον φροντίζει και με τα πενιχρά του έσοδα να πορεύει τα παιδιά της.
Ο Μάρκος φίλησε το χέρι του καλόγερου και ζήτησε την ευχή του, καθώς μπήκαν στο μικρό δωματιάκι.
— Τι κάνεις, παιδί μου, Μάρκο; Χαίρομαι που σε βλέπω. Πώς γλύτωσες;
— Μεγάλη ιστορία, δάσκαλε. Ο Θεός με βοήθησε και είμαι ζωντανός. Τώρα είμαι στον αγώνα. Δεν ξεχνώ ποτέ ότι εσύ μ' έβαλες σ' αυτόν, ότι δεν σ' εμπόδισε η καταγωγή μου και μ' εμπιστεύτηκες.
— Γνώριζα την ψυχή σου, παιδί μου, από τότε, που σε είχα μαθητή και ήσουν ο καλύτερος. Τι σημασία είχε η καταγωγή σου;
— Δάσκαλε, δεν θέλω να σε κουράσω. Βγήκα για λίγο από το καράβι μου και ήρθα να σου ζητήσω μια χάρη. Θέλω να με βοηθήσεις να βρω ένα παιδί!
Του είπε ό,τι είχε να του πει κι έφυγε στο σούρουπο. Δεν έφαγε το λίγο ψωμί που του πρόσφερε η Πανωραία. Της είπε να το κεράσει στα ορφανά της.
*
Δεκαέξι Μαΐου 1826. Τον προηγούμενο μήνα το Μεσολόγγι είχε πέσει στα χέρια τού Ιμπραήμ. Είχαν περάσει περίπου τρία χρόνια, αφότου ο Μάρκος είχε ξανάρθει στο Ναύπλιο, και τώρα ήταν πάλι εδώ. Είχε χαθεί στις θάλασσες, στις πολιορκίες και στις ναυμαχίες. Οι καπεταναίοι με τους άντρες τους είχαν δώσει τόσα, μα ο αγώνας κινδύνευε. Οι έχθρες και οι ανταγωνισμοί είχαν ανάψει σε στρατιωτικούς και πολιτικούς, ο κόσμος υπέφερε και ο Αιγύπτιος με τα στρατεύματά του λυμαινόταν τον τόπο.
Ήξερε ότι ο δάσκαλος και φιλόσοφος είχε αρρωστήσει από τύφο και είχε φύγει από τη ζωή κοντά δυο χρόνια τώρα. Αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος, που κάποτε τον είχαν κατηγορήσει ότι ήταν άθεος κι αγράμματος, που ξεχώριζε με το ήθος του, τον ανθρωπισμό του, τη σοφία και τη δύναμη του λόγου του, που, όταν ξεσηκώθηκε το έθνος, έτρεξε να το υπηρετήσει με όλες του τις δυνάμεις, δεν υπήρχε πια.
Όμως, αυτός τώρα πήγαινε να βρει την Πανωραία, μήπως και είχε κάποιο γράμμα από εκείνον για ό,τι του είχε ζητήσει. Ήταν σίγουρος ότι θα είχε ερευνήσει, ότι κάτι θα είχε βρει και δεν θα είχε παραλείψει να του το αφήσει.
Όσο ήταν ακόμη πάνω στο μύστικο, πριν μπει στη βάρκα να πατήσει πόδι στη στεριά, άκουσε να βροντούν τα κανονιοστάσια και να χτυπούν οι καμπάνες. Κάτι γινόταν. Σαν πέρασε το τείχος και προχώρησε είδε πλήθος κόσμου να συρρέει προς την Πύλη της Ξηράς, που κατέληγε ο δρόμος από το Άργος. Σε λίγο θα έμπαιναν στην πόλη αυτοί που είχαν διασωθεί από την ηρωική φρουρά του Μεσολογγίου και, μετά από μια πορεία τριάντα έξι ημερών στα βουνά της Ρούμελης, είχαν καταλήξει στο Ναύπλιο, όπου ήταν η έδρα της Κυβέρνησης. Ενθουσιασμός και τιμές. Κόσμος και λαός, οχλοβοή κι επευφημίες.
Ο Μάρκος δεν παρασύρθηκε. Προχώρησε γρήγορα, βγήκε έξω από τα τείχη και, ρωτώντας, βρέθηκε στο καλύβι της Πανωραίας. Τα παιδιά της είχαν μεγαλώσει κι αυτή, τώρα, που δεν είχε τον Βενιαμίν, ξενόπλενε για να τα βγάλει πέρα, έκανε τον αχθοφόρο, αλλά και ζητιάνευε. Την βρήκε απέξω, πάνω από τη σκάφη της.
Σαν άκουσε να της λέει μια φωνή Κυρά μου, γύρισε, σκούπισε τα χέρια στην ποδιά, κοίταξε τον άντρα απέναντί της και γρήγορα άπλωσε τα χέρια και, κλείνοντας τον στην αγκαλιά, είπε:
— Μάρκο, παιδί μου, ψυχή μου, γιατί άργησες; Ο δάσκαλος έφυγε!
— Το ξέρω, αρχόντισσά μου, συγχώρα με, μα με φάγανε η θάλασσα και τα κανόνια. Άφησε κάτι ο δάσκαλος για μένα;
— Ναι, άφησε. Ένα γράμμα.
Μπήκε μέσα και σε λίγο βγήκε, κρατώντας το στο χέρι.
— Δεν σου είπα, Μάρκο, να έρθεις μέσα, γιατί το καλύβι μου είναι μικρό κι άθλιο. Δεν θέλω να με δεις πώς ζω εσύ που ήξερες το σπίτι, που είχα τότε στην πατρίδα. Αυτό άφησε για σένα ο Βενιαμίν και μου είπε να στο δώσω στο χέρι, αν κάποτε γυρίσεις. Δεν ξέρω τι γράφει, αλλά μια μέρα μου 'χε πει ότι ζητάς κάποιο παιδί από την πόλη μας. Ποιο παιδί, ψάχνεις, γιόκα μου;
— Θα σου τα πω όλα, κυρά, της είπε και την πήρε από το χέρι και την έβαλε να καθίσει σ' ένα σκαμνί και κάθισε κι αυτός απέναντί της πάνω σε μια πέτρα.
Σαν τελείωσε τη διήγησή του, σηκώθηκε, της έβαλε στο χέρι όσα χρήματα είχε για τα μικρά της, την ευχαρίστησε κι έφυγε, δίνοντάς της την υπόσχεση ότι θα έρθει σύντομα.
Συνεχίζεται...
Copyright © Ελένη Σταθοπούλου All rights reserved
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Το διήγημα περιέχεται στην συλλογή της ίδιας Το παιδί της φωτιάς και άλλα διηγήματα, που κυκλοφόρησε από την Anima εκδοτική. Διαβάστε το δεύτερο μέρος στις 4 Σεπτεμβρίου.
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Λίλας Στεργιοπούλου [ακρυλικό σε καμβά]
![Έργο τέχνης Λίλας Στεργιοπούλου [ακρυλικό σε καμβά] Έργο τέχνης Λίλας Στεργιοπούλου [ακρυλικό σε καμβά]](https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgtiIRFUfEATwmVobD7aPPn8XRb8U8ATnoFcwvZgi4xzdoLV7l62zVtYRohZyyjUEnJ_u4A5YiWM3r9eyHnynAQta8fLPGp50fcTAXmk-2nvwO6TJw8b-JXvKhTQ6CezSYJP-BeAKNN2l0owwKxlzRPyGLs_vL2Cmyc38iKi0ntICCfhnbzMrYIqtdTM36l/w320-h320/1.png)

