Η Αρετούσα της Σμύρνης

Ελένης Σταθοπούλου

Έργο τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου [Stop the war]

Μόνο μια ώρα χαίρομαι, όταν γλυκοχαράζει,
που αναπαύεται η καρδιά και δεν αναστενάζει!

Νύχτωσε. Το Παρίσι τού Λεβάντε πίσω της καιγόταν. Η Θάλεια βρισκόταν σ' ένα μεγάλο καΐκι με τόσο πολλούς γύρω της. Δεν ήξερε πού πάνε. Το φόρεμά της ήταν ελαφρύ και η θαλασσινή υγρασία περόνιαζε το σώμα της. Θα ήθελε να έριχνε κάτι στους ώμους της. Εκεί που σκίστηκε λίγο. Κάποιος την τράβηξε την ώρα που πάλευαν ποιος να πρωτομπεί. Ίσως να είχε κάπου κάτι. Αυτή είχε τα πάντα μέχρι τώρα. Δεν είχε στερηθεί τίποτα. Μήπως σ' αυτή την τσάντα, που της είχε ετοιμάσει η γιαγιά της και είναι στα πόδια της, έβρισκε ένα σάλι; Όμως, δεν είχε το κουράγιο να δει. Άλλωστε, θα ξυπνούσε και τον μικρό Γιάννο, που είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι ακουμπισμένο στο πόδι της εξουθενωμένος.

Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτα. Όσο και να προσπαθούσε να καταλάβει τι γινόταν γύρω της, δεν τα κατάφερνε. Την ξεπερνούσαν όσα έζησε και ζούσε. Δεν ήθελε να ξέρει τίποτα παραπάνω. Ήξερε μόνο ότι είχε ένα σκισμένο φουστάνι στο κάτω μέρος, εκεί που πιάστηκε τρέχοντας, ματωμένα από γρατζουνιές πόδια και κάπως λερωμένα παπούτσια. Ότι στη ζώνη της, που την είχε σώσει, αισθανόταν τον θησαυρό της. Ότι ήταν μόνη, χωρίς οικογένεια Από καιρό ο πατέρας της έλεγε ότι έπρεπε να τα μαζέψουν και να φύγουν, αλλά αυτή και η μάνα της δεν ήθελαν ν' ακούσουν τίποτα. Και τώρα, να το αποτέλεσμα. Η ζωή που ήξερε χάθηκε, οι δικοί της χάθηκαν κι απόμεινε ολομόναχη!

*

Ο ωρολογοποιός Πέτρος Παύλογλου από τα Βουρλά, που είχε σπουδαίο μαγαζί στη Σμύρνη, έβλεπε εδώ και καιρό το κακό που ερχόταν. Ήταν πανέξυπνος άνθρωπος, παρακολουθούσε και μάθαινε τις εξελίξεις. Επιπλέον, είχε πάντα και μια αλάνθαστη διαίσθηση, που εφάρμοζε στην ιστορική του κρίση. Από τότε που κατάρρευσε το μέτωπο, τον έζωσε η ανησυχία και δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Άρχισε να ρευστοποιεί τα υπάρχοντά του και να τα στέλνει στον μεγαλύτερο αδελφό του, τον Γιωργή, στην Πόλη, χωρίς να το πει σε κανέναν. Αυτός είχε κει δικό του εστιατόριο και ήταν περισσότερο ασφαλής.

Όταν έμαθε ότι ο Κεμάλ άνοιξε τις φυλακές και ξεχύθηκαν οι Τσέτες, ένιωσε ότι δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Έπρεπε να βρει τρόπο να περάσει στην Ελλάδα. Τη γυναίκα του, την Αγγελίνα, δυσκολευόταν να την πείσει. Φυσικά, είχε τον λόγο της. Αφότου πέθανε ο πατέρας της, η μάνα της έμενε μόνη στο σπίτι τους στη Σμύρνη με την οικονόμο της, την Αρμένισσα Σουσάνα, και δεν ήθελε ν' ακούσει κουβέντα για φευγιό. Δεν γινόταν να πάρει τους δρόμους απελπισμένη. Εκείνος έμενε στον Μπουρνόβα. Όταν νυμφεύτηκε την όμορφη Αγγελίνα, στο οικόπεδο κοντά στην καθολική εκκλησία τής Σάντα Μαρία, που της έδωσε ο πατέρας της, έχτισε μια έπαυλη. Μπορεί να μην ήταν σαν εκείνες των ξένων προξένων και των πλούσιων επιχειρηματιών της περιοχής, αλλά ήταν καλαίσθητη και διέθετε την πολυτέλειά της. Ζούσε μια καλή ζωή και στα παιδιά του, τον Λευτέρη, τη Θάλεια, τον Αριστείδη και τον Στέφανο, παρείχε μόρφωση και ψηλό βιοτικό επίπεδο. Όμως, τώρα έπρεπε να στρώσει γρήγορα σχέδιο διαφυγής.

Με τον Λευτέρη, που ήταν 20 χρόνων, ήταν δύσκολα τα πράγματα. Είχε ενθουσιασθεί με την απόβαση, πριν δύο και πλέον χρόνια, του ελληνικού στρατού. Τότε, τον είχε καταφέρει να μην πάει εθελοντής στην προέλασή του στα ενδότερα. Δεν είχε τελειώσει το σχολείο του και μ' αυτό το επιχείρημα τον είχε πείσει. Τελείωσε την Ευαγγελική Σχολή και πήγε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική. Ερχόταν συχνά και τους έβλεπε. Τούτο το καλοκαίρι είχε πολλά πάρε δώσε με τον Παναγιώτη Ξηρό, που είχε φτιάξει ισχυρή ομάδα με νεαρούς Μπουρνοβαλιώτες και συναντιόντουσαν συχνά. Δεν ήξερε τι σχεδίαζαν κι ανησυχούσε.

Πάντως, αυτός τα είχε φροντίσει όλα. Η Αγγελίνα είχε πειστεί, έστω κι αν δεν ακολουθούσε η μάνα της, η Θάλεια, ο Αριστείδης και ο Στέφανος ήταν έτοιμοι, είχε βρει το καΐκι που θα τους πήγαινε στον Τσεσμέ και θα τους περνούσε απέναντι στη Χίο κι απόμενε να δει τι θα αποφάσιζε ο πρωτότοκός του. Διαισθανόταν ότι δεν θ' ακολουθούσε και τότε δεν είχε επιλογή. Θα έφευγαν χωρίς αυτόν και ο Θεός ας τον βοηθούσε. Δεν μπορούσε ν' αντιταχθεί στην επιλογή του να υπερασπίσει τους δικούς τους. Ήταν παλικάρι! Θα σάλπαραν την Παρασκευή, είκοσι έξι Αυγούστου, το μεσημέρι!

*

Η Θάλεια είχε αποφοιτήσει τον Ιούνιο από το αριστοκρατικό Ομήρειο Παρθεναγωγείο Σμύρνης, είχε πάρει το πτυχίο δασκάλας και σχεδίαζε να πάει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε έναν κοσμοπολίτικο αέρα, που τον αναδείκνυε με το χορευτικό της περπάτημα, εξαιτίας των μαθημάτων χορού που είχε διδαχθεί, και μια άνεση στο φέρσιμο, που οφειλόταν στην παιδεία που είχε λάβει.

Είχε μαύρα μαλλιά, μαύρα φλογερά μάτια με την ιωνική φλόγα στην ίριδα, γαλλική μύτη και ζεστό χαμόγελο, που έσκαγε στα σαρκώδη κατακόκκινα χείλη της όλο φως. Ψηλόλιγνη κι ευλύγιστη σκόρπιζε απλόχερα την αύρα της με το γαλλικό της ντύσιμο κι άρωμα. Έπαιζε βιολί και τραγουδούσε υπέροχα. Της άρεσε το θέατρο και λάτρευε το σινεμά. Ήταν πάντα ευγενική και πρόθυμη. Ήταν το καμάρι και το λουλούδι της οικογένειας.

Η καρδιά της πρόσφατα είχε χτυπήσει για τον Αυγουστή. Τ' όμορφο παλικάρι, που είχε μεγαλώσει στη λαϊκή συνοικία τού Μπασμανέ, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Βουκόλου. Είχε αποφοιτήσει κι αυτός, σαν τον αδελφό της, από την Ευαγγελική Σχολή και τώρα εργαζόταν σε τυπογραφείο, για να βοηθά και τον πατέρα του, που δούλευε, σπουδαίος τεχνίτης, στα ταμπάκικα και τα 'βγαζαν δύσκολα πέρα. Του άρεσε το θέατρο και η φωτογραφία. Του είχε φέρει ένας θείος του από την Αμερική μια μηχανή Kodak και την είχε πάντα μαζί του και τραβούσε, όπου βρισκόταν, ό,τι του άρεσε και ήταν ενδιαφέρον. Έπαιζε και μαντολίνο και ήταν στον μουσικό σύλλογο Απόλλων, στον ίδιο που ήταν και η Θάλεια.

Οι δυο τους συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε μια θεατρική ομάδα, που ζητούσε νέους να δοκιμάσουν το ταλέντο τους, και τυχαία τους δόθηκαν πρωταγωνιστικοί ρόλοι για δυο παραστάσεις στα τέλη Ιουλίου. Εκείνη Αρετούσα, εκείνος Ερωτόκριτος κι ανάμεσά τους ένας φλογερός έρωτας. Οι ματιές τους άστραψαν και πλημμύρισε το σύμπαν ρόδινα σύννεφα. Ήταν μεγάλος ο ρόλος τους, ήταν μεγάλη η αγωνία τους για το αν θα τα κατάφερναν και ήταν πολλές και συνεχείς οι πρόβες. Όμως, ήταν πολύς κι ο χρόνος που βρίσκονταν και ήταν όμορφα και τα λόγια που απάγγελλαν. Χώνονταν στην ψυχή τους κι άνοιγαν δρόμους χαράς.

Η Θάλεια, πολλά βράδια δεν γύριζε στον Μπουρνόβα. Έμενε στο αρχοντόσπιτο, όπου μεγάλωσε η μάνα της με τον θείο της, που ζούσε τώρα στο Λονδίνο. Απέναντι από τ' Ορφανοτροφείο, στην οδό Τράσσων. Ήταν πολύ δεμένη με τη γιαγιά της, που είχε τ' όνομά της. Δεν είχε πάρει τ' όνομα της άλλης της γιαγιάς της, της Αγγελίνας, που έμενε στα Βουρλά, γιατί είχε το ίδιο όνομα με τη μάνα της. Αυτή είχε πεθάνει μικρή κι είχε αφήσει τον πατέρα της και τον αδελφό του νωρίς ορφανά. Ο παππούς της, ο Χρήστος, που καταγόταν από τη Νάξο κι ήταν μεγάλος νοικοκύρης, καλλιεργούσε εξαιρετικές ποικιλίες καπνού, είχε ξαναπαντρευτεί και είχε κάνει άλλα δυο παιδιά.

Της άρεσε να πηγαίνει στη γιαγιά της, τη Θάλεια. Της άρεσε ν' απολαμβάνει τη φροντίδα της Σουσάνας. Κοιμόταν μαζί της και ξημερώνονταν να λένε ιστορίες. Παλιές ιστορίες. Για έρωτες και πόνους. Ιστορίες από την πατρίδα της, την Αττάλεια, μ' αυτήν και τον αγαπημένο αδελφό της, τον Ηρακλή, τον δάσκαλο πατέρα της και τη μάνα της, που είχε υπέροχη φωνή.

Για το πώς την ερωτεύτηκε ο ομορφάντρας παππούς, που ήταν μέγας καπνέμπορος στη Σμύρνη, μόλις την είδε σ' ένα πανηγύρι, που είχε πάει καλεσμένος σε φίλους του. Για το πώς ήρθε κορίτσι είκοσι χρόνων στη Σμύρνη, στο σπίτι του αυτό, κι από τότε δεν έφυγε. Για το πώς σύντομα έγινε σαν όλες τις αρχόντισσες και δεν διέφερε σε τίποτα. Οι Σμυρνιές ήταν γυναίκες που όμοιες τους δεν υπήρχαν αλλού, κι αυτή έγινε μια απ' αυτές.

Ο αδελφός της κι ο ανιψιός της, ο Αναστάσης, που είχαν μεγάλο μαγαζί με ποδήλατα, ραπτομηχανές, μουσικά όργανα και γραμμόφωνα, φοβούνταν ότι τώρα, που έφυγαν οι Ιταλοί, κινδύνευαν κι αυτοί με όλη την οικογένειά τους.

Τον τελευταίο καιρό η Θάλεια είχε έναν λόγο παραπάνω να μένει τα βράδια κοντά της. Για να μπορεί μετά τις πρόβες να είναι με τον Αυγουστή. Έλεγαν κι έλεγαν ξανά και ξανά τα λόγια τους σ' ένα απόμερο παγκάκι και μετά πήγαιναν βόλτες με το ποδήλατό του. Ατλάζι ουρανού και θάλασσας, ελληνικές σημαίες, κόσμος, ομορφιά, μουσική από μπάντες στην προκυμαία. Ηδονή γεύσης οι πάστες στο ξενοδοχείο Κράμερ, απόλαυση ακοής οι ορχήστρες στο Λούνα-παρκ και στο Καφέ Κόρσο. Πόζες και πάλι πόζες, για να παγιδεύει ο Αυγουστής στον φακό το νάζι και το γέλιο της. Κι αν την έβλεπε κάποιο μάτι, ήξερε τι θα έλεγε. Απλά ήταν δυο καλοί φίλοι, που δούλευαν την παράστασή τους.

Έν' απόγευμα τον πήγε να γνωρίσει τη γιαγιά της. Εκείνη ενθουσιάστηκε μαζί του. Ιδιαίτερα, όταν τον άκουσε να παίζει με το μαντολίνο του και να τραγουδά με πάθος σμυρναίικα μινόρε. Φεύγοντας, ενώ τον ξεπροβόδιζε στη γλυκιά μαγιάτικη βραδιά, της έδωσε στο μισοσκόταδο, κάτω από το μοσχομυριστό γιασεμί, ένα παθιασμένο φιλί.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που τη φιλούσε. Στους περιπάτους τους της έπιανε το χέρι και δεν έχανε την ευκαιρία να της δίνει πεταχτά φιλιά, αψηφώντας το κοκκίνισμά της. Αυτό, όμως, εκείνο το βράδυ ήταν διαφορετικό. Δεν την ξάφνιασε και της άρεσε πολύ. Γλυκάθηκε τόσο, που μετά χόρευε συνέχεια και τραγουδούσε. Τη νύχτα δεν είχε καταφέρει να κλείσει μάτι.

Και οι δυο παραστάσεις είχαν μεγάλη επιτυχία. Όλοι τους, μα προπάντων αυτοί, απέδωσαν τον ρόλο τους υπέροχα. Ήταν οι νέοι που πάλεψαν για τον έρωτα και τα κατάφεραν. Η θέληση του κύρη της Αρετούσας πάσχισε να τους χωρίσει, μα δεν τα κατάφερε. Οι θεατές έζησαν την άδικη μοίρα, την αγωνία και τον πόνο τους, έκλαψαν, μα στο τέλος ήρθε η δικαίωση που τους λύτρωσε. Το συνεχές χειροκρότημα, παρόντων και των δικών τους ανθρώπων, τους μέθυσε. Το καμάρι και η ικανοποίηση γι' αυτό που κατάφεραν ξεχείλισαν την ψυχή τους. Ενώθηκαν με τη δική τους αγάπη, που φλόγισε τα φυλλοκάρδια και πύρωσε τα κορμιά τους.

Η δεύτερη βραδιά έκλεισε με γλέντι στους Μελισσουργούς. Με τα Πολιτάκια. Ήταν παρούσα όλη η θεατρική ομάδα και οι πρωταγωνιστές στο κέντρο του θαυμασμού. Την ώρα που άρχισε ο Γιώργος Σαββαρής τη Σμυρνιά του Ευγένιου Πονσίν, την ώρα που τραγουδούσε με πάθος αχ, Σμυρνιοπούλα, σ' αγαπώ σαν τα μάτια μου, τα μάτια σου τα δυο έλα, δως μου ένα γλυκό φιλί που σ' αγαπώ πολύ, ο Αυγουστής, που καθόταν απέναντί της στη μέση του τραπεζιού, όπως άλλωστε και η Θάλεια, και τη σαΐτευε με τη ματιά του, σηκώθηκε, έκανε τον γύρο κι ήρθε και της έδωσε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο.

Όλοι αντέδρασαν, λες και περίμεναν την κίνηση, ξεσπώντας σε χειροκρότημα. Έμοιαζε να συνεχίζεται η παράσταση. Εκείνη, που ένιωσε την απειλή μιας ενοχής εκφρασμένη σε ντροπή, αντέδρασε γρήγορα και τολμηρά. Δεν της επέτρεψε να συγκρατήσει το ζεστό συναίσθημα της χαράς, που είχε πυροδοτήσει ο έρωτας.

Δέχθηκε, με βλέμμα που άστραφτε, το λουλούδι και το κάρφωσε στα μαλλιά. Όταν της ζήτησε σε λίγο να χορέψουν, σηκώθηκε μαγεμένη. Δεν σταμάτησε να στροβιλίζεται μαζί του μέχρι που έφυγαν. Είχε ζήσει μια ευτυχισμένη μέρα και βραδιά. Το ημερολόγιο έγραφε Κυριακή, τριάντα Ιουλίου 1922. Ποιος να φανταζόταν ότι σε είκοσι έξι μέρες, στις είκοσι πέντε Αυγούστου τη νύχτα, θα τελείωνε οριστικά η παρουσία της ελληνικής διοίκησης στη Σμύρνη;

*

Τον Αύγουστο η Θάλεια τον πέρασε στον Μπουρνόβα και στη Σμύρνη. Ο πατέρας της ήθελε να φύγουν για την Ελλάδα. Μάθαινε τα τελευταία νέα από το μέτωπο, διάβαζε για τις κινήσεις τού Κεμάλ, έβλεπε τη συμπεριφορά των Συμμάχων και φοβόταν για τις εξελίξεις. Είχε πείσει τη γυναίκα του, την Αγγελίνα. Όμως, το να πειστεί η πεθερά του το είχε αναθέσει στην κόρη του και δεν τον ένοιαζε που έλειπε. Αυτή έμενε συχνά στη γιαγιά της, για να βλέπει και τον Αυγουστή. Συναντιούνταν μετά τη δουλειά του και ζούσαν τον έρωτά τους.

Ένα σούρουπο την πήγε με το ποδήλατο στο σπίτι του και γνώρισε τη μάνα του, τη γλυκιά κυρία Ευσεβία, που δεν ήξερε πώς να την περιποιηθεί, τον πατέρα του και τις δυο μικρές αδελφές του. Πήγαν και κάποιες φορές σινεμά κι έφαγαν ποπ-κορν, που πουλούσε κάποιος πλανόδιος απέξω.

Όμως, ανησυχούσε κι αυτός με όσα άκουγε στο τυπογραφείο κι όλο φωτογράφιζε σημεία και σκηνές της ζωής στη Σμύρνη, βάζοντας κι αυτή στο κάδρο. Έλεγε ότι το 'κανε γιατί δεν ήξερε πώς θα έρχονταν τα πράγματα και ήθελε να εγκλωβίσει τη ζωή τού τώρα, για να τη δείχνει, αν όλα έρχονταν αλλιώς. Άκουγε ότι έπαιρναν τους Έλληνες στα τάγματα εργασίας και πρόσεχε να μην δίνει στόχο.

Μια νύχτα του Αυγούστου, που αυτή είχε γυρίσει στον Μπουρνόβα, πήρε καρότσα και δυο φίλους του παιγνιδιάτορες, που ο ένας έπαιζε βιολί κι ο άλλος κιθάρα, και βρέθηκαν κοντά στην έπαυλή της. Στάθηκαν απόμερα και, με το μαντολίνο και τη φωνή του, της έκανε πατίνα με το σμυρναίικο μινόρε Αν μ' αγαπάς κι είν' όνειρο ποτέ ας μην ξυπνήσω, με τη γλυκιά τη χαραυγή, Θεέ μου, ας ξεψυχήσω και με το αμάν, όρκοι δεν παραδέχεσαι, δάκρυα δεν πιστεύεις. Η Θάλεια δεν άνοιξε το παράθυρο, μόνο τα παντζούρια και τους έβλεπε από τη χαραμάδα. Δεν κοιμήθηκε μετά, γιατί τον σκεφτόταν κι έκαιγε το κορμί της από τη φλόγα της αγάπης τους. Το πρωί ο πατέρας της, που είχε καταλάβει τι συνέβαινε μεταξύ τους από τότε που τους είχε δει πώς έπαιζαν στην παράσταση, τη ρώτησε ποιος ήταν ο τραγουδιστής τα ξημερώματα κάτω απ' τα παράθυρά τους. Ήταν ο Αυγουστής, του απάντησε άφοβα. Να προσέχεις, Θάλεια μου, γιατί έρχονται δύσκολοι καιροί!, τη συμβούλευσε. Είχε τον νου του στο φευγιό τους και δεν τον ένοιαζαν οι έρωτες της κόρης του.

Δεν μου αρέσει που ερωτεύτηκες τον γιο ενός Καππαδόκη, που δουλεύει στα Ταμπάκικα, είπε με ύφος η μάνα της. Αρέσει σε μένα και δεν μ' ενδιαφέρει η γνώμη σου, απάντησε πειραγμένη κείνη.

*

Ήταν όλα έτοιμα. Αύριο θα έφευγαν. Η Θάλεια, μετά το μεσημεριανό φαγητό, ντύθηκε με κοκεταρία, για να πάει στη γιαγιά της. Θα γύριζαν μαζί αύριο, μέχρι το μεσημέρι. Ήξερε, γιατί της το είχε πει η ίδια ότι δεν ήθελε να φύγει. Όμως, αυτή δεν μπορούσε ν' αντέξει την ιδέα ότι θα μείνει πίσω μόνη. Ήλπιζε ότι για χάρη της θα έπαιρνε τη δύσκολη απόφαση. Ήθελε, επίσης, ν' αποχαιρετήσει και τον Αυγουστή.

Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, συνάντησε τον Λευτέρη. Για πού το έβαλες, αδελφή, έτσι όμορφη;, τη ρώτησε. Πάω στη γιαγιά μας, για να τη φέρω μαζί μου. Πήγε κοντά, πήρε βαθιά ανάσα και, πιάνοντας τις παλάμες του, του είπε, κοιτώντας τον στα μάτια: Λευτέρη, φοβάμαι! Να μην φοβάσαι! Όλα θα πάνε καλά! Με στενοχωρεί που θα μείνεις πίσω, αδελφούλη. Σ' αγαπώ!, του είπε με δάκρυα στα μάτια, τύλιξε τα χέρια στον λαιμό του και χώθηκε στην αγκαλιά του. Κι εγώ σ' αγαπώ!, της είπε, φιλώντας την. Μα το χρέος μου είναι να μείνω εδώ. Είμαι Έλληνας κι ο Νουρεντίν ξεχύθηκε. Θα προσπαθήσουμε να τον σταματήσουμε! Ο Θεός να σας βοηθήσει! Θα προσεύχομαι για σένα και για όλους σας! Λοιπόν, θα συναντηθούμε στην Αθήνα! Δεν θα γλυτώσεις από μένα, θα γίνω συγκάτοικος σου!, του είπε και προχώρησε. Τη στιγμή που έβγαινε από την πόρτα του κήπου τού φώναξε και, όταν εκείνος γύρισε, του κούνησε το χέρι, πετώντας του ένα φιλί.

Στον πιο κάτω δρόμο, μετά το αγγλικανικό νεκροταφείο, είδε να περνά ένα παϊτόνι. Το σταμάτησε κι ανέβηκε. Ένιωθε μια ανησυχία σ' όλο της το σώμα και δεν είχε το κουράγιο να πάει μέχρι τον σταθμό να πάρει το τρένο. Κάτι γινόταν γύρω της, κάποιο κακό ερχόταν. Σκέφτηκε ότι στη βιασύνη της δεν αποχαιρέτησε τη μάνα της και τον πατέρα της. Κι αν δεν τους ξανάβλεπε; Μια τανάλια την έσφιξε στην καρδιά και στο στομάχι. Μήπως καλό θα ήταν να γυρίσει πίσω; Όμως, σκέφτηκε και τη γιαγιά της και τον Αυγουστή κι αφέθηκε να κοιτά, με φόβο στην ψυχή, τον καρόδρομο, που πάνω του έτρεχαν οι ρόδες και χτυπούσαν τα πέταλα.

Το ζευγάρι, που καθόταν απέναντί της, συνομιλούσε ανήσυχο για την κατάσταση. Τα τελευταία τμήματα του ελληνικού στρατού, που υποχωρούσαν προς την Ερυθραία, εγκατέλειπαν τη Σμύρνη. Έλεγαν ότι χιλιάδες πολίτες έτρεχαν πανικόβλητοι στην προκυμαία, ψάχνοντας κάποιο πλοίο να τους μεταφέρει στα νησιά απέναντι, κρατώντας λιγοστά πράγματα και τα παιδιά τους. Ότι η πόλη είχε γεμίσει μ' εξαθλιωμένους Έλληνες στρατιώτες, που τραβούσαν προς τη θάλασσα. Ευτυχώς, που ο πατέρας της είχε βρει το καΐκι κι αύριο βράδυ όλα θα είχαν τελειώσει γι' αυτούς. Θα είχαν φτάσει απέναντι στη Χίο.

Σαν έφτασαν στον προορισμό της, η Θάλεια ανήσυχη κατέβηκε κι έτρεξε ν' ανέβει τα σκαλιά του αρχοντικού της γιαγιάς της. Είδε τα παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες μισόκλειστες και δεν τις άρεσε. Δεν ταίριαζε με τη ζέστη που είχε Αύγουστο μήνα. Η πάνω πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Μπαίνοντας αθόρυβα, την είδε να κάθεται πλάτη, δίπλα της αριστερά τη Σουσάνα κι άλλους πολλούς γύρω από το μεγάλο τραπέζι της σάλας, φίλους και γείτονες, φίλες και γειτόνισσες μια ζωή. Κουβέντιαζαν για τους Λεβαντίνους, που τα προξενεία τούς είχαν δώσει περιβραχιόνια να φορέσουν, για να τους γνωρίζουν οι Τούρκοι και να μην τους πειράξουν. Πήγε στις μύτες των ποδιών πίσω από την αγαπημένη της γιαγιά, έβαλε τα χέρια στο λαιμό της, δίνοντάς της ένα φιλί στο μάγουλο, και συνάμα τους καλησπέρισε όλους. Γύρισε αυτή ξαφνιασμένη και της είπε με αγωνία: Θάλεια μου, κοκόνα μου, τι ζητάς εδώ, ομορφιά μου; Μα, ήρθα να σε πάρω, γιαγιά. Αύριο θα φύγουμε.

Εκείνη σιώπησε και μαζί της κι όλοι οι άλλοι. Κοίταζαν στο στόμα τη μεγάλη Σμυρνιά, για ν' ακούσουν τι θα πει στη μικρή. Κοριτσάκι μου όμορφο, μα δεν σου είπα ότι δεν θα φύγω απ' αυτό το σπίτι κι αυτή την πόλη; Είμαι πολύ μεγάλη πια για να δοκιμάσω να ζήσω μακριά τους. Κι εγώ τι θα κάνω χωρίς εσένα; Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν μπορώ να σ' αφήσω! Πήγε κι έφερε ένα σκαμνί, που της άρεσε να κάθεται πάνω του, το έβαλε στα δεξιά της, έγειρε στο μπράτσο της και της έπιασε το χέρι, σφίγγοντάς της το. Κανένας δεν μπόρεσε να μιλήσει μπροστά σ' αυτή τη σκηνή. Άλλωστε τι να έλεγε;

Σε λίγο σηκώθηκαν όλοι κι όλες με πρώτη τη Σουσάνα, για να τους ξεπροβοδίσει. Έκαναν μεγάλη προσπάθεια να φαίνονται ψύχραιμοι. Φιλήθηκαν και χαιρετήθηκαν βουβά, ευχόμενοι να ξανανταμώσουν.

Είχε φτάσει η μέρα, που η ιστορία με το προσωπείο της πολιτικής θα μπερδευόταν με τα πεπρωμένα τους και θα γέμιζε σκοτάδι και πόνο τις ζωές χιλιάδων Ελλήνων της Ιωνίας. Τα επίτακτα πλοία δεν δέχονταν να παραλάβουν κανέναν απ' αυτούς, που είχαν γεμίσει την προκυμαία. Είχε δώσει αυστηρή εντολή ο Στεργιάδης. Το απόγευμα είχαν αποπλεύσει τα τρία τελευταία απ' αυτά και είχαν πάρει μόνο στρατιώτες. Αργά τη νύχτα κουρασμένοι και απελπισμένοι, οι Έλληνες είχαν γυρίσει στα σπίτια τους, ενώ συνεχώς κατέφθαναν πολλοί από τα γύρω μέρη!


Συνεχίζεται... Διαβάστε το επόμενο στις 17 Σεπτεμβρίου

Copyright © Ελένη Σταθοπούλου All rights reserved
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης Κώστα Ευαγγελάτου [Stop the war]
Το διήγημα της Ελένης Σταθοπούλου Η Αρετούσα της Σμύρνης περιλαμβάνεται στη συλλογή της Το παιδί της φωτιάς που κυκλοφόρησε από την Anima εκδοτική