6
Χαριεντίζομαι με τη φαντασία
μα τα ίχνη,
απ' την πίσω πόρτα,
δραπετεύουν
σαν σκόνη αναπνέουν
και φτύνω το αίμα απ' τη θλίψη
που σαν μονόκερoς
με λόγια σαν κι αυτά
την καρδιά μου τρυπά
«Σαλιαρίστρα μύγα βουτά
τ' απόνερα ρουφά
και κολυμπά
νυφίτσα σε κοτίσιο αίμα
με χαρά σκατά σκατά
τρέχουν,
αιμοδοτούν
το στεγνό σαρκίο
το πνιχτό κλάμα
του κουρελόχαρτου»
που με την ανάσα του
τη φωνή μας
περιστρέφει
πάνω σε κύλινδρο
με χιλιάδες λάμες συνθέτει
το παράγγελμα
προς τον λυτρωτικό μας θάνατο:
«Κουραμπιέδες και χλωροφόρμιο
τα συστατικά σας,
τραβήξτε περόνη
να χυθεί η σαπίλα απ' τα μόριά σας
στα συγχωροχάρτια της απάθειά σας,
κοντόκανη καραμπίνα σας χαρίζω
που χαϊδεύει τα κωλομέρια
της αξιοπρέπειά σας
Σκύψτε! Απ' την υπεκφυγή να σωθείτε»
Έτσι όπως είναι σήμερα οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι μεγάλο ρίσκο να γεννά και ν' ανατρέφει κάποιος παιδιά. Η δημιουργία ενός νέου ανθρώπου είναι ποίηση και απαιτεί την πλήρη αφοσίωση των γονέων του μαζί με την οικοδόμηση ενός συστήματος κοινωνικών, παιδαγωγικών και προνοιακών μηχανισμών ώστε να διαπλάθεται και αυτοπλάθεται ένα παιδί με τη δυναμική ενός υγιούς ανθρώπου. Ποια κοινωνία είναι στοιχειωδώς υγιή σήμερα ώστε να προσανατολίζεται προς αυτόν τον σκοπό; Ο απίστευτος ενθουσιασμός της προόδου από την Γαλλική Επανάσταση με τον αστικό καπιταλιστικό προσανατολισμό, που μετεξελίχθηκε σε ιδεαλιστικό εθνικιστικό παροξυσμό για να συγκρουστούν οι εκδοχές του φουτουριστικού υπεράνθρωπου φασιστικοναζιστικού, σοσιαλκομμουνιστικού, υλιστικοφιλελεύθερου προκαλώντας δύο παγκόσμιους πολέμους, έναν ψυχρό πόλεμο και μια ολοκληρωτική αυτοκαταστροφικότητα ως πιθανό ενδεχόμενο, μετεξελίσσεται σε μια μετανθρωπιστική καλλιγραφία της δυστοπίας. Κατασκευάζουν ένα μέλλον με καταναλωτές υπανθρώπους και ανθρωποειδή μηχανές για πρωταγωνιστές του κοινωνικού στίβου, ξεχνώντας πως η ίδια η φύση της ζωής θα τους προσπεράσει μ' έναν εφιάλτη για τις σημερινές παρανοϊκές ελίτ και τους ζόμπι υπηκόους τους.
Γιάννης: Καλημέρα Σιμόν. Πολύ νωρίς δεν σηκώθηκες; Σήμερα έχεις ρεπό, γιατί δεν έμεινες στο κρεβάτι λίγο παραπάνω να χουχουλιάσεις και να συνεχίσουμε τα νυχτερινά μας παιχνίδια;
Σιμόν: Καλημέρα Γιάννη. Στο τραπέζι είναι ο καφές σου... Μην έρχεσαι εδώ, βλέπεις πως στο πάτωμα έχουν πέσει νερά γιατί πλένω τα ταψιά. Αυτό έπρεπε εσύ να το κάνεις, έτσι δεν είναι;
Γιάννης: Θα το έκανα σήμερα, εχθές το βράδυ έριξα καφτό νερό για να ξεκολλήσουν τα καμένα λίπη και...
Σιμόν: Όλο δικαιολογίες ψάχνεις για να μην κάνεις τις δουλειές του σπιτιού, είσαι κρυφομάτσο αν και το παίζεις υποστηρικτής των γυναικών. Σου είπα εχθές να σιδερώσεις τα ρούχα και εσύ άφησες τη δουλειά στη μέση.
Γιάννης: ΟΚ. Πίνω τον καφέ μου και πάω να το κάνω αμέσως... Πάντως εχθές έκανα πολλές δουλειές όπως ότι μαγείρεψα, τάισα τα ζώα, έπλεινα το υπόγειο. Δεν είχα διάθεση για σιδέρωμα παρότι το έκανα και σταμάτησα για να γράψω ένα ποίημα που μου ήρθε στο μυαλό και...
Σιμόν: Όλο το μυαλό σου στην ποίηση το έχεις. Δεν λέω, μαγειρεύεις καλά αλλά τέτοιο κόλλημα με τα ποιήματα δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήνεις τις άλλες δουλειές σε μένα. Ήδη σιδέρωσα τα υπόλοιπα ρούχα.
Γιάννης: Πρόσεχε θα σου πέσει από τα χέρια και θα σπάσει η πιατέλα...
Σίμον: Σκάσε Γιάννη, δεν μας παρατάς; [Σκρατζ]
Γιάννης: Σου το είπα, έτσι δεν είναι... Να, μάτωσες από τα θραύσματα. Έλα να καθίσεις να σου καθαρίσω το κόψιμο και... μα εσύ μυρίζεις αλκοόλ... Παστίς έχεις πιει στις 8 το πρωί Σιμόν;
Σιμόν: Παράτα με ήσυχη, βλαμμένε. Κατάλαβες; Άι στο καλό...
Γιάννης: Μα γιατί φωνάζεις τώρα; Και γιατί αποφεύγεις το ερώτημά μου; Γιατί ήπιες στις 8 το πρωί; Το κάνεις συχνά;
Σιμόν: Δεν θα σου δώσω λογαριασμό, στον εαυτό μου εγώ κάνω κουμάντο και από πού και ως πού να σου δώσω εξηγήσεις, όλοι το ίδιο είσαστε, δήθεν ενδιαφέρεστε αλλά βασικά την πάρτη σας κοιτάτε και εσύ το κάνεις με διπλωματικό τρόπο, είσαι κουφαλίτσα. Άλλος ένας κόπανος και χαράμισα τη ζωή μου για τους αρχικόπανους, τους ηλίθιους άνδρες... Έκανα μια τρύπα στο νερό στη ζωή μου... Σκατά.
Γιάννης: Σιμόν, μην μιλάς έτσι, δεν σου έχω κάνει κακό και τον εαυτό σου μην τον υποτιμάς... Ούτε την ζωή σου να εκμηδενίζεις...
Σιμόν: Κοίτα ποιος μιλάει, το νιάνιαρο, δεν έχει βγει από το αβγό του, ζει με την πλάτη των γονιών του και κάνει και συνολικές εκτιμήσεις για τη ζωή των άλλων.
Γιάννης: Μα γιατί μιλάς έτσι; Και μπορεί να εργάζομαι στην επιχείρηση των γονιών μου αλλά εργάζομαι κανονικά όπως όλοι οι άλλοι και αυτοσυντηρούμαι, άλλωστε και εσύ ζεις σε σπίτι που σου έδωσαν οι γονείς σου.
Σιμόν: Ναι, αλλά εγώ δουλεύω από τα 18 μου κανονικά και δεν σπούδαζα μέχρι τα τριάντα μου για να το παίζω ψευτοεπαναστάσης και σκατοκομμουνιστής. Έπρεπε να ήσουν αυτοδημιούργητος όπως ο Μαρκ, να έχεις ξεκινήσει ολομόναχος από τα 16 σου να δουλεύεις εδώ και εκεί δίχως την γονεακή υποστήριξη και καθοδήγηση και να παλεύεις με όλους τους Αφρικανούς, Ασιάτες, μαφιόζους, μεθυσμένους, ναρκομανείς... Αλλά σιγά εσύ που θα τα κατάφερνες! Σε κάποιο χαντάκι θα σε έβρισκαν σφαγμένο με το μυαλό που κουβαλάς, που θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο. Είσαι τελικά καβαλικεμένο καλάμι, δεν αλλάζει ρε ο κόσμος, εσύ θα πρέπει να συμβιβαστείς για να επιβιώσεις, φαντασιόπληκτε!
Γιάννης: Αγαπάς ακόμα τον Μαρκ; Θα με τρελάνεις εντελώς; Τις προάλλες μου έλεγες πως είναι ένας εκμεταλλευτής ανεύθυνος και καθίκι και σήμερα μου τον εκθειάζεις. Πας στα καλά σου;
Σιμόν: Μην μου μιλάς εμένα έτσι, μαλακισμένο. Μια χαρά πάνε τα μυαλά μου, άι στο διάολο, άι στα τσακίδια που ήρθες στο σπίτι μου να μου πεις ότι είμαι και τρελή. Εδώ είναι το σπίτι μου!
Γιάννης: Ναι, αλλά δεν θα δεχτώ όλα τα πιάτα στο κεφάλι, μήτε θα σε αφήσω να με προσβάλεις, πάω να μαζέψω τα πράγματά μου και να φύγω, σιγά μην μείνω άλλο εδώ με σένα σε έξαλλη κατάσταση.
Σιμόν: Έξαλλος είσαι εσύ με το παιδικό, ηλίθιο μυαλουδάκι σου. Φάε αυτό το σκαμπό στο κεφάλι μήπως και συνέλθεις και αρχίσεις να σκέφτεσαι ως ενήλικας. Να φάε και τον δίσκο παλιομαλάκα. Φάε ρε πιάτα, λάβε και ποτήρια...
Γιάννης: Σιμόν ηρέμησε, σταμάτα, θα κατεδαφίσεις το σπίτι σου, φεύγω, πάω έξω, δεν σε αντέχω άλλο...
Σιμόν: Μην φεύγεις σε παρακαλώ, μηηηηη...
Γιάννης: Κλαις τώρα, σταμάτα να ουρλιάζεις, χαλάς το όμορφο μουτράκι σου, έλα στην αγκαλιά μου, έλα να σε φιλήσω, έλα ματάκια μου, έλα, όλα θα πάνε καλά, θα το δεις, έλα να ηρεμήσουμε αγκαλίτσα στον καναπέ, πάρε και νεράκι να πιεις, όχι παστίς, μόνο νεράκι, κι άλλο, κι άλλο ποτήρι, έλα, έλα θα ηρεμήσουμε μισή ωρίτσα, θα ξαπλώσεις εσύ και εγώ θα μαζέψω και αφού συγυρίσω θα πάμε βόλτα, εντάξει, περίμενε έχω αναπτήρα να σου ανάψω το τσιγάρο, έλα, σε αγαπώ καρδούλα μου, μην χαλιέσαι πια, φτάνει.
Σιμόν: Συγγνώμη, αγαπούλα μου, συγγνώμη, δεν είμαι καλά, ξαφνικά μου ήρθαν στο μυαλό όλα και ήπια ένα ποτήρι παστίς να ηρεμήσω, αλλά κατόπιν ήπια πολύ περισσότερο. Συγγνώμη καρδούλα μου δεν θα το ξανακάνω, μαζί σου είμαι καλά άλλα οι αναμνήσεις με χαλάνε και όταν θα φύγεις και μείνω μόνη θα δυσκολευτώ να παλέψω τη μοναξιά, σε έχω συνηθίσει.
Γιάννης: Θέλεις να μείνω, παραπάνω, θέλεις να σκεφτούμε σοβαρά να μείνω εδώ;
Σιμόν: Καλά, καλά, θα το συζητήσουμε αργότερα αυτό, πάρε με αγκαλιά χάιδεψέ με σε παρακαλώ, χάιδεψέ με στην πλάτη, ναι έτσι, ναι έτσι, αχ τα χέρια σου, αχ Γιάννη, το άγγιγμά σου είναι απαλό και ζεστό, έλα αγάπη μου, έλα πάρε με, έλα γδύσου μωρό μου, έλα γδύσε με, ναι, ναι, ναι...
Copyright © Γιάννης Σμίχελης All rights reserved, 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Η συλλογή Δεύτερη φωνή II που περιέχει τα βιβλία Δηλήδονες του Γιάννη Σμίχελη και Λαγνογκριζοβυθίσεις της Νεφέλης Σμίχελη, που δημοσιεύθηκαν τμηματικά από τις 4 Μαρτίου 2026, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις koukidaki. ISBN: 978-618-88274-0-0
Ξεκινήστε από την αρχή. Συνεχίστε στο επόμενο στις 15 Σεπτεμβρίου.
Σημ. επιμ.: Το παστίς (pastis) είναι γαλλικό αλκοολούχο ποτό με γεύση γλυκάνισου.


