Οι Πέρσες του Αισχύλου είναι μια αντιπολεμική τραγωδία που καταγράφει τις συνέπειες της ήττας του Ξέρξη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. Ο Ξέρξης έχει επιτεθεί στην Ελλάδα για να εκδικηθεί για την ήττα στον Μαραθώνα και για τον θάνατο του πατέρα του Δαρείου, αλλά η ναυμαχία της Σαλαμίνας είναι μια μεγάλη συντριβή για τον στρατό του και μια ψυχολογική καταστροφή για τον ίδιο. Όταν φτάνει η είδηση στα Σούσα, ο αντίκτυπος στους ηλικιωμένους και στις γυναίκες θα είναι τραγικός.
Ο Φαίδων Καστρής επιτελεί λοιπόν έναν άθλο: παίζει μόνος του όλους τους ρόλους του έργου, αλλάζοντας διακριτικά και όχι υπερβολικά τη φωνή του και με ελάχιστες ενδυματολογικές και σκηνικές παρεμβολές. Θεωρώ μέγα επίτευγμα να απομνημονεύσεις ένα έργο και ταυτόχρονα να το αναπαραστήσεις σε μια θεατρική παράσταση με συναίσθημα, τεχνική αρτιότητα και δεξιοτεχνία και ο πρωταγωνιστής του έργου τα καταφέρνει πολύ καλά.
Με ένα απλό και λιτό ρούχο, πάνω στο οποίο προσθέτει κατά καιρούς αξεσουάρ και άλλα ενδύματα (πολύ καλή η Δόμνα Σωτηροπούλου που δούλεψε σε αυτόν τον τομέα της παράστασης), ο Φαίδων, ξεκινάει τονίζοντας το «εμείς είμαστε» από την πρώτη πάροδο, απευθυνόμενος στο κοινό, δημιουργώντας από την αρχή οικειότητα και αμεσότητα. Στη συνέχεια βυθιζόμαστε σ' ένα έργο που αποτυπώνει την αγωνία αρχικά για την τύχη των στρατευμάτων, μέσα από συζητήσεις μεταξύ της βασίλισσας και του κορυφαίου του Χορού, κατακρημνίζει κάθε ελπίδα για νίκη όταν φτάνει ο αγγελιαφόρος με τα κακά μαντάτα, καταγράφει το μέγεθος του οδυρμού για τη συμφορά, περιγράφει την αντίδραση του βασιλιά Δαρείου όταν εμφανίζεται ως φάντασμα μετά από παρακλήσεις για να βοηθήσει τον λαό του να χειριστεί το κακό μαντάτο και, στο τέλος, εμφανίζει τον ίδιο τον Ξέρξη ταλαιπωρημένο, χτυπημένο από την κακή μοίρα, χωρίς το τουπέ και τον αέρα του νικητή που είχε φεύγοντας.
Κάθε στάσιμο και επεισόδιο είναι γεμάτο από μικρά και μεγάλα γεγονότα, από διαχρονικά νοήματα, από ποικιλία αισθημάτων κι όλα αυτά, ο Φαίδων Καστρής, καταφέρνει να τα χειριστεί πολύ καλά, δημιουργώντας κάθε φορά και μια διαφορετική εικόνα για τον θεατή. Κινείται πάνω κάτω συνέχεια, χρησιμοποιεί όλο του το ταλέντο και τα εκφραστικά μέσα, δεν σταματάει λεπτό κι όμως κάθε φορά χαρίζει και κάτι διαφορετικό στον θεατή.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα το σκηνικό εύρημα της βασίλισσας, ο τρόπος που εμφανίστηκε το φάντασμα του Δαρείου (εύγε στον σκηνογράφο Νίκο Δεντάκη) και το «παιχνίδι» του ηθοποιού όταν αλληλοεπιδρούσε με τον Αγγελιοφόρο σε μια τηλεοπτική οθόνη, έναν ρόλο που υποδύθηκε ο ίδιος πριν είκοσι χρόνια! Ο Αποστόλης Τσατσάκος στους φωτισμούς κάνει επίσης πολύ καλή δουλειά, δίνοντας έμφαση εκεί που πρέπει και τονίζοντας με τον πιο κατάλληλο τρόπο τις ποικίλες διακυμάνσεις της παράστασης.
Οι Πέρσες του Αισχύλου είναι μια συγκλονιστική ιστορία για τη νέμεση και την άτη, για τις συνέπειες του πολέμου στους ηττημένους και ταυτόχρονα μια διαχρονική κραυγή εναντίον της έπαρσης που θα δημιουργηθεί μετά από κάθε νίκη. Ο άνθρωπος πρέπει να παραμείνει ταπεινός και σώφρων, να μην εξυψώσει τον εαυτό του και ταυτόχρονα να σεβαστεί τον ηττημένο. Αυτά και άλλα πανανθρώπινα και σημαντικά μηνύματα καταφέρνει να ζωντανέψει ο Φαίδων Καστρής σ' έναν σκηνικό άθλο που με μάγεψε και με ταξίδεψε στα μακρινά Σούσα της αρχαιότητας.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


