Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους, πολυγραφότατους και πνευματικούς Έλληνες λογοτέχνες που έχει μείνει στην ιστορία. Συγχρόνως με την ποίηση, τα διηγήματα, τη δημοσιογραφία, ήταν κριτικός τέχνης και πολιτικός.
Θερμός υποστηρικτής της δημοτικής γλώσσας, με όλη τη δύναμη της ψυχής που είχε στο γλωσσικό ζήτημα, γεννήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου το 1877 στο Καρπενήσι.
Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου ήταν ένας άνθρωπος με πολλές ευαισθησίες καθώς και άμεσος και αληθινός. Είχε ηθικές αξίες και φραγμούς που πράγματι γινόντουσαν αποδεκτά και συγχρόνως ρεαλιστικές από την ίδια την κοινωνία. Κατά κάποιο τρόπο όλα του τα κείμενα παραμένουν διαχρονικά που αγγίζουν τις ευαισθησίες όλων των κοινωνικών ομάδων.
Οι μεγάλη του αγάπη ήταν τα ζώα, τα φυτά, γενικά η φύση αλλά, κυρίως, πιο πολύ είχε αδυναμία στα παιδιά τα οποία υπεραγαπούσε.
Το 1906 ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στην εφημερίδα Εμπρός και στον Χρόνο.
Το διάστημα 1908-1910 έμενε μόνιμα στο Παρίσι όπου η εργασία του ήταν να ασχοληθεί με την αρθρογραφία για την εφημερίδα Εμπρός. Όλα όμως άλλαξαν ραγδαία καθώς ο διευθυντής είχε σταματήσει να τον πληρώνει λόγω επειδή αντιμετώπιζε πολλά οικονομικά προβλήματα. Εκείνος όμως πήρε τεράστια πίκρα και απογοήτευση. Όταν έγινε η επιστροφή του από το Παρίσι, το 1911, ταυτίστηκε, μετά από έναν χρόνο, με τον Ελευθέριο Βενιζέλο μέσω του Στέφανου Γρανίτσα ενώ συνέχισε να εργάζεται ως ανταποκριτής, αρχισυντάκτης και αρθρογράφος στην εφημερίδα Εμπρός για τα επόμενα τρία χρόνια. Διορίστηκε νομάρχης Μεσσηνίας, το 1914.
Μεταξύ των ετών 1912-1916 είχε αναλάβει καθήκοντα στη θέση του νομάρχη σε Ζάκυνθο, Μεσσηνία, Κυκλάδες και στη Λακωνία.
Το 1918, ανέλαβε καθήκοντα για τη θέση του διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης. Είχε πάρει μόνιμη θέση ως πρόεδρος του μόνιμου καλλιτεχνικού συμβουλίου της. Το 1918 έβαλε και υποψηφιότητα ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ως πρωτοεμφανιζόμενος των γραμμάτων έγινε από μια σειρά με διάφορους σατιρικούς στίχους τους όποιους είχε γράψει όταν πήγαινε ακόμα σχολείο, των οποίων η δημοσίευση έγινε στο βραχύβιο σατιρικό περιοδικό Αι μηχανογραφίαι με τον Νικόλαο Κουντουριώτη και την Ιωάννα Δεληκατερίνη.
Ποίηση: Πολεμικά τραγούδια (1898), Πεζοί ρυθμοί (1923), Χελιδόνια (1920), Θεία Δώρα (1933) κ.ά.
Πεζογραφία: Παρισινά γράμματα (1908-1910), Τα ψηλά βουνά (1918).
Τα ψηλά βουνά είναι το μοναδικό του έργο –έως και σήμερα– στην ελληνική σχολική λογοτεχνία. Επίσης, το Αναγνωστικό της Γ' τάξης δημοτικού που έχει μείνει στην ιστορία ως το καλύτερο και περιεκτικότερο για τους Νεοέλληνες αναγνώστες. Στο βιβλίο αυτό απεικονίζονται τα βιώματα από τη ζωή του ποιητή στη Γρανίτσα.
Σε πολλά από τα έργα και τα ποιήματα του συχνά εξυμνεί το Καρπενήσι και τη Ρούμελη υψώνοντας με αυτό τον τρόπο τα βουνά και τις φυσικές ομορφιές για τα οποία είχε πολύ πάθος.
Διηγήματα: Νεοελληνικά αναγνώσματα (1931), Βυζαντινός όρθρος (1936), Η θυσία (1937), Άγιον Όρος (1934), Όθων και η ρομαντική δυναστεία (1933), Παρισινά διηγήματα (1945, μετά θάνατον έκδοση).
Κατά την εκλογή του ως ακαδημαϊκός εκφώνησε εναρκτήριο λόγο για τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική. Για πρώτη φορά ακούγεται στην αίθουσα του ιδρύματος η δημοτική γλώσσα.
Θεατρικό έργο: Ο όρκος του πεθαμένου (1929, δραματοποίηση του δημοτικού τραγουδιού Του νεκρού αδελφού). Είχε ανέβει στην σκηνή Κοτοπούλη αλλά απέσπασε κυρίως δυσμενείς κριτικές.
Έφυγε από τη ζωή στις 1 Φεβρουαρίου 1940.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Οι πληροφορίες αντλήθηκαν από το συλλογικό έργο Νομός Ευρυτανίας, τόμος 13, σειρά Ελλάδα, Αθήνα, εκδόσεις Δομή καθώς και από το βιβλίο του Μιχάλη Σταφυλά Ζαχαρίας Παπαντωνίου: Τα θεία δώρα των εμπνεύσεών του.



