Η Υπατία στο θέατρο Αλκμήνη μετατρέπεται σε μια πυκνή θεατρική εμπειρία λόγου και σκέψης, με τη Μέμη Αναστασοπούλου να σηκώνει έναν απαιτητικό μονόλογο σε κείμενο Δημήτρη Βαρβαρήγου και σκηνοθεσία Γιάννη Διαμαντόπουλου.
Η Υπατία της Αλεξάνδρειας δεν ανήκει στο παρελθόν. Επιστρέφει κάθε φορά που η σκέψη απειλείται. Φιλόσοφος, μαθηματικός, δασκάλα – αλλά πάνω απ' όλα μια γυναίκα που πλήρωσε με τη ζωή της την προσήλωσή της στη γνώση. Η παράσταση Υπατία στο θέατρο Αλκμήνη δεν επιχειρεί να την αναπαραστήσει. Επιλέγει κάτι πιο δύσκολο: να την κάνει να μιλήσει ξανά. Και αυτή η επιλογή ξεκινά ήδη από το κείμενο του Δημήτρη Βαρβαρήγου, που αποφεύγει τη γραμμική αφήγηση και στρέφεται σε έναν λόγο εσωτερικό, στοχαστικό, σχεδόν ποιητικό. Δεν αφηγείται απλώς, αλλά επιχειρεί να φέρει τη σκέψη της Υπατίας στο σήμερα και να τη θέσει ξανά σε δοκιμασία.
Στη σκηνή υπάρχει μόνο η Μέμη Αναστασοπούλου. Και αυτή η μοναχική παρουσία δεν είναι απλώς σκηνική συνθήκη. Είναι θέση. Είναι η ίδια η Υπατία απέναντι σε έναν κόσμο που αλλάζει βίαια και δεν έχει πια χώρο για τη γνώση. Ο μονόλογος λειτουργεί σαν εξομολόγηση, σαν μια ευθεία, σχεδόν άβολη συνομιλία με τον θεατή. Δεν υπάρχει απόσταση. Ο θεατής εκτίθεται άμεσα σε αυτό που λέγεται. Και αυτό είναι ρίσκο.
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Διαμαντόπουλου το γνωρίζει και επιλέγει να μην κρυφτεί πίσω από ευρήματα. Αντίθετα, κρατά τον χώρο λιτό, σχεδόν αυστηρό, αφήνοντας τον λόγο και την ερμηνεία εκτεθειμένα και τελικά, δικαιώνεται. Η δραματουργία ξεδιπλώνεται σαν μια εσωτερική διαδρομή. Η Υπατία θυμάται, διδάσκει, αμφιβάλλει. Μιλά για τη γνώση, όχι ως θεωρία αλλά ως στάση ζωής. Οι αναφορές στη σχολή της Αλεξάνδρειας δεν έχουν νοσταλγία. Έχουν την αγωνία του τέλους, σαν κάτι που σβήνει την ίδια στιγμή που προσπαθεί να υπάρξει. Το κείμενο του Βαρβαρήγου εδώ αποκτά πυρήνα: λειτουργεί ως ένας μονόλογος συνείδησης, που δεν φοβάται να ταλαντευτεί ανάμεσα στη βεβαιότητα και στην αμφιβολία. Και αυτό τον κάνει αληθινό.
Ο σκηνικός χώρος δεν επιχειρεί να «χτίσει» την Αλεξάνδρεια. Γίνεται κάτι πιο ουσιαστικό: ένας τόπος σκέψης. Οι φωτισμοί λειτουργούν σχεδόν δραματουργικά. Άλλοτε φωτίζουν τη μορφή της Υπατίας με καθαρότητα, σαν να υπερασπίζονται τη γνώση, κι άλλοτε αφήνουν σκιές να εισχωρήσουν, σαν προειδοποίηση. Ο Διαμαντόπουλος δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει. Ελέγχει απόλυτα τον ρυθμό και την ένταση, χωρίς περιττές κορυφώσεις. Και αυτό είναι πιο δύσκολο. Σε έναν τέτοιο μονόλογο, όλα κρίνονται στην ερμηνεία.
Και, εδώ, η Μέμη Αναστασοπούλου δεν επιλέγει την εύκολη οδό. Δεν υποδύεται την Υπατία. Τη σκέφτεται επί σκηνής και αυτό είναι πολύ πιο απαιτητικό. Ο λόγος της έχει καθαρότητα, ρυθμό, πειθώ. Η Αναστασοπούλου δεν απαγγέλλει. Πείθει. Σαν μια δασκάλα που δεν μεταφέρει απλώς γνώση, αλλά τη γεννά μπροστά σου, τη στιγμή που τη σκέφτεται. Και μέσα σε αυτή τη διαύγεια, αφήνει να φανεί και κάτι πιο εύθραυστο: η μοναξιά, η αγωνία, η επίγνωση ότι το τέλος πλησιάζει. Χωρίς υπερβολές, χωρίς κραυγές και γι' αυτό ακριβώς, πιο δυνατά.
Η μουσική του Σπύρου Λευκοφρύδη λειτουργεί υπόγεια, σχεδόν ανεπαίσθητα. Δεν καθοδηγεί το συναίσθημα, δεν επιβάλλεται. Υπάρχει σαν απόηχος – σαν κάτι που ακολουθεί τη σκέψη της ηρωίδας, όχι σαν κάτι που τη συνοδεύει. Και αυτή η διακριτικότητα αποδεικνύεται απολύτως εύστοχη.
Καθώς η αφήγηση οδηγείται προς το τέλος, η ένταση δεν εκρήγνυται, αλλά συμπυκνώνεται. Η Αναστασοπούλου επιλέγει μια εσωτερική κλιμάκωση που κάνει την κορύφωση πιο βαριά, πιο ουσιαστική. Δεν βλέπουμε απλώς μια γυναίκα να οδηγείται στον θάνατο. Βλέπουμε μια σκέψη που αρνείται να σωπάσει, ακόμα κι όταν ξέρει το τίμημα. Και εκεί βρίσκεται τελικά η δύναμη της παράστασης, διότι η Υπατία δεν είναι ένα έργο εποχής. Είναι μια υπενθύμιση ότι η γνώση δεν είναι δεδομένη, ότι η σκέψη δεν είναι ασφαλής και ότι κάθε εποχή βρίσκει τον τρόπο να δοκιμάζει τα ίδια όρια.
Στο τέλος, δεν μένει η εικόνα μιας ιστορικής μορφής. Μένει μια φωνή. Μια φωνή που επιμένει.
Γιατί όταν η γνώση σωπαίνει, οι πόλεις πεθαίνουν.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


