Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** 1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki: Το διαγωνιστικό κομμάτι έχει ολοκληρωθεί και έχουν ανακοινωθεί οι νικητές. Έρχονται νεότερα για την έκδοση! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο -παρακολουθείτε όλα τα είδη- ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμς ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων. *** Κάθε Δευτέρα του Ιουλίου και του Αυγούστου δίνουμε ένα βιβλίο των εκδόσεων Παράξενες Μέρες με κλήρωση ανάμεσα σε όσους συμμετέχουν στις δωροθεσίες που είναι ανοιχτές αυτήν την εποχή!
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Η ρεπόρτερ * Το βέλος του έρωτα * Μορφή αδάμαστη - Εικόνα έμπνευσης * Ο φύλακας δαίμονάς μου * Η φυλακή της αγάπης * Σεξ, σεξ και πάλι σεξ * Τρεις χιλιάδες ψέματα * Ο δρόμος με τα χίλια χρώματα * Σκιές στις ράγες τα ταξίδια μας * Το χέρι του Θεού * Μάτια γεμάτα ενοχή * Αθώα ενοχή * #foodporn ** Νουβέλα: Έρωτες της ζωής και του θανάτου ** Ποίηση: Σε τρίτο ερωτικό * Κρυμμένες εποχές * Κολάζ λέξεων - Θάλασσα σκέψεων * Μετάβαση ** Άλλα: Έρως λυσιμελής * Τέσσερα βιβλία των εκδόσεων Ελκυστής ** Διηγήματα: Ιστορίες του Αρχαίου Κόσμου και της Επανάστασης * Η ζωή από το τζάμι περνά * Πιόνια στη σκακιέρα του έρωτα * Κάμερα * Πουλιά κι Ανεμώνες * ΚΟΝΕΚΤΙΚΑΤ * Καθαρή πόλη * Ατέλειωτος Ιούλιος και άλλες ιστορίες * Ήμερες ημέρες ** Παιδικά: Εδώ κι Εκεί και Μια μπισκοτένια αγάπη * Το μαγικό δάσος

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2021

Το πηγάδι και το εκκρεμές

Edgar Allan Poe


Impia tortorum lougos huc turba furores
Sanguinis innoncui, non satiata, aluit.
Sospite nunc patriâ, fracto nunc funeris antro,
Mors ubi dira fuit, vita salusque patent.

(Τετράστιχον συντεθέν διά να χαραχθή επί των θυρών μιας αγοράς, ην επρόκειτο να κτίσουν εις το μέρος όπου ήτον άλλοτε η λέσχη των Ιακωβίνων εν Παρισίοις.)


Υπέφερα, υπέφερα μέχρι θανάτου από την ατελεύτητον αυτήν αγωνίαν. Όταν με απήλλαξαν επί τέλους και κατώρθωσα ν' ανακαθήσω, μου εφάνη ότι με εγκατέλειψαν αι αισθήσεις μου. Η καταδίκη μου, η τρομερά καταδίκη εις θάνατον υπήρξεν η τελευταία λέξις, ήτις περιήλθε σαφώς εις τα ώτα μου. Μετά τούτο μου εφάνη ότι ο ήχος των φωνών των ιερεξεταστών διελύετο εις τον αόριστον ψίθυρον του ονείρου. Ο ψίθυρος αυτός μου υπέβαλεν εις το πνεύμα μίαν ιδέαν περιστροφής, αναμφιβόλως λόγω του νόμου της ομοιότητος μεταξύ του ήχου τούτου και του ήχου του τροχού ενός μύλου. Αλλά τούτο δεν διήρκεσε παρά ολίγον χρόνον και εσβέσθη αιφνιδίως.
Εν τούτοις εξηκολούθησα να βλέπω, αλλά με τρόμον επίμονον, τα χείλη των δικαστών με την μαύρην στολήν. Τα χείλη ταύτα μου εφαίνοντο λευκότερα του χάρτου, εφ' ου σημειώ τας γραμμάς ταύτας, και μέχρις εκτρομακτικότητος λεπτά, με την ανηλεή έκφρασιν της αυστηρότητος, της ακάμπτου θελήσεως και της αυστηράς περιφρονήσεως προς το ανθρώπινον άλγος. Έβλεπα ακόμη αυτά τα χείλη ν' αποστάζουν την απόφασιν, ήτις καθώριζε το μέλλον μου. Τα έβλεπα συσπώμενα εν τη διατυπώσει της θανατικής αποφάσεως. Τα έβλεπα ν' αρθρώνουν τας συλλαβάς του ονόματός μου και εφρικίων διότι, δεν ήκουα κανένα ήχον.
Είδον επίσης επί τινας στιγμάς φρίκης και παραληρήματος την αόριστον και σχεδόν ανεπαίσθητον κυμάτισιν των σκούρων παραπετασμάτων, τα οποία εκάλυπτον τους τοίχους της αιθούσης. Την στιγμήν αυτήν το βλέμμα μου έπεσεν επί επτά μεγάλων κηροπηγίων της τραπέζης. Μου εφάνησαν πρώτα-πρώτα ότι ενεσάρκωναν την επιείκειαν, ως λευκοί άγγελοι, οι οποίοι μου έφερναν την σωτηρίαν.
Αλλά τότε αιφνιδίως η πλέον θανάσιμος σκοτοδίνη με κατέλαβεν· ησθάνθην όλον το νευρικόν μου σύστημα να συνδονήται, ως να ευρίσκετο εις επικοινωνίαν με ηλεκτρικήν συστοιχίαν, και τα αγγελικά οράματα μετεμορφώθησαν εις φάσματα κενά εννοίας, εις φάσματα από φλόγας, από τας οποίας ορατώς δεν ημπορούσα να ελπίζω καμμίαν βοήθειαν.
Και τότε το πνεύμα μου διεπεράσθη, ως υπό εντόνου μουσικής απηχήσεως, από την σκέψιν της ηδείας γαλήνης, την οποίαν μόνον θα χαρούμεν εις τον τάφον. Η σκέψις αύτη μου ήλθε σιγά-σιγά, σχεδόν ιεροκρυφίως, και μου εφάνη ότι διήρκεσε πολύ, έως ου να λάβω τελείως συνείδησιν. Αλλ' εκείνην την στιγμήν ακριβώς που κατώρθωνα ν' αντιληφθώ αυτήν και να την αφομοιώσω, αι σκιαί των δικαστών εξηφανίσθησαν ως διά μαγείας.
Τα μεγάλα κηροπήγια εξηφανίσθησαν ωσαύτως, αφού ολότελα έσβυσαν αι φλόγες των.
Το έρεβος και τα σκότη επεκράτησαν. Πάσα αίσθησίς μου εφάνη σβεννυμένη, ως εάν η ψυχή μου εις μίαν πτώσιν ιλιγγιώδη και παράφορον έτεινε να χαθή εις τον Άδην. Τότε η σιωπή, η ηρεμία και η νυξ απετέλεσαν ολόκληρον το περί εμέ σύμπαν.
Ελιποθύμησα, αλλά δεν μπορώ να ειπώ ότι περιέπεσα εις πλήρη αναισθησίαν. Το ολίγον που μου έμενεν ακόμη από την συναίσθησιν των συμβαινόντων μάτην θα προσπαθήσω να το ορίσω ή καν να δώσω μίαν αμυδράν ιδέαν αυτού. Δεν είχα εντελώς εκμηδενισθή. Εις τον βαθύτερον ύπνον, εις το παραλήρημα, εις την λιποθυμίαν, εις αυτό το βάθος του τάφου, ποτέ δεν απόλλυται το παν τελείως.
Άλλως δεν θα υπήρχεν αθανασία διά τον άνθρωπον.
Όταν εγειρώμεθα από τον βαθύτερον ύπνον, θραύομεν το αραχνώδες νήμα του ονείρου, οιονδήποτε και αν είναι τούτο. Εντούτοις έν δευτερόλεπτον κατόπιν -τόσον το νήμα είναι εύθραυστον- δεν ενθυμούμεθα αν ωνειρεύθημεν. Κατά την επάνοδον εις την ζωήν, η οποία επακολουθεί την λιποθυμίαν, παρουσιάζονται δύο στάδια: κατά πρώτον η συνείδησις της ηθικής ή πνευματικής υπάρξεως, κατά δεύτερον δε η συνείδησις της φυσικής υπάρξεως. Εάν φθάσαντες εις το δεύτερον στάδιον αναμνησθώμεν των συναισθημάτων όσα εδοκιμάσαμεν εις το πρώτον, είναι δυνατόν να υποθέσωμεν ότι θα ευρίσκωμεν πολύ πλούσια συναισθήματα εις αναμνήσεις του πέραν του κόσμου τούτου. Και το βάραθρον λοιπόν αυτό τι είναι επί τέλους; Πώς τουλάχιστον να ξεχωρίσωμεν τα σκότη, μεταξύ αυτού του σκότους και του σκότους του τάφου;
Αλλ' εάν δεν κατορθώνωμεν να επαναφέρωμεν κατά βούλησιν τα συναισθήματα, τα οποία μας επαρουσιάσθησαν κατά το παρ' εμού επικληθέν πρώτον στάδιον, τούτο δεν σημαίνει ότι πολύ βραδύτερον δεν είναι δυνατόν τα αυτά συναισθήματα να επαναβλύσωσιν αυθορμήτως και να μας εκπλήξωσι με το μυστήριον της προελεύσεώς των.
Πρέπει να μη έχη κανείς ποτε λιποθυμήσει διά να μη αναγνωρίση εις τας φλόγας, που βγάζουν τα ξύλα μέσα στο τζάκι, ανάκτορα και κεφάλια φανταστικά και κεφάλια ανθρώπων πολύ γνωστών, διά να μη ανακαλύψη μέσα στης σπίθες οράματα θλίψεως, τα οποία οι κοινοί άνθρωποι δεν μπορούν να διακρίνουν, διά να μη ονειροπολήση επί του αρώματος νέου άνθους, διά να μη παρακολουθήση διά της σκέψεως κάποιαν μουσικήν φράσιν, η οποία ουδέποτε προηγουμένως προσείλκυσε την προσοχήν του.
Εις τας επανειλημμένας και πεισματώδεις προσπαθείας προς αναζωπύρησιν της μνήμης μου, εις την διάπυρον επιμονήν προς περισυλλογήν μερικών ρακών από την φαινομενικήν ταύτην κατάστασιν της εκμηδενίσεως, εις ην η ψυχή μου είχε κατακρημνισθή, υπήρξαν στιγμαί κατά τας οποίας ωνειρεύθην την επιτυχίαν.
Είχα επίσης βραχείας, πολύ βραχείας αναπολήσεις, τας οποίας κατόπιν εις κατάστασιν εγρηγόρσεως η σκέψις μου ανεγνώρισεν ανηκούσας εις την περίοδον εκείνην της ημιαναισθησίας. Αι σκιαί αύται των αναμνήσεων μου λέγουν, χωρίς ακριβολογίαν όμως, ότι μεγάλα φάσματα με ανύψωσαν και με παρέσυραν είτα σιωπηλώς προς τα κάτω, κάτω, πιο κάτω ακόμη, μέχρις ότου δεινή σκοτοδίνη με απέπνιξεν επί μόνη τη σκέψει της διαιωνίσεως της καταβάσεως. Μου ενθυμίζουν επίσης την αόριστον φρίκην την καταλαβούσαν με επί τη ανωμάλω ηρεμία της καρδίας. Τότε επιφαίνεται η αίσθησις μιας γενικής και αποτόμου επισχέσεως παντός του περικυκλούντος με.
Φαίνεται ότι εκείνοι που με μεταφέρουν (φασματώδης πομπή) υπερεπήδησαν τα όρια του απείρου και εσταμάτησαν εξηντλημένοι κατόπιν του ματαίου καμάτου.
Μετά ταύτα επανευρίσκομεν μίαν εντύπωσιν πλαδαρότατος και υγρότητος και τέλος εμφανίζεται το παραλήρημα μιας μνήμης σπαρταριζούσης μέσα εις την φρίκην της.
Αιφνιδίως αναλαμβάνω συνείδησιν της κινήσεως και του θορύβου, της θορυβώδους κινήσεως της καρδίας μου, αντανακλωμένης εις τα ώτα μου διά του θορύβου των παλμών της. Έπειτα επανέρχεται εκ νέου ο θόρυβος, η κίνησις και η αφή -αίσθησις μιας μυρμηκιάσεως που διατρέχει όλον μου το σώμα. Έπειτα η μόνη αίσθησις της υπάρξεως, αλλ' άνευ σκέψεως (και η κατάστασις αυτή διήρκεσεν επί μακρόν). Έπειτα όλως αιφνιδίως η σκέψις και ένας φρικιαστικός τρόμος, και μία δραστική απόπειρα προς κατάκτησιν της πραγματικότητος της καταστάσεώς μου. Έπειτα μία ισχυρά επιθυμία, όπως επαναπέσω εις την αναισθησίαν. Είτα δι' ενός ακατασχέτου εξυπνήματος της συνειδήσεώς μου προσπαθώ να κινηθώ και το κατορθώνω.
Τότε ενθυμούμαι πληρέστατα την δίκην, τους δικαστάς, τα σκοτεινά παραπετάσματα, την απόφασιν, την καταλαβούσαν με αφασίαν και την λιποθυμίαν.
Πλήρης λήθη των περαιτέρω, παντός ό,τι αργότερα και δι' ισχυρών προσπαθειών κατώρθωσα να ενθυμηθώ αορίστως.

Μέχρις εκείνης της στιγμής δεν είχα ανοίξει τα μάτια. Είχα την εντύπωσιν ότι είμαι ξαπλωμένος χωρίς δεσμά. Ήπλωσα το χέρι και έπεσε βαρειά σε κάτι τι υγρόν και σκληρόν. Άφησα το χέρι μου έτσι επί τινας στιγμάς, προσπαθών να φαντασθώ πού ήμουν και τι απέγεινα. Ήθελα σύντομα να μεταχειρισθώ την όρασίν μου, αλλά δεν ετολμούσα. Εφοβούμην να προσηλώσω το πρώτον μου βλέμμα επάνω σε πράγματα, τα οποία ήσαν γύρω μου· όχι διότι εφοβούμην να ίδω φρικιαστικά πράγματα, αλλά διότι κατελήφθην από την φρίκην εκ μόνης της ιδέας ότι μπορεί να μη έβλεπα τίποτε. Τέλος με την καρδιά σφιγμένη άνοιξα ταχέως τα μάτια μου. Και ιδού ότι εβεβαιώνετο η υποψία μου. Τα σκότη της αιωνίας νυκτός με περιέβαλλον. Μετά δυσκολίας ανέπνεον. Ησθανόμην την πυκνότητα της νυκτός να με βαρύνη και να με πνίγη. Η ατμόσφαιρα ήτο απελπιστικώς βαρεία. Έμεινα ξαπλωμένος χωρίς να κινηθώ και έθεσα εις ενέργειαν όλας τας δυνάμεις του νου μου. Ανεπόλησα τας διαφόρους μεθόδους των ιερεξεταστών και από το σημείον τούτο προσπαθούσα να εξαγάγω ποια μπορούσε να είναι η παρούσα κατάστασίς μου. Από της εκδόσεως της αποφάσεώς μου εφαίνετο ότι παρήλθε πολύς καιρός. Εν τούτοις ουδέ προς στιγμήν μου επέρασεν από τον νουν ότι ημπορούσα να είχα πεθάνει. Μία τοιαύτη υπόθεσις, μεθ' όλα όσα ισχυρίζονται τα συγράμματα φαντασιώδους φύσεως, δεν συμβιβάζεται με την πραγματικότητα της υπάρξεως.
Αλλά πού ήμην και εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμην;
Εγνώριζα ότι εις θάνατον καταδικασθέντες παρεδίδοντο εις την πυράν (autodafé) και ότι μία από τας τελετάς αυτάς θα εγίνετο την ιδίαν νύκτα της κρίσεώς μου. Μήπως ωδηγήθην εις το μπουντρούμι να περιμείνω εκεί την προσεχή θυσίαν, ήτις θα ετελείτο μετ' ολίγους μήνας; Αντελήφθην ότι δεν μπορούσε να είναι έτσι. Τα διαθέσιμα θύματα είχον αποσυρθή. Εξ άλλου το παλαιό μπουντρούμι μου είχε, καθώς όλα τα μπουντρούμια εν Τολέδη, λιθόστρωτον το πάτωμα και το φως δεν είχεν εκδιωχθή παντελώς εξ αυτού.
Αιφνιδίως φρικτή σκέψις μου παρέσυρε κατά κύματα το αίμα εις την καρδιά μου, και επί τίνα καιρόν ξανάπεσα και πάλιν εις την αναισθησίαν. Ευθύς ως συνήλθα, εσηκώθην με ένα πήδημα εις τους πόδας μου και με ένα σπαρακτικόν τρόμον που έσειεν όλας μου τας ίνας. Ήπλωσα ταχέως τους βραχίονας επάνω μου και γύρω μου, καθ' όλας τας διευθύνσεις. Δεν εύρον τίποτε. Εν τούτοις εφοβούμην να προχωρήσω κατά έν βήμα, εκ φόβου μήπως προσκρούσω εις τους τοίχους ενός τάφου. Ο ιδρώς ανέβλυζε σαν μαργαριτάρι από όλους μου τους πόρους και εσωριάζετο εις το μέτωπόν μου κατά μεγάλας παγωμένος σταγόνας. Αλλά τέλος, μη δυνάμενος πλέον να υπομείνω την αγωνίαν αυτήν της αμφιβολίας, έκανα ένα βήμα προς τα εμπρός με προφύλαξιν και με τεταμένους τους βραχίονας, τα μάτια γουρλωμένα, αναζητών μίαν ασθενή ακτίνα φωτός. Έκανα πολλά βήματα, αλλά το παν δεν ήτο παρά σκότος και χάος. Ανέπνευσα ελευθερώτερα, διότι μου εφάνη ότι η τύχη, η οποία μου επεφυλάσσετο, δεν ήτο ίσως η χειροτέρα πάσης άλλης.
Τότε, ενώ εξηκολούθησα προς τα εμπρός την προσεκτικήν πορείαν μου, μού επανήλθαν αλλεπάλληλοι εις την μνήμην αι αναρίθμητοι αόριστοι φήμαι διά τας βασάνους της Τολέδης. Διά τα μπουντρούμια αυτά ελέγοντο πολλά παράδοξα, τα οποία εθεώρησα πάντοτε ως μύθους, αλλά τόσον παραδόξους και τόσον φοβερούς, ώστε να τους επαναλαμβάνω χαμηλοφώνως.
Ήμην προωρισμένος ν' αποθάνω της πείνης εις τον κόσμον του υπογείου σκότους; Ή μήπως άλλη τις τύχη τρομερωτέρα μου επεφυλάσσετο; Ότι το τέρμα ήτο ο θάνατος και ότι ο θάνατος αυτός ήτο τόσον σκληρός, ώστε να υπερβαίνη τα όρια του συνήθους, αυτό το είχα αντιληφθή, όπως και διά τον χαρακτήρα των δικαστών μου δεν μου επετρέπετο ν' αμφιβάλλω. Ο τρόπος και η ώρα αυτού του θανάτου ήτο η μόνη απασχόλησις, το μόνον μου βάσανον.
Τέλος τα τεντωμένα χέρια μου προσέκρουσαν εις έν εμπόδιον. Ήτο τοίχος, κατασκευασμένος, ως φαίνεται, από λίθους, πολύ επίπεδος, πολύ ψυχρός και γλοιώδης. Τον διέτρεξα κατά μήκος από κοντά με τας δυσπίστους προφυλάξεις μου, τας οποίας μου επανέφερεν η ανάμνησις των παλαιών διηγήσεων. Η μέθοδος αυτή ουχ ήττον δεν μου επέτρετε κατ' ουδένα τρόπον τα υπολογίσω τας διαστάσεις του μπουντρουμιού μου, διότι μπορούσα απατώμενος να κάνω όλον τον γύρον και να επανέλθω εις αυτό το σημείον της αναχωρήσεώς μου χωρίς να το αντιληφθώ. Τόσον ο τοίχος ήτο ομοιόμορφος.
Εζήτησα λοιπόν το μαχαίρι μου, που το είχα εις την τσέπην την στιγμήν καθ' ην με εισήγαγον εις την αίθουσαν των ιερεξεταστών. Αλλά δεν ευρίσκετο εκεί· αντικατέστησαν τα φορέματά μου με ένα μανδύαν από πρόστυχην λινάτσαν. Η σκέψις μου ήτο να βυθίσω την κάμαν είς τινα στενήν ρωγμήν του τοίχου και να σημειώσω ούτω το σημείον της αναχωρήσεώς μου. Η δυσκολία ήτο πολύ κοινή. Αλλ' η ταραγμένη φαντασία μου την εθεώρει ανυπέρβλητον. Επί τέλους έσχισα ένα κομματάκι πανί από τον μανδύαν μου και το έθεσα κατά μήκος και καθέτως επί του τοίχους ψηλαφίζων διά να ζητήσω τον δρόμον μου, έπρεπεν εξ άπαντος, όταν θα ετελείωνα πλέον τον γύρον μου, να συναντήσω το πανάκι αυτό.
Αυτό τουλάχιστον επίστευα· αλλ' είχα υπολογίσει μη λαμβάνων υπ' όψιν το μήκος του κελλίου μου και την ατομικήν μου ικανότητα. Το έδαφος ήτο υγρόν και εγλύστρα. Επροχώρησα ολίγον τρικλίζων, κατόπιν εμπερδεύθηκα και έπεσα.
Η υπερβολική κούρασις με εκάρφωσεν εκεί και απεκοιμήθην εις την στάσιν εκείνην.
Άμα εξύπνησα, απλώσας τον βραχίονα μου εύρον παραπλεύρως ένα άρτον και μια κανάτα νερού. Πολύ εξηντλημένος διά να σκεφθώ επί της περιστάσεως ταύτης ήπια και έφαγα απλήστως. Μετ' ολίγον επανήρχισα τον γύρον της φυλακής μου και, όχι χωρίς κόπον, έφθασα τέλος εκεί όπου είχα κρεμάσει το κουρελάκι.
Κατά την πτώσιν μου είχα μετρήσει 52 βήματα και αφ' ης στιγμής επανήρχισα την πορείαν ηρίθμησα έτερα 48, μέχρις ότου επανεύρον το κουρελάκι, ήτοι το όλον εκατόν βήματα. Επειδή δε δύο βήματα αντιστοιχούν προς μίαν υάρδαν, συνεπέρανα ότι το μπουντρούμι είχε περιφέρειαν πεντήκοντα υαρδών. Εν τούτοις επειδή εύρον πολλάς γωνίας εις τον τοίχον δεν ημπορούσα να σχιματίσω σαφή γνώμην περί του σχήματος του υπογείου, διότι δεν ημπορούσα ν' αμφιβάλλω επί πλέον ότι τούτο ήτο κρύπτη.
Απέδιδα ολίγον ενδιαφέρον και βεβαίως ουδεμίαν ελπίδα εις τας ερεύνας αυτάς. Αλλά μία αόριστος περιέργεια με παρώτρυνε να τας εξακολουθήσω. Άμα άφησα τον τοίχον απεφάσισα να διασχίσω την περιφερικήν επιφάνειαν. Κατ' αρχάς εβάδισα με μεγάλην σύνεσιν, διότι το έδαφος, αν και εφαίνετο συνιστάμενον από στερεάν ύλην, ήτο κεκαλυμμένον από μίαν επικίνδυνον λάσπην.
Έλαβα επί τέλους ασφαλή στάσιν και δεν εδίστασα να βαδίσω αποφασιστικά, προσπαθών να προχωρώ πάντοτε εφ' όσον ήτο δυνατόν κατ' ευθείαν γραμμήν. Έκαμα τοιουτοτρόπως δέκα ή δώδεκα βήματα προς τα εμπρός, όταν το υπόλοιπον του κουρελακιού περιεπλέχθη εις τους πόδας μου. Πατήσας αυτό εγλίστρησα και έπεσα με το πρόσωπον προς τα κάτω. Εν τη συγχύσει μου ως εκ της πτώσεως δεν απέδωκα ιδιαιτέραν σημασίαν εις την άλλως εκπληκτικήν αυτήν λεπτομέρειαν· αλλά μετά τινα δευτερόλεπτα και ενώ ακόμη ευρισκόμην εξηπλωμένος κατά γης προσήλωσα την προσοχήν μου. Ενώ το πηγούνι μου ανεπαύετο επί του εδάφους της φυλακής μου, τα χείλη και το ήμισυ του προσώπου μου ευρίσκοντο εις τον αέρα. Ταυτοχρόνως το μέτωπόν μου περιελούετο από βρωμεράς αναθυμιάσεις και μία χαρακτηριστική οσμή μουχλιασμένων μυκήτων ανέβαινεν εις τους ρώθωνάς μου. Ήπλωσα τον βραχίονα και εφρικίασά παρατηρήσας ότι είχα πέσει κοντά εις το χείλος ενός περιφερικού φρέατος.
Φυσικά δεν είχα προς το παρόν τα μέσα να μετρήσω τας διαστάσεις, αλλ' εψηλάφησα τον τοίχον ακριβώς κάτωθεν του χείλους, κατορθώσας ν' αποσπάσω ένα μικρό τεμάχιον, το οποίον άφησα να πέση εις το βάθος του φρέατος. Επί τινα δευτερόλεπτα ήκουσα τον επανειλημμένον κρότον του προσκρούοντος επί των τοιχωμάτων της αβύσσου λίθου. Τέλος εβυθίσθη εις τα νερά με ένα θλιβερόν πάταγον, ακολουθούμενος από φοβερούς ήχους. Συγχρόνως ήκουσα υπεράνω της κεφαλής μου, σαν ένα θόρυβον θύρας που ανοίγουν γρήγορα διά να την κλείσουν ταχύτερον ακόμη, ενώ αμυδρά ακτίς φωτός διέκοψε τα σκότη και εχάθη αποτόμως. Είδα φανερά ποία ήτο η τύχη που μου επεφυλάσσετο και ηυχαριστήθην διά το απρόοπτον αυτό γεγονός. Εάν είχα κάμει ένα βήμα περισσότερον προ τού να πέσω, ο κόσμος δεν θα με επανέβλεπε πλέον. Ο θάνατος, τον οποίον ούτω διέφυγα, ανήκεν εις την αυτήν κατηγορίαν των σκέψεων, η οποία με έκαμε να θεωρήσω ως ανοήτως απίθανα τα όσα μου διηγήθησαν περί της Ιεράς Εξετάσεως. Διά τα θύματα της τυραννίας της υπήρχεν η εκλογή μεταξύ του θανάτου με τας φρικωδεστέρας φυσικάς βασάνους και του άλλου θανάτου με τας σκληροτέρας ηθικάς βασάνους. Εις εμέ επεφυλάσσετο ο τελευταίος. Τα μακρά βάσανα με είχαν εκνευρίσει και ήμην πλέον ώριμος υπό πάσαν έποψιν διά τα βάσανα, διά τα οποία προωριζόμην.
Ολόκληρος τρέμων επλησίασα ψηλαφητί προς τον τοίχον, αποφασισμένος να πεθάνω εκεί, παρά ν' αντιμετωπίσω το τρομερόν πηγάδι, το οποίον η φαντασία μου επολλαπλασίαζε και έθετεν εις διάφορα σημεία του μπουντρουμιού μου. Εις άλλην περίστασιν θα είχα το θάρρος να θέσω τέρμα εις τα βάσανά μου κρημνιζόμενος εις μίαν απ' αυτάς τας αβύσσους, αλλά την στιγμήν εκείνην είχα καταντήσει ο τελευταίος των δειλών. Δεν μπορούσα να λησμονήσω ό,τι εδιάβασα σχετικώς προς το φρέαρ αυτό: ότι δηλαδή είς αιφνίδιος τερματισμός της ζωής ήτο μία πιθανότης, την οποίαν οι ιερεξετασταί δεν ημπορούσαν να παραδεχθούν εν τη άκρα αυτών σκληρότητι.
Η ταραχή του πνεύματός μου με εκράτησεν εν εγρηγόρσει επί πολλάς ώρας· αλλ' επί τέλους απεκοιμήθην και πάλιν. Όταν εξύπνησα εύρον πλησίον μου, όπως και προηγουμένως, ένα άρτον και μίαν κανάταν νερού. Εδίψων φοβερά, και εξεκένωσα την κανάταν μονορρούφι. Το νερό θα είχε ναρκωτικόν μέσα, διότι μόλις το ήπια κατελήφθην από ακαταμάχητον ύπνον. Βαθύς ύπνος με εβάρυνεν, όμοιος με τον ύπνον του θανάτου. Πόσον διήρκεσε φυσικά δεν κατώρθωσα ν' αντιληφθώ, αλλά παρετήρησα ανοίξας τα μάτια μου μίαν φοράν ακόμη ότι τα πέριξ αντικείμενα ήσαν ορατά. Μία λάμψις παράδοξος, θειαφένια, της οποίας δεν κατώρθωσα να διακρίνω την προέλευσιν, μου επέτρεπε να διακρίνω την έκτασιν και το σχήμα της φυλακής μου. Είχα απατηθή οικτρώς, ως προς την έκτασιν αυτής. Η ολική περίμετρος των τοίχων δεν υπερέβαινε τας εικοσιπέντε υάρδας. Η παρατήρησις αυτή με έρριψε προς στιγμήν εις την μεγαλυτέραν ταραχήν, ταραχήν εντελώς ματαίαν, διότι εν τη απειρία των περικυκλούντων με δεινών τι σημασίαν ημπορούσε να έχη η διάμετρος του μπουντρουμιού μου; Το πνεύμα μου όμως ελάμβανεν εξαιρετικόν ενδιαφέρον δι' αυτήν την ανοησίαν, υποβαλλόμενον εις προσπαθείας διά ν' ανακαλύψη την πλάνην, η οποία εισέδυσε κατά τύχην εις τον υπολογισμόν μου. Τέλος η αλήθεια ανεκαλύφθη. Εις την πρώτην μου ανίχνευσιν ελογάριασα πεντήκοντα δύο βήματα μέχρι της στιγμής της πτώσεώς μου. Θα ήμην τότε εις απόστασιν ενός ή δύο βημάτων από το κουρελάκι και είχα τελειώσει σχεδόν όλον τον γύρον του υπογείου. Την στιγμήν εκείνην είχον αποκοιμηθή, κατά δε το ξύπνημα θα είχον επανέλθει και πάλιν εις τα βήματά μου, πράγμα το οποίον με ηνάγκασε να υπολογίσω εις διπλούν το μήκος της πραγματικής περιμέτρου. Η αταξία του πνεύματος με ημπόδισε να παρατηρήσω ότι είχα τον τοίχον προς τα αριστερά μου όταν ήρχισα τον γύρον, και προς τα δεξιά μου όταν τον ετελείωσα.
Το αυτό έπαθα και ως προς το σχήμα της περιμέτρου. Βαδίζων ψηλαφητί συνήντησα αρκετάς γωνίας, αι οποίαι με έκαμαν να συμπεράνω το ακανόνιστον της φυλακής μου. Το βαθύ σκότος ημπορεί να έχη μεγάλην επίδρασιν εις την κρίσιν εκείνου που συνέρχεται από λήθαργον ή από ύπνον. Αι γωνίαι αύται ωφείλοντο αποκλειστικώς εις μερικάς ελαφράς θλάσεις και εις μερικά κοιλώματα ακανονίστως διατεταγμένα.
Εν τω συνόλω της η φυλακή μου είχε το σχήμα τετραγώνου. Ό,τι εξελάμβανον διά τοιχοδομήν τώρα μου εφαίνετο ότι ήτο από σίδηρον ή από κάποιο άλλο μέταλλον, διατεθειμένον εις μεγάλας πλάκας, των οποίων αι συγκολλήσεις ή αι συναρμογαί εσχημάτιζον τας θλάσεις, τας οποίας παρετήρησα. Επί όλης της επιφανείας της μεταλλικής περιφερείας ευρίσκοντο μεγάλαι ρυπαρογραφίαι, παριστώσαι τα δυσειδή και αποκρουστικά σύμβολα, τα οποία εφεύρεν η ταρτάρειος πρόληψις των μοναχών. Μορφαί δαιμόνων με απειλητικήν όψιν, με σκελετώδη σώματα, καθώς και άλλαι παραστάσεις φρικώδεις εκάλυπτον και ητίμαζον τους τοίχους. Παρετήρησα ότι τα τερατουργήματα ταύτα παρουσίαζον πολύ καθαράς γραμμάς, αλλά τα χρώματά των εφαίνοντο απεσβεσμένα και ξεθωριασμένα ένεκα της υγρασίας της ατμοσφαίρας. Εξήτασα το έδαφος· ήτο στρωμένο με λίθους. Εις το μέσον το περιφερικόν φρέαρ ήνοιγε το χασματώδες στόμα του, από το οποίον ευτυχώς είχα γλυτώσει.
Όλ' αυτά τα διέκρινα αορίστως κάπως και όχι άνευ κόπου, διότι ενώ εκοιμώμην η θέσις του σώματός μου είχεν υποστή σπουδαίας μεταβολάς. Ήμην ξαπλωμένος ανάσκελα, καθ' όλον το μήκος του σώματός μου, επάνω εις ένα ξύλινον κουτί, πολύ χαμηλόν.
Εκρατούμην στερεώς προσδεδεμένος επ' αυτού διά σχοινίου, το οποίον περιέβαλλε πλειστάκις το σώμα μου, αφίνον ελευθέραν την κεφαλήν μου και τον αριστερόν βραχίονα. Και διά να λάβω την τροφήν μου, η οποία είχε τοποθετηθή πλησίον μου, έπρεπε να επιχειρήσω σοβαράς αποπείρας. Είδα με τρόμον ότι είχαν αφαιρέσει την κανάταν με το νερό. Λέγω με τρόμον, διότι εδιψούσα υπερβολικά. Το σχέδιον των διωκτών μου συνέκειτο αναμφιβόλως εις το να επιτείνουν την δίψαν μου, διότι η τροφή που μου είχαν εις τον δίσκον ήτο πολύ αλμυρά.
Εκύτταξα εις το κενόν και παρετήρησα την οροφήν της φυλακής μου. Ευρίσκετο αύτη τριάκοντα ή τεσσαράκοντα πόδας υπεράνω της κεφαλής μου και η κατασκευή της παρωμοίαζε προς την των τοίχων. Ένας από τους πίνακας παρίστανε κάτι πολύ παράδοξον, το οποίον εκέντησε την περιέργειάν μου. Ήτο εικών παριστώσα τον Χρόνον, υπό την συνήθως διδομένην εις αυτόν μορφήν. Αντί όμως δρεπάνου εκρατούσε κάτι άλλο, το οποίον, αφηρημένος κατ' αρχάς, εξέλαβον αντί τεραστίου εκκρεμούς, ομοίου προς εκείνο των παλαιών ωρολογίων. Η όψις του εργαλείου αυτού παρουσίαζεν εν τούτοις και κάτι ιδιαίτερον, το οποίον με έκαμε να το εξετάσω μετ' ιδιαζούσης προσοχής. Προσηλώσας απ' ευθείας το βλέμμα επάνω του -διότι ήτο ακριβώς τοποθετημένον επάνω από την κεφαλήν μου- ενόμισα ότι το είδα κινούμενον. Μετ' ολίγον η ιδέα μου επεβεβαιώθη. Η αιώρησίς του ήτο σύντομος και συνεπώς βραδεία. Το παρετήρησα επί τινα λεπτά με κάποιον φόβον, αλλά προ παντός με έκπληξιν. Εις το τέλος βαρυνθείς το να παρακολουθώ την μονότονον κίνησίν του εξήτασα τα λοιπά αντικείμενα του κελλίου. Ελαφρός ψίθυρος προυκάλεσε την προσοχήν μου και παρατηρήσας κατά γης, είδα πλείστα τεράστια ποντίκια, τα οποία έτρεχαν επί του εδάφους. Ενώ παρετήρουν, αυτά έφθαναν κατά πυκνάς φάλαγγας, τάχιστα, με άπληστα μάτια δελεαζόμενα από την μυρωδιά του κρέατος.
Διά να τ' απομακρύνω κατέβαλα πολλάς προσπαθείας και μίαν προσεκτικήν επίβλεψιν. Επέρασε σχεδόν μισή ώρα, ίσως μία, -δεν μπορώ να ειπώ ακριβώς, διότι είχα μίαν πολύ ατελή αντίληψιν του χρόνου- όταν εσήκωσα τα μάτια μου προς τα επάνω.
Ό,τι είδα τότε με εθάμβωσε και με ετρόμαξε. Το εκκρεμές κατέβαινε περίπου μίαν υάρδαν. Συνέπεια τούτου φυσική ήτο να αυξηθή αναλόγως και η ταχύτης. Αλλ' ό,τι κυρίως με ετάραξεν ήτο ότι με επλησίαζεν επαισθητώς. Παρετήρησα τότε -περιττόν να σας είπω με τι τρόμον- ότι το κάτω άκρον του απετελείτο από ένα μισοφέγγαρο στιλπνού χάλυβος, ενός ποδός μήκους περίπου από το ένα κέρας προς το άλλο. Τα κέρατα αυτά ήσαν υψωμένα προς τα επάνω και το κάτω άκρον εφαίνετο τόσον ακονισμένον, όσον και ένα ξυράφι, του οποίου και το σχήμα είχεν. Ήτο κρεμασμένον από ένα ορειχάλκινο τέλι. Το όλον δ' εσφύριζεν αιωρούμενον εις το κενόν.
Δεν μου επετρέπετο πλέον ν' αμφιβάλλω ως προς την τύχην, η οποία μου επεφυλάσσετο από την εφευρετικότητα των μοναχών. Οι πράκτορες της Ιεράς Εξετάσεως εγνώριζαν ότι ανεκάλυψα το φρέαρ, το φρέαρ η διά του οποίου βάσανος επεβάλλετο εις ένα τόσον αυθάδη αιρετικόν, όπως εγώ, το φρέαρ το θεωρούμενον κοινώς ως το άκρον τέλος των ποινών της Ιεράς Εξετάσεως.
Τυχαίως διέφυγα εγώ από του να κατακρημνισθώ εις το φρέαρ, εγνώριζα δε ότι η σύλληψις εις την παγίδα του καταδίκου και ο αιφνιδιασμός ως προς τας βασάνους απετέλει μίαν από τας κυριωτέρας παραδόσεις των ποινών αυτών.
Επειδή δε δεν έπεσα εις την άβυσσον, δεν επετρέπετο κατά τα διαβολικά των σχέδια να με ρίψουν αυτοί· επομένως μου επεφυλάσσετο ασφαλώς ένας θάνατος διάφορος και γλυκύτερος.

Γλυκύτερος! Εμισογέλασα εν μέσω της αγωνίας μου, διότι μετεχειρίσθην ένα τόσον οξύμωρον σχήμα. Προς τι λοιπόν να περιγράψω τας μακράς, τας μακράς ώρας της αγωνίας πλέον ή θανασίμους, τας οποίας διήλθα μετρών την παλμικήν κίνησιν του εκκρεμούς; Από δακτύλου εις δάκτυλον και από γραμμής εις γραμμήν η κάθοδος του βραδυτάτη, απετέλει δι' εμέ αιώνα. Και πάντοτε προσήγγιζε χαμηλότερα. Ημέραι παρήλθον πολλαί, ημέραι ίσως, μέχρι της στιγμής καθ' ην ησθάνθην την πνοήν του πλησίον. Η οσμή του ακονισμένου χάλυβος εθώπευε τους ρώθωνάς μου.
Καθικέτευσα τον θεόν, τον ηνώχλησα με τας προσευχάς μου, παρακαλών να καταβή το εκκρεμές το ταχύτερον.
Η φρενίτις και η τρέλλα με εκυρίευσαν και ανέπτυξα όλην μου την δύναμιν διά ν' ανασηκωθώ, διά να πλησιάσω μόνος το τρομερόν γιαταγάνι, το οποίον επροχώρει προς εμέ. Είτα κατέπεσα, αιφνιδίως ησυχάσας, και περέμεινα εξηπλωμένος, μειδιών προς τον θάνατον αυτόν με την ασυνειδησίαν παιδιού, το οποίον πλησιάζει προς εξαιρετικά κοπτερόν αντικείμενον. Περιέπεσα εις νέαν περίοδον τελείας αναισθησίας, ήτις όμως υπήρξε βραχυτάτη. Διότι κατά την επάνοδόν μου εις την ζωήν δεν αντελήφθην μίαν αισθητήν κάθοδον του εκκρεμούς. Πιθανόν όμως να υπήρξε πολύ μακρά η περίοδος αύτη, διότι ουδόλως πλέον αμφέβαλλον ότι κατά την αγωνίαν μου αυτήν παρίσταντο δαίμονες, οίτινες αναληφθέντες της λιποθυμίας μου διέκοψαν επί τινας στιγμάς την κάθοδον του εκκρεμούς.
Επανακτήσας τας αισθήσεις μου ησθάνθην εμαυτόν υπεράνω πάσης εκφράσεως αδυνατισμένον και πονημένον από την μακράν ακινησίαν. Το περίεργον είναι ότι μεθ' όλην την αγωνίαν και τον πόνον μου το σώμα μου εζήτει τροφήν. Με πολύν κόπον κατώρθωσα ν' απλώσω τον αριστερόν βραχίονά μου, τόσον μακράν, όσον μου επέτρεπον τα δεσμά, και έλαβα μερικά υπόλοιπα, τα οποία οι ποντικοί εφείσθησαν.
Ενώ επλησίαζα ένα κομμάτι ψωμιού προς τα χείλη μου, μία ιδέα αόριστος, ιδέα όμως αντιπροσωπεύουσα χαράν και ελπίδα με κατέλαβεν.
Εν τούτοις τι με συνέδεε πλέον με την ελπίδα; Καθώς είπα, ήτο μία αόριστος ιδέα. Δεν είναι δε σπάνιον να συλλαμβάνη τις ιδέας ασυμπληρώτους. Η ιδέα αύτη όμως υπήρξε θνησιγενής.
Εις μάτην προσπαθούσα να την συμπληρώσω, να την αναζωογονήσω. Η μακρά διάρκεια της ταλαιπωρίας μου εξήντλησε σχεδόν τας συνήθεις πηγάς του λογικού μου. Έγεινα σαν ξαναμωραμένος, σαν μωρουδάκι.
Η παλμική κίνησις του εκκρεμούς εξετελείτο καθέτως προς το μήκος του σώματός μου. Παρετήρησα ότι το αιχμηρόν της άκρον ήτο κατά τοιούτον τρόπον τοποθετημένον, ώστε να διαπεράση την καρδιά μου. Κατ' αρχάς θα έπαιρνε ξώπετσα το λινό μου ένδυμα, έπειτα θα επανήρχετο διά να την κόψη επιπολαίως. Μολονότι δε η δύναμις του εκκρεμούς και η στερεότης του χάλυβος ήτο τοιαύτη ώστε θα ηδύνατο να διατρυπήση και τους χαλυβδίνους τοίχους, εν τούτοις διά να κάμη την μικράν εργασίαν, την οποίαν προείπα, θα απητείτο χρόνος αρκετός. Δεν ετόλμησα να σκεφθώ περισσότερον. Συνεκέντρωσα ένεκα τούτου όλην την δύναμιν της προσοχής μου, ως εάν το πείσμα τούτο ήρκει να σταματήση έως εκεί την μανίαν του χάλυβος. Προσεπάθησα να φαντασθώ κατά πρώτον το τρίψιμο της σπάθης όταν θα έσχιζε τον μανδύαν μου, ή ακόμη την οξυτάτην αίσθησιν, την οποίαν παράγει εις τα νεύρα μου η προστριβή του υφάσματος. Επέμενα τόσον πολύ εις αυτάς τας ανοήτους λεπτομερείας, ώστε τα δόντια μου συνεκρούοντο.
Και ολοέν κατήρχετο κανονικώτατα. Ησθανόμην υπερβολικήν ευχαρίστησιν να υπολογίζω την αναλογίαν μεταξύ της ταχύτητός του εκ των άνω προς τα κάτω και της πλαγίας τοιαύτης.
Δεξιά-αριστερά, φεύγει ξανάρχεται με τα βελουδένια βήματα τίγρεως, ενώ αφ' ετέρου ο οξύς και βραχνώδης κρότος του διεπέρα την καρδίαν μου. Και πότε με έπιαναν γέλοια και πότε ούρλιαζα, αναλόγως της ιδέας η οποία με κατείχε.
Και κατήρχετο κανονικώς και ατέγκτως. Αιωρείτο εις απόστασιν μόλις τριών δακτύλων από του στήθους μου. Έκαμα βιαίας, μανιώδεις αποπείρας να ελευθερώσω τον αριστερόν βραχίονά μου. Ήτο ελεύθερος από τον αγκώνα μόνον μέχρις της χειρός. Ημπορούσα, χωρίς μεγάλον κόπον, ν' απλώσω το χέρι μου μέχρι του πλαγιανού πιάτου, να το φέρω εις το στόμα και τίποτε παραπάνω.
Εάν μου ήτο δυνατόν να διαρρήξω τα δεσμά που ήσαν άνω του αγκώνος, θα έπιανα το εκκρεμές και θα προσεπάθουν να το σταματήσω, ...εάν επιτρέπεται, παρακαλώ, να σταματήσωμεν μίαν καταιγίδα.
Και κατέβαινε και κατέβαινε!
Ήσθμαινα και προσεπάθουν να διαρρήξω ανά πάσαν αιώρησιν τα δεσμά μου. Συνεστρεφόμην εις κάθε διάβασιν του εκκρεμούς, κουλουριάζων το σώμα μου. Με τον πυρετόν της πλέον παράφρονος απελπισίας, τα μάτια μου το παρηκολούθουν εις μακρυνήν απόστασιν με την αυξάνουσαν ταχύτητα· αλλά ένας σπασμός τα έκλειε κατά την στιγμήν της καταβάσεως. Ω! Πόσον ο θάνατος θα ήτο επιθυμητότερος.
Και εν τούτοις έφρισσα σκεπτόμενος ότι δεν έμεινεν εις το εργαλείον, ειμή ολίγη απόστασις, να κτυπήση εις το στήθος μου το κοπτερόν και λάμπον αυτό δρέπανον. Η ελπίς συνετάρασσε τα νεύρα μου και συνέσπα το σώμα μου. Η ελπίς η οποία επισκέπτεται και αυτάς τας κρύπτας της Ιεράς Εξετάσεως.
Υπελόγισα ότι θα εχρειάζοντο δέκα ή δώδεκα κυλινδώσεις διά να έλθη εις άμεσον επαφήν ο χάλυψ με το στήθος μου -και η παρατήρησις αύτη εσκόρπισεν εις την ψυχήν μου την μεγάλην γαλήνην. Διά πρώτην φοράν ύστερα από πολλάς ώρας, πιθανόν από παλλάς ημέρας, κατώρθωσα να σκεφθώ.
Εσκέφθην ότι το σχοινί, το οποίον με περιέβαλλε και συνεστρέφετο πέριξ του σώματός μου, ήτο μονοκόμματον.
Το πρώτον φίλημα του κυρτού ξυραφιού μου, εις οιονδήποτε μέρος του σχοινιού, θα ηλευθέρωνεν αρκετά το αριστερόν μου χέρι. Αλλά πόσον τρομερά θα ήτο τότε η γειτνίασις της σπάθης! Η ελαχίστη ατυχής κίνησις θα επέφερε τον θάνατον.
Αλλ' ήτο δυνατόν να μη έλαβαν υπ' όψιν την περίστασιν αυτήν οι δήμιοί μου; Ημπορούσα να είμαι βέβαιος ότι θα συνηντάτο η κόψις του εκκρεμούς με το σχοινί του στήθους μου;
Τρέμων διότι έβλεπα σβεννυμένην και την αμυδράν μου ταύτην ελπίδα, την τελευταίαν αναμφιβόλως, υπήγειρα την κεφαλήν μου, όπως κυττάξω το στήθος μου. Ο επίδεσμος εκάλυπτεν επιμελώς τα μέλη και τον κορμόν μου, καθ' όλα τα σημεία, άφινε δε μόνον το μέρος, όπερ θα συνηντάτο ακριβώς μετά της άκρας του εκκρεμούς.
Μόλις άφησα να ξαναπέση το κεφάλι μου εις την πρώτην του θέσιν, είδα να φωτίζεται το λογικόν μου από μίαν λάμψιν, η οποία δεν ήτο άλλο παρά το ήμισυ της ατελούς ιδέας περί απελευθερώσεως, περί της οποίας ωμίλησα προ ολίγου, και εκ της οποίας μόνον το άλλο ήμισυ εκυμάτιζεν αόριστον εις τον εγκέφαλόν μου, όταν εζήτησα να φέρω την τροφήν μου εις τα καίοντα χείλη μου. Και ιδού ότι η ιδέα ολόκληρος μου παρουσιάζετο, αδύνατος ακόμη, μόλις συγκεκροτημένη, μόλις σχηματισμένη, ουχ' ήττον πλήρης. Χωρίς ν' αργήσω, με την νευρώδη ενέργειαν της απελπισίας, ήρχισα να επιχειρώ την πραγμάτωσιν.
Από ώρας τώρα τα πέριξ του ξυλίνου κουτιού, επί του οποίου ευρισκόμην εξηπλωμένος, έβριθον κυριολεκτικώς από ένα στρατόν εκ ποντικών. Θορυβώδεις, αυθάδεις και πεινασμένοι, προσήλωναν επάνω μου τα κόκκινα μάτια των, ως να μη επερίμεναν παρά την στιγμήν της πλήρους ακινησίας μου διά να με καταβροχθίσουν.
Με ποίαν τροφήν, εσκέφθην, εσυνήθισαν μέσα εις αυτό το πηγάδι!
Παρ' όλας τας προσπαθείας μου να τους εμποδίσω, έφαγαν ό,τι είχε το πιάτο, καθώς και μερικά αποφάγια.
Μέχρις εκείνης της στιγμής περιέφερα το χέρι μου πέριξ του πιάτου. Αλλ' οι ποντικοί συνηθίσαντες εις την ομοιόμορφον αυτήν κίνησιν έπαυσαν να την φοβούνται πλέον. Η αναίδειά των δε έφθανε να μου δαγκάνουν τα δάκτυλα. Με ό,τι απέμεινεν από το λιπαρόν κρέας ήλειψα το σχοινί μου, εφ' όσον έφθανε το χέρι μου. Έπειτα εσήκωσα το χέρι μου επάνω από το έδαφος και έμεινα ακίνητος, κρατών την αναπνοήν μου.
Κατ' αρχάς τα άπληστα ζώα εξεπλάγησαν, ανήσυχα από την ακινησίαν μου. Εφοβήθησαν και ετράτησαν εις φυγήν. Μερικοί παρέμειναν εις το φρέαρ. Αλλ' αυτό διήρκεσε μόνον μίαν στιγμήν. Δεν εμάντευσα ματαίως την αδηφαγίαν των. Επειδή έβλεπαν ότι δεν εκινούμην, είς ή δύο, οι μάλλον τολμηροί, εσκάλωσαν επάνω εις το κρεββάτι μου και ήρχιζαν να μυρίζουν το σχοινί. Αυτό ήτο το σημείον της γενικής επιθέσεως. Εφεδρείαι κατέφθασαν από μέσα από το πηγάδι. Αναρριχώμενοι επάνω εις τα ξύλα, τα κατέλαβον εξ εφόδου και ώρμησαν επάνω μου κατά εκατοντάδας. Η κανονική κίνησις του εκκρεμούς δεν τους ηνώχλει και πολύ. Αποφεύγοντες τον κίνδυνον επετίθεντο όλοι μαζί κατά του ηλειμμένου διά λίπους σχοινίου. Εσπρώχνοντο, συνηθροίζοντο αθρόοι επ' εμού, και διαρκώς πολλαπλασιαζόμενοι εχόρευαν επάνω εις τον λαιμόν μου. Τα ψυχρά των χείλη εζητούσαν τα ιδικά μου. Επάθαινα δύσπνοιαν από το βάρος του πλήθους αυτού. Αηδία, την οποίαν καμμία λέξις εδώ κάτω δεν ημπορούσε να χαρακτηρίση, εφούσκωνε το στήθος μου και βαρείες αναθυμιάσεις μου επάγωναν την καρδιά. Ένα λεπτόν ακόμη και επείσθην ότι τα βάσανά μου θα ελάμβανον τέλος.
Ησθάνθην σαφώς ότι το σχοινί ήρχισε να ξετεντώνεται. Ησθανόμην ότι εις πλείστα μέρη είχε φαγωθή ήδη· με υπεράνθρωπον σταθερότητα έμεινα "ακίνητος".
Αι προβλέψεις μου δεν με ηπάτησαν· δεν υπέφερα ανωφελώς. Ησθάνθην τέλος ότι είχα ελευθερωθή, ότι το σχοινί εκρέμετο εις τεμάχια κατά μήκος του σώματός μου. Αλλ' ήδη το εκκρεμές έψαυε το στήθος μου. Είχε κόψει την λινάτσαν του φορέματός μου. Επέρασε το κάτωθεν αυτής λινόν ύφασμα. Δυο φορές ακόμη ξαναπέρασε και μια αίσθησις αγρίου πόνου διέτρεξε τα νεύρα μου. Αλλ' η στιγμή της απαλλαγής μου ήλθε. Με ένα κίνημα της χειρός μου οι ελευθερωταί διεσκορπίσθησαν θορυβωδώς. Με ακριβή κίνησιν, συνετήν, εγλίστρησα βραδέως, μακράν του κύκλου των δεσμών, μακράν των ορίων του κοιμητηρίου. Προς στιγμήν τουλάχιστον ήμην "ελεύθερος"!

Ελεύθερος! Αλλ' εις τα δίκτυα της Ιεράς Εξετάσεως! Μόλις άφησα την φρικτήν στρώμνην και επάτησα τους πόδας μου εις το πάτωμα του μπουντρουμιού μου, η δαιμονιώδης κίνησις του εργαλείου έπαυσε και το είδα συρόμενον κατά μήκος της οροφής. Ήτο μία προειδοποίησις που έβαλεν εις απελπισίαν την καρδιά μου. Δεν ημπορούσα ν' αμφιβάλλω ότι κατεσκόπευαν και τας παραμικροτέρας κινήσεις μου. Ελεύθερος! Δεν διέφυγα τον θάνατον υπό την μορφήν αυτήν ειμή διά να υποστώ κάτι χειρότερον από θάνατον, υπό την μορφήν άλλης αγωνίας. Με την ιδέαν αυτήν, έστρεψα τα ανήσυχα μάτια μου επάνω εις τους σιδηρούς τοίχους της φυλακής. Πασιφανώς κάτι εξαιρετικόν, κάποια σπουδαία μεταβολή, την οποίαν δεν ηδυνήθην ν' αντιληφθώ σαφώς κατ' αρχάς, επήλθεν εις το δωμάτιον. Έμεινα μερικάς στιγμάς αφηρημένος με το όνειρον και τον φόβον, πλάττων φανταστικάς και ανοήτους υποθέσεις.
Την στιγμήν εκείνην ανεκάλυψα την προέλευσιν της θειαφένιας λάμψεως με την οποίαν εφωτίζετο το κελλί μου. Προήρχετο από μίαν ρωγμήν μισού ποδός το πλάτος, ήτις εξετείνετο κατά μήκος των τοίχων εις την βάσιν των. Επείσθην ούτω ότι ούτοι ήσαν μετέωροι, μηχανικώς συγκρατούμενοι από των πλευρών. Έκυψα και προσεπάθησα, αλλ' εις μάτην, να διακρίνω διά της ρωγμής αυτής. Μόλις εσήκωσα την κεφαλήν μου αντελήφθην εις τι συνίστατο η μυστηριώδης μεταβολή, η επελθούσα εις την κρύπτην μου. Παρετήρησα ότι τα χρώματα των τοιχογραφιών εξεθώριασαν και εκιτρίνισαν, αν και τα περιθώριά των ήσαν αρκετά ευδιάκριτα. Τα χρώματα αυτά προσέλαβον αίφνης και εξηκολούθουν να λαμβάνουν επί μάλλον και μάλλον μίαν λάμψιν ισχυράς εντάσεως, η οποία έδιδεν εις τα τερατουργήματα αυτά όψεις και μορφάς, ικανάς να φρίξουν νεύρα ισχυρότερα των ιδικών μου. Μάτια δαιμόνων αγρίως και τρομακτικώς ζωηρά προσηλώνοντο επ' εμού και εφαίνοντο ως παρακολουθούντα με οπουδήποτε και αν εστρεφόμην και από οιονδήποτε μέρος και αν τα παρηκολούθουν. Έλαμπον την απαισίαν λάμψιν, την οποίαν μάτην απεπειρώμην να θεωρώ ως φανταστικήν. Φανταστικήν! Και εν τούτοις εισέπνεα ατμοσφαίραν θερμασμένου σιδήρου. Η φυλακή μου είχε πληρωθή από αποπνικτικήν οσμήν. Λάμψις διαρκώς εντονωτέρα έδιδε νέαν ζωήν εις τα μάτια των τεράτων, τα οποία παρηκολούθουν την αγωνίαν μου. Ερυθρός χρωματισμός ολοέν εντονώτερος περιεχύνετο επί των εικόνων αυτών της φρίκης και του αίματος. Ήσθμαινα. Μόλις μπορούσα ν' αναπνεύσω. Καμμία αμφιβολία δεν μου απέμενε πλέον ως προς τα σχέδια των διωκτών μου, των φανατικωτάτων τούτων ανθρώπων.
Απεμακρύνθην από το καίον μέταλλον, προσεγγίζων προς το κέντρον της φυλακής μου. Απειλούμενος να καώ εσκέφθην την δροσιάν του φρέατος και η σκέψις αυτή ήτο διά την ψυχήν μου βάλσαμον. Έτρεξα προς το στόμιον του φρέατος και εβύθισα τα μάτια μου έως τον βυθόν. Η λάμψις της πυρομένης οροφής εφώτιζεν αυτό καθ' όλας τας διευθύνσεις του. Εν τούτοις το πνεύμα μου ενέμενεν εις στιγμάς αλλοφροσύνης να μη εννοή τι συνέβαινεν. Αλλά τέλος η αλήθεια επεβλήθη, εβίασε την είσοδον του λογικού μου και το εφώτισεν.
Ω! Οτιδήποτε άλλο, μα όχι αυτό! Όχι τέτοιο βασανιστήριον! Όχι τέτοιος θάνατος! Εκπέμπων αγρίας ωρυγάς απεσύρθην από το χείλος του φρέατος και κρύπτων το πρόσωπον εις τα δύο χέρια μου έχυσα πικρά δάκρυα.
Η θερμότης ταχέως ηυξήθη και μίαν φοράν ακόμη εσήκωσα τα μάτια, τινασσόμενος από τρομερόν πυρετόν. Η φυλακή μου υπέστη νέαν μεταβολήν και η μεταβολή απέβλεπε πασιφανώς εις το σχήμα του υπογείου. Όπως και την πρώτην φοράν, δεν κατώρθωσα ν' αντιληφθώ αμέσως ό,τι συνέβαινεν. Αλλ' η αμφιβολία αυτή δεν ήτο μακράς διαρκείας. Η καταδίωξις εκ μέρους της Ιεράς Εξετάσεως έβαινεν επιταχυνομένη, πεισμωθείσα διά την διπλήν αποτυχίαν. Το έβλεπα ότι δεν ηδυνάμην να παίξω με τον Βασιλέα της Φρίκης. Η φυλακή μου ήτο τετράγωνος. Αίφνης είδα ότι δύο από τας σιδηράς γωνίας έγειναν οξείαι, ενώ αι δύο άλλαι αμβλείαι.
Η τρομερά μεταμόρφωσις ηύξανε ταχέως με ένα υπόκωφον ψίθυρον, με ένα μόλις ακουόμενον τριγμόν. Εν ριπή οφθαλμού το σχήμα του κελλίου έγεινε ρόμβος. Αλλ' η μεταμόρφωσις δεν θα σταματούσεν εκεί. Δεν είχα ούτε την επιθυμίαν, ούτε την ελπίδα να την σταματήσω εκεί. Θα επροτίμων να κολλήσω το στήθος μου εις τους πυρωμένους αυτούς τοίχους και να τους χρησιμοποιήσω ως ένδυμα αιωνίας ειρήνης.
«Ο θάνατος», εκραύγασα, «όλοι οι θάνατοι μαζί, αλλ' όχι να πνιγώ στο πηγάδι».

Τρέλλα! Πώς δεν κατελάμβανα ότι εις το πηγάδι αυτό έπρεπε να ευρίσκεται το καυστικόν μέταλλον που μ' επίεζεν από παντού; Ήτο δυνατόν ν' αντισταθώ εις την θερμότητά του! Αλλά και τούτου δεδομένου, πώς θα μπορούσα ν' αντισταθώ εις την πίεσίν του;
Και ιδού ότι ο ρόμβος επλατύνετο με μίαν ταχύτητα που ούτε καν μου άφινε χρόνον να τον παρακολουθήσω. Το κέντρον του και φυσικά επίσης η μακροτέρα διαγώνιός του συνέπιπτον με την χαίνουσαν άβυσσον.
Απεμακρύνθην, αλλ' οι τοίχοι επλησίαζαν και με έσπρωχναν προς τα εμπρός με ακαταμάχητον δύναμιν.
Ήλθεν η στιγμή, καθ' ην το σώμα μου κουλουριασμένο διά ν' αποφύγη τους καίοντας τοίχους δεν διέθετεν εις το στερεόν έδαφος της φυλακής παρά μίαν έκτασιν ενός ποδός πλάτους.
Έπαυσα ν' αγωνίζομαι. Αλλ' η αγωνία της ψυχής μου ερμηνεύθη διά μιας κραυγής απελπισίας. Ένοιωσα ότι ετρίκλιζα παρά το χείλος του φρέατος.
Απέστρεψα τα μάτια μου!
Αίφνης ήκουσα αναμίκτους κραυγάς ανθρώπων, ισχυρά σαλπίσματα σαλπίγγων. Ένα βραχνό μούγκρισμα σαν από απειρίαν κεραυνών. Τα πύρινα τείχη ωπισθοδρόμησαν αμέσως. Μία χειρ συνέλαβε τον βραχίονά μου την στιγμήν ακριβώς, καθ' ην εξηντλημένος κατεκρημνιζόμην εις την άβυσσον. Ήτο ο βραχίων του στρατηγού Λασσάλ. Τα γαλλικά στρατεύματα είχαν εισέλθει εις την Τολέδην.
Η Ιερά Εξέτασις είχε πέσει εις χείρας των εχθρών της.


Edgar Allan Poe, Weird stories (Αλλόκοτες ιστορίες)
Μετάφραση Νικόλαου Σπανδώνη για τον εκδοτικό οίκο Γεωργίου Φέξη, 1914
Ξεκινήστε από την πρώτη ιστορία!

ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Μορφή αδάμαστη - Εικόνα έμπνευσης, Γ. ΠαπαγεωργίουΤο χέρι του Θεού, Βασίλης ΚυριλλίδηςΚαθαρή πόλη, Βαγγέλης ΠαπαδιόχοςΣκιές στις ράγες τα ταξίδια μας, Τ. ΕμμανουηλίδουΤο βέλος του έρωτα, Andrya BaileyΚολάζ λέξεων - Θάλασσα σκέψεων, Γ. ΜπαμπανιώτηςΑθώα ενοχή, Γιώτα Μπατιστάτου
Η φυλακή της αγάπης, Τζέιμς Π.ΧάντλεϊΜάτια γεμάτα ενοχή, Π. Τσολάκη-ΑγγελοπούλουΣε τρίτο ερωτικό, Χαραλαμπία Πνευματικού#foodporn, Δημήτρης ΚοπαράνηςΑτέλειωτος Ιούλιος, Ζντράφκα ΕφτίμοβαΣεξ, σεξ και πάλι σεξ, Χρήστος ΑναστασιάδηςΒιβλία των εκδόσεων Ελκυστής
Τρεις χιλιάδες ψέματα, Μαρία Μαυρίδου-ΚαλούδηΉμερες ημέρες, Μουράτης ΚοροσιάδηςΈρωτες της ζωής και του θανάτου, Άγγελος Μπάκας
Μετάβαση, Νεφέλη ΣμίχεληΚρυμμένες εποχές, Κάια ΛαμουρέΟ δρόμος με τα χίλια χρώματα, Έλενα ΓιοβανάκηΜια μπισκοτένια αγάπη και Εδώ κι Εκεί