Εγγραφή στο newsletter για να μη χάνετε τίποτα! *** Φωνή τέχνης: Έχουμε πρωτιές! *** Δωρεάν διπλές προσκλήσεις! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ e-books ή διαβάστε λογοτεχνικά κείμενα σε πρώτη δημοσίευση ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο –παρακολουθείτε όλα τα είδη– ή έχετε άποψη για μουσικά άλμπουμ ή για ταινίες ή διαβάζετε λογοτεχνικά έργα κτλ. και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις ημερομηνίες των προγραμματισμένων κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθοπλασίες: Ταξίδι προς την ελευθερία: Αξίζει(;!) * Η εφημερίδα της λέσχης των φαντασμάτων * Άμμος και Λιανή = Αμμουλιανή * Στο Camping: Πυρ, γυνή και θάλασσα * Ο άνεμος χορεύει ανάμεσα στις καλαμιές * Πέρα από το σύμπαν των χρωμάτων * Προς ομοίωσιν: Η Ερημούπολη των ονείρων, Μέρος 1ο * Η πρώτη συνάντηση * Το νησί και ο τελευταίος τουρίστας * Μια χαραμάδα στο όνειρο * Το μυστικό της αθανασίας ** Πεζογραφίες: Ταμπουίνος ** Αφηγήματα: Πεζοπορία στις νεφέλες ** Ποίηση: Ναι, αρνούμαι * Ανθρακωρύχοι ψυχών

Ο Γιώργος Μπιλικάς μιλάει με την Ιουλία Λυμπεροπούλου εφ' όλης της ύλης

ή αλλιώς: Οι λάτρεις της Ιστορίας/Αρχαιολογίας… ανασκάπτουν!


Ιουλία Λυμπεροπούλου

Η Ιουλία Λυμπεροπούλου ανήκει στον ολιγομελή στενό, αγαπημένο μου, φιλικό κύκλο. Με τη γνωριμία μας (πριν από 13 χρόνια) βρήκαμε αμέσως κοινό σημείο επαφής την αγάπη μας για την συγγραφή, την Ιστορία και την Αρχαιολογία, και δημιουργήσαμε μία στενή φιλία που εξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε στενή συνεργασία και μπορώ να πω, πως αυτή τη συνέντευξη, της την οφείλω όχι –σώνει και καλά– για να ανταποδώσω τα όσα έχει κάνει για μένα (παρουσιάσεις των βιβλίων μου, συνεντεύξεις κ.λπ.), αλλά –πιστέψτε με· ναι, πιστέψτε με– επειδή το αξίζει και το αξίζει πραγματικά.

Η Ιουλία είναι ένας ποταμός δημιουργικότητας και αυτό θα το διαπιστώσετε ευθύς αμέσως στην παρακάτω συζήτηση, που η ίδια πολύ εύστοχα αποκάλεσε «ανασκαφή» δίνοντάς μου «πάσα» για να εμπνευσθώ τον παραπάνω υπότιτλο της συνέντευξης. Μας ξεναγεί, λοιπόν, η Ιουλία σε έναν κόσμο όπου η λογοτεχνία συναντά το σινεμά και η μνήμη συναντά τη φαντασία. Μέσα από τις λέξεις και τις εικόνες της, εξερευνούμε τι σημαίνει να δημιουργείς στο μεταίχμιο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, στο φως και στη σκιά. Σε αυτή τη συνέντευξη/συζήτηση αποκαλύπτει την εσωτερική διαδικασία που δίνει μορφή στις ιδέες της και στη μοναδική καλλιτεχνική φωνή της.

Ξέρετε... υπάρχουν δημιουργοί που μοιάζουν να γράφουν με το φως και άλλοι που γράφουν με τις σκιές του. Η Ιουλία Λυμπεροπούλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Σε εκείνους που αναζητούν όχι την επιφάνεια, αλλά την ανάσα κάτω απ' αυτήν.

Ανάμεσα στην Ιστορία και το βίωμα, στη λέξη και στην εικόνα, κινείται με μια σπάνια ακρίβεια, σαν να ισορροπεί πάνω σε μία αόρατη γραμμή. Συγγραφέας, ιστορικός και filmmaker, εξερευνά τα ίχνη της μνήμης και του φωτός, όχι για να τα εξηγήσει, αλλά για να τα αφουγκραστεί. Στο έργο της, η πραγματικότητα δεν είναι ποτέ δεδομένη. Είναι ένα ρευστό πεδίο, ένα παλίμψηστο από ιστορίες, σώματα και σιωπές που ζητούν να ειπωθούν ξανά. Όταν μιλάει, το κάνει με την ίδια εκείνη καθαρότητα και εσωτερική ένταση που διαπερνά και τη δουλειά της. Εκεί όπου η λογοτεχνία συναντάει το σινεμά και η Ιστορία μεταμορφώνεται σε ψίθυρο.

Η παρακάτω συζήτηση δεν είναι μια απλή συνέντευξη. Είναι μια απόπειρα να κατανοήσουμε τι σημαίνει να δημιουργείς στο μεταίχμιο ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη. Η Ιουλία είναι δημιουργός που κινείται στα όρια της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου, συνδυάζοντας την έρευνα με την καλλιτεχνική φαντασία. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη νεότερη και σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή Ιστορία, στοιχεία που διαμορφώνουν τη μοναδική της προσέγγιση στην αφήγηση και την εικόνα. Στα έργα της, είτε πρόκειται για μυθιστορήματα είτε για βίντεο και μικρές κινηματογραφικές παραγωγές, αναδεικνύεται η σχέση του ανθρώπου με τη μνήμη, τον χρόνο και το ιστορικό παρελθόν. Οι θεματικές της κινούνται ανάμεσα στο υπαρξιακό, το δυστοπικό και το προσωπικό, ενώ η δουλειά της συχνά διερευνά πώς η Ιστορία και η τέχνη μπορούν να αποκαλύψουν όσα συνήθως μένουν κρυμμένα. Σε αυτή τη συνέντευξη, η Ιουλία μιλάει για τη διαδικασία της δημιουργίας, καθώς και για τη σύνδεση ανάμεσα στη μνήμη, την έρευνα και την καλλιτεχνική ελευθερία, μια συζήτηση που φέρνει στο φως τον πυρήνα της δουλειάς της και την προσωπική της αίσθηση για την τέχνη.

Ιουλία, οι σπουδές σου στην Ιστορία και Αρχαιολογία και στη συνέχεια στην νεότερη και σύγχρονη ελληνική και ευρωπαϊκή Ιστορία διαμόρφωσαν τη σχέση σου με τη λογοτεχνία; Ναι ή όχι;
Ιουλία Λυμπεροπούλου: Aσχολήθηκα τόσα χρόνια με την Ιστορία και πάντα ασχολούμαι, που αναπόφευκτα την επηρέασε, με την έννοια πως οι επιλογές μας εκ των πραγμάτων μάς διαμορφώνουν· το πού αφιερώνουμε τον ζωικό μας χρόνο, επομένως. Η Ιστορία, άλλωστε, ένα συναρπαστικό θέατρο είναι, που το παρακολουθώ πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι σπουδές μου και η ενασχόληση με αρχεία, έρευνες κ.λπ., πιο συγκεκριμένα, είναι η μέθοδος που τα αγκαλιάζει όλα και τα βάζει μέσα μου σε τάξη ερμηνευτική.

Είσαι Ελληνοϊταλίδα με γνώση ξένων γλωσσών και ενδιαφέρον για τη γερμανόφωνη μεσοπολεμική λογοτεχνία. Επηρεάζει αυτό τον διαπολιτισμικό σου χαρακτήρα στα θέματα που επιλέγεις;
Ι.Λ.: Τα θέματα με επιλέγουν, νομίζω. Οι ιστορίες αιωρούνται μέσα μου, ώσπου φτάνει η στιγμή τους να πάρουν μορφή. Τις ακούω και γράφω. Φυσικά, υπάρχει μία αμφίδρομη σχέση με ό,τι με έχει σμιλεύσει στη ζωή και γεννάει μέσα μου αναζητήσεις. Όσα έχω πονέσει, με έχουν πονέσει, επιλέξει κ.λπ. είναι και γίνονται φάροι και οδηγοί.

Τι σε ώθησε να ασχοληθείς με τη συγγραφή και τον κινηματογράφο και όχι με το αντικείμενο των σπουδών σου;
Ι.Λ.: Νομίζω πως βρήκαν η φύση και η φαντασία μου πεδίο δράσης στην τέχνη και πάντα μου άρεσε να αφηγούμαι αποστάγματα ζωής με φαντασία.
Η σχέση μου με τη συγγραφή άρχισε από το Δημοτικό. Έγραφα διηγήματα και ιστορίες σε συνέχειες. Τότε έγραψα και τα πρώτα μου ποιήματα, στα ελληνικά και μετά στα ιταλικά. Πλέον γράφω ποίηση και στα αγγλικά. Στην έκθεση, έγραφα ωραίες ιστορίες, εκτός θέματος και γι' αυτό ήταν παράδειγμα προς αποφυγήν, τις οποίες όμως διάβαζε ο δάσκαλος στην τάξη, γιατί του άρεσαν, μαζί με εκείνη του καλύτερου μαθητή, που ήταν παράδειγμα προς μίμηση. Στο φροντιστήριο των αγγλικών, αργότερα, ανατράπηκε αυτό, και νομίζω πως, εκτός από τον Shakespeare τον οποίο διάβαζα στο πρωτότυπο από τότε, ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αγάπησα τη γλώσσα. Ζητούσαν ιστορίες με φαντασία, στην έκθεση! Και βρέθηκα στο στοιχείο μου. Η καθηγήτριά μου τότε, η οποία είναι έως σήμερα ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου, κρατούσε τις εκθέσεις μου, γιατί της άρεσαν ως ιστορίες. Αυτά τα χαρακτηριστικά πρόβαλλα και σε όλες τις εξετάσεις των πτυχίων μου, έγραφα αφηγήσεις με φαντασία στις «εκθέσεις» και μιλούσα στους εξεταστές για θέατρο, βγάζοντάς τους εκτός θέματος, στο πρωτόκολλο εξέτασης. Αλλά με άκουγαν με ενδιαφέρον γιατί ξέφευγα από τα συνήθη. Ήμουν storyteller. Το έκανα και με τις συμμαθήτριές μου στον χορό, από 6 ετών. Τις συγκέντρωνα πριν το μάθημα και τους αφηγούμουν φανταστικά αυτοσχέδια παραμύθια.
Έκανα τα πρώτα μου μαθήματα θεάτρου, κινηματογράφου και αυτοσχεδιασμού 15 ετών, στα αγγλικά και στα γαλλικά, με τον Mathieu François, στη Γαλλική Ακαδημία, στη Σίνα. Ήταν ένα σεμινάριο εξαμήνου, όπου πήγαινα μία πρωί μία απόγευμα, γιατί είχαμε δύο βάρδιες στο σχολείο τότε, και έτσι είχα την ευκαιρία να δουλέψω κείμενα με πολύ διαφορετικό κόσμο. Βρήκα την ανακοίνωση για την audition στο περιοδικό Χορός, όπου ήμουν συνδρομήτρια. Κοίτα πώς συνδέονται όλα! Πήγα και του ζήτησα ένα κείμενο, οτιδήποτε, με κοίταξε καλά καλά και μου έδωσε τον μονόλογο μιας νοσοκόμας, στα αγγλικά. Εμφανίστηκα δυο μέρες μετά και τον έπαιξα. Με πήρε. Ήμουν η πιο μικρή. Οι υπόλοιποι ήταν όλοι φοιτητές και μεγάλοι. Θυμάμαι τότε έκανα τον διάλογο του χωρισμού, μεταξύ της Meryl Streep και του Dustin Hoffman από το «Kramer vs Kramer» με πέντε παρτενέρ, σε πέντε εκδοχές. Αυτό το “Ted, I'm leaving you” δεν ξέρω πόσες φορές χρειάστηκε να το πω! Ήταν πολύ δυνατή εμπειρία όλο αυτό. Ιδίως ο αυτοσχεδιασμός. Βρήκα το στοιχείο μου εκεί, όπως και στον πειραματισμό. Έγιναν σε όλα το πετσί μου και εγώ ένας αλχημιστής.
Και το ένα έφερε τ' άλλο. Πάντα έψαχνα. Έτσι ήρθαν μετά η τηλεόραση, το θέατρο, η περιοδεία, με 53 παραστάσεις, ανάμεσά τους και το Ηρώδειο το 1998, με το «Παιχνίδι της τρέλας και της φρονιμάδας» του Γιώργου Θεοτοκά, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζηπαπά, στο ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων, η τηλεοπτική εκπομπή «Blue Box» στο ΗΡΤ (2001-2002), με τον Λεωνίδα Θεοδωρίδη, με τον οποίο από το 2001 έχουμε στο ενεργητικό μας ταινίες, τηλεόραση και περιοδικά (CityMag-online magazine και Η τρελή piñata).
Η ζωγραφική επίσης ήταν για μένα κάτι φυσικό, γιατί υπήρχε παντού στο σπίτι, με δύο γονείς αρχιτέκτονες. Μεγάλωσα με τη μυρωδιά του μελανιού και με το τρίξιμο του ριζόχαρτου, σε ένα σπίτι-βιβλιοθήκη, όπως είναι και τώρα, ακόμα πιο βαρυφορτωμένο βέβαια, με τη λογοτεχνία και τα ιστορικά μου βιβλία.
Όπως και η μουσική. Έκανα πιάνο από 7 ετών, αλλά δεν το συνέχισα. Είχα πάντα μουσικό αφτί, έβγαζα και κομμάτια στο πιάνο. Η βάση μου εκεί είναι η κλασική, για πολλά χρόνια ήταν η μόνη μουσική στο σπίτι. Η επιρροή από την προγιαγιά μου Elena, που είχε τελειώσει το Conservatorio στη Νάπολη και ήταν πιανίστρια. Με εκείνη μεγάλωσε η μαμά μου. Kαι ο πατέρας μου είχε κλίση στη μουσική και έπαιζε πιάνο. Υπήρχε πάντα η καλλιτεχνική φλέβα και στην ευρύτερη οικογένεια. Μετά ήρθαν η τζαζ, τα φολκλόρ κάθε είδους. Αγαπώ πολύ τα δημοτικά, είναι ποίηση. Και όλο ανακαλύπτω. Ιδίως ό,τι χορεύεται ή ό,τι με ταξιδεύει. Ένα μεγάλο κεφάλαιο είναι και η μουσική κινηματογράφου.
Αγαπούσα τη δράση, το τρέξιμο, ήμουν υπερκινητική, γι' αυτό ίσως να με τραβούσαν οι παραστατικές τέχνες. Δυσκολευόμουν να κάτσω ήσυχη, σαν έπιπλο για πολλή ώρα. Πάντα ήθελα με κάτι ν' ασχολούμαι. Είχα ανησυχίες, περιέργεια. Ήθελα να μαθαίνω πράγματα και να ταξιδέψω σε όλον τον κόσμο, από παιδί. Λάτρευα τη θάλασσα και τα ζώα. Μεγάλωσα με ζώα, κότες, γάτες, ψάρια, χελώνες.
Η ζωή δεν είναι κάτι φανταστικό, αλλά η φαντασία βοηθάει πολύ στη ζωή. Την κάνει σίγουρα πιο βιώσιμη και πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Νομίζω ότι είμαι εκεί όπου με οδηγούσε πάντα η εσωτερική μου φωνή και ο δρόμος ήταν και είναι περιπετειώδης και μακρύς.

Θυμάσαι τη στιγμή ή το γεγονός που σε έκανε να πεις: «Αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»;
Ι.Λ.: Ναι, φυσικά! Δύο ήταν οι στιγμές. Η μία έχει να κάνει με το θέατρο και η δεύτερη με τη συγγραφή.
Η πρώτη ήταν όταν τεσσάρων ετών δήλωσα πολύ σοβαρά ότι ήθελα να γίνω ηθοποιός. Το είπα δημόσια και η θεία που με μεγάλωνε δεν ήξερε πού να κρυφτεί. Το εννοούσα, όμως, και έπεσε βαρύ πένθος στο σπίτι. Το είχανε καημό, το μην πεθάνω στη ψάθα, όπως έλεγαν τότε. Θεωρώ το θέατρο και τον χορό τέχνες οι οποίες διδάσκουν την πειθαρχία· είναι τα πρώτα μου σχολεία.
Οι τάσεις μου κρύφτηκαν, μεταμφιέστηκαν, στριμώχτηκαν, μεταμορφώθηκαν και έτσι δεν εξαφανίστηκαν, καλλιεργήθηκαν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, για να υπάρξουν.
Κάποτε, φτάνοντας συναισθηματικά σε αδιέξοδο –και εδώ έρχεται η δεύτερη στιγμή– με ρώτησα: Ποια είσαι; Τι θες να κάνεις; Η απάντηση ήταν απλή: Είμαι δημιουργός. Ωραία, λοιπόν, βρες κάτι για το οποίο στο δημιουργικό κομμάτι, τουλάχιστον, θα είσαι ανεξάρτητη και θα περιλαμβάνει ό,τι αγαπάς. Έτσι πήρε κεφάλι συστηματικά η συγγραφή από 23 ετών. Η συγγραφή είναι πολυεπίπεδη δραστηριότητα και βαλίτσα. Έχω γράψει παντού. Αυτό με δένει και με τους τόπους στους οποίους έχω βρεθεί στα ταξίδια μου: Η δημιουργική «επένδυση» του χρόνου. Κάθε χρόνο, έγραφα τουλάχιστον ένα βιβλίο, ανάμεσα στα οποία μυθιστορήματα, ποιητικές συλλογές, συλλογές διηγημάτων, θεατρικά, σενάρια, ιστορίες για εφήβους και παιδιά, ερευνητικές εργασίες, για τις οποίες η μία μου καθηγήτρια στο μεταπτυχιακό, η κυρία Άννα Μαχαιρά, το διαπίστωσε κάποια στιγμή με έκπληξη: «Μα εσύ γράφεις βιβλία, όχι εργασίες». Ήταν αλήθεια. Η συγγραφή θέλει αφοσίωση. Όταν κάθομαι στον υπολογιστή, χάνω τον χρόνο. Είναι, άλλωστε, από τη φύση της αργή διαδικασία. Συγγενείς μας, Γιώργο, οι χελώνες και τα σαλιγκάρια. Φυτεύεται ο σπόρος, βγαίνει ο καρπός. Θέλει υπομονή. Το ξέρεις καλά αυτό και εσύ!
Αν ο γάμος μου είναι η συγγραφή, ο κινηματογράφος είναι το πάθος μου. Λίγο όπως ο Τσέχωφ με τη θεατρική συγγραφή για ερωμένη και με την ιατρική για σύζυγο. Κινηματογράφο παρακολουθούσα από μικρή, από το δημοτικό σχολείο, με τους γονείς μου. Είχα δει πολλά έργα μεγάλων σκηνοθετών ήδη από τότε: Bergman, Antonioni, Fellini, Pasolini, Αγγελόπουλο, Κακογιάννη, Βούλγαρη κ.ά. Και πολύ animation βέβαια. Η μεγάλη μου αδυναμία, μαζί με τις μικρού μήκους. Αυτό με το οποίο ασχολούμαι, που γίνεται εν τέλει πειραματικό. Κάνω αναδημιουργία πάνω σε ό,τι δικό μου έχει εκδοθεί. Μία πρόκληση, γιατί διασκευάζω δημιουργικά, δεν κάνω «αναπαράσταση» του γραπτού. Εμπνέομαι και το διαφωτίζω από άλλη οπτική γωνία. Για μένα, έχει ενδιαφέρον αυτό.
Έτσι ξεκίνησε και το PhotoProject FireFly, όπου συνδυάζω γραπτό κείμενο, εικόνα με φωτογραφία, εικονογράφηση, animation, art performance και πλέον μουσική. Και από εκεί ξεπετάχτηκαν σιγά σιγά οι short art experimental Fragmented (2023), 13 Strokes... (2023), αλλά και ανεξάρτητα έργα όπως το βιντεοποίημα «Life Path» (2025).
Το filmmaking, ιδίως πειραματικά, έχει δυσκολίες και προκλήσεις. Είναι χειροποίητο. Και αυτό με γοητεύει πολύ. Σηκώνεις τα μανίκια και φτιάχνεις. Το ίδιο γίνεται και στη συγγραφή. Και συμμετέχει όλο το κορμί. Όχι μόνο το μυαλό. Χρειάζεται να είσαι σε καλή σωματική κατάσταση. Να μην σε ταλανίζουν πόνοι, για παράδειγμα, ή κούραση. Κεφάλι ταξιδιάρικο, στομάχι ελαφρύ. Αλλιώς πας για ύπνο, δεν δημιουργείς. Πρέπει να γυρίζει το γρανάζι, για να κατεβάζει και να επεξεργάζεται ιδέες.

Η μουντζούρα, Ιουλίας Λυμπεροπούλου

Ποιο θεωρείς ότι είναι το πιο δύσκολο στάδιο στη δημιουργική διαδικασία; Η σύλληψη της ιδέας ή η ολοκλήρωση του έργου;
Ι.Λ.: Το μυαλό το γυμνάζεις. Αν το μάθεις να γεννάει, θα γεννάει. Ακόμα κι αν φαίνεται πως η σύλληψη μίας ιδέας συμβαίνει μία δεδομένη στιγμή, στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Είναι η συσσώρευση και αλληλοσυμπλήρωση πολλών στιγμών, εμπειριών και ιδεών που, πινελιά πινελιά, στον χρόνο συνθέτουν ένα χράμι. Η «στιγμή» της «σύλληψης», για μένα, είναι το χρονικό σημείο που στέκεσαι σε μία απόσταση και βλέπεις την εικόνα την οποία έχεις συνδιαμορφώσει με τη ζωή. Παρατηρείς έναν συγκεκριμένο πίνακα, δηλαδή, στην προσωπική σου πινακοθήκη και λες: «Δεν το είχα σκεφτεί έτσι αυτό!». Είναι οι μικρές όμορφες εκπλήξεις που σου επιφυλάσσει η ζωή. Αλλά δουλεύεις για αυτές, και πριν και μετά.
Το πιο δύσκολο σημείο είναι ώσπου να πάρω μπρος. Μπορεί να επεξεργάζομαι κάτι για καιρό στο μυαλό μου, κάνοντας παράλληλα άλλα πράγματα που έχουν ήδη ωριμάσει μέσα μου και έχουν πάρει τον δρόμο τους. Υπάρχει ένα στάδιο «δυναμικού κενού», όπου τρώγομαι με τα ρούχα μου, ώσπου να βρω την αρχή, να εντοπίσω εκείνο το θερμό κύμα αέρα που θα με ανυψώσει. Είναι βασανιστικό το να θες να πετάξεις και να παραμένεις εκβιαστικά βιδωμένος στη γη. Είναι αναγκαίο στάδιο όμως και συνήθως δεν κρατάει για πολύ, βρίσκομαι πάντα σε κίνηση, ακόμα και στη στάση. Παρατηρώ τη ροή του κοσμικού και υπερβατικού γίγνεσθαι γύρω μου, αναζητώντας τη μαγική πύλη. Μόλις τη βρω, παίρνω μπρος, μέχρι να βάλω... αποσιωπητικά. Στα έργα δεν υπάρχει τελεία, συνεχίζουν τη ζωή τους μέσα στους άλλους και μέσα σε εμάς. Νομίζω συσχετίζονται και μεταξύ τους, τα συναντάμε ξανά και ξανά σε διακειμενικές αναφορές, κυριολεκτικά και μεταφορικά, από άλλη οπτική κάθε φορά. Μεγαλώνουμε και αλλάζουμε μαζί τους και αυτά μαζί με εμάς.
Άλλη δυσκολία το να κρατάς σταθερή πορεία έως τα αποσιωπητικά-τελεία. Σε αυτό με βοηθάει η ανανέωση της αλλαγής. Ασχολούμαι με κάτι άλλο για λίγο και επανέρχομαι, με άλλη ματιά. Συχνά γράφω κείμενα παράλληλα, για παράδειγμα. Η μικρή εικονογραφημένη ιστορία «Το μπάλωμα» (ςκδόσεις Κοντύλι, Απρίλιος 2025) γράφτηκε μεταξύ 2016-2017 μαζί με το δυστοπικό μου μυθιστόρημα «Η μουντζούρα» (Ταξιδευτής, 2021). Ήταν η βαλβίδα αποφόρτισης από το βάρος της δυστοπίας. Έτσι ασχολούμαι και με την ποίηση, την εικονογράφηση, το filmmaking, την επιμέλεια των βιβλίων που βγάζω από το μαγικό μου σεντούκι και έπονται, και πάει λέγοντας.
Υπομονή, επιμονή και σταθερότητα χρειάζονται στη δημιουργική διαδικασία. Το πιο βασικό στοιχείο στην τέχνη, μέθοδος ή και εξασκημένη δεξιότητα αν θες, είναι η πειθαρχία. Το ταλέντο είναι κάτι με το οποίο γεννιέσαι και το καλλιεργείς. Η καλλιέργεια είναι σαν καθημερινή προσευχή. Χωρίς την καλλιέργεια έχεις ένα ακατέργαστο αγκωνάρι από το νταμάρι, που δεν ξέρεις τι να το κάνεις. Η πειθαρχία και η καλλιέργεια σε βοηθούν να ελέγχεις τα μέσα και τα υλικά σου, δίνουν μία κατεύθυνση στην ορμή και τις δυνατότητές σου.

Το μπάλωμα, Ιουλίας Λυμπεροπούλου

Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία;
Ι.Λ.: Δίνω τόσο ρεαλισμό όσο κάτι να γίνει πιστευτό. Είναι μία σύμβαση, εξάλλου, ένα παιχνίδι στο οποίο δημιουργός και δέκτης-συνδημιουργός συμμετέχουν οικειοθελώς. Χρειάζεται ο άλλος να θέλει να παρασυρθεί, αλλά και εσύ να μπορείς να τον πείσεις. Οπότε ο δέκτης αφήνεται στο να τον παρασύρεις, σ' το επιτρέπει. Είναι αμοιβαία η «συμφωνία». Δηλαδή έρχεται, από την πλευρά του, με ένα κεφάλι όχι πλήρως επιπλωμένο σπίτι, γιατί δεν θα χωράς πουθενά, αλλά και εσύ πρέπει να τον πείσεις πως διαθέτεις την κατάλληλη οικοσκευή για τον εξοπλισμό του σπιτιού του. Εννοείται πως είναι άπειροι οι πιθανοί συνδυασμοί και τα είδη ή τα σχέδια κατοικίας, κι εκεί αμφίδρομα δεν βαριόμαστε ποτέ. Γινόμαστε για λίγο ή πολύ συνταξιδιώτες.
Όταν ασχολείσαι, άλλωστε, με το φανταστικό χρειάζεται να γνωρίζεις καλά το θέμα σου. Να κάνεις επομένως την απαραίτητη κάθε είδους έρευνα, να κατανοείς το ρεαλιστικό πλαίσιο πάνω στο οποίο συνθέτεις την ιστορία σου, τα συστατικά του και τη μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Τότε μπορείς να το σπάσεις και να το ανασυνθέσεις με άπειρους τρόπους στη σφαίρα του φανταστικού.

Υπάρχει κάποιο πρόσωπο ή έργο που επηρέασε βαθιά την αισθητική σου ή τη θεματολογία σου;
Ι.Λ.: Η ζωή με επηρεάζει και πάντα με επηρέαζε. Όταν είσαι δημιουργός, είσαι πρώτα και κύρια παρατηρητής. Όχι αμέτοχος. Βιώνεις, βουτάς. Αν δεν ζεις, πώς θα μεταφέρεις το συναίσθημα; Μιμούμενος ό,τι έχεις δει να κάνουν άλλοι; Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι πάντα το συναίσθημα, η συγκίνηση, η μεταφορά.
Ένα έργο χρειάζεται να σε μεταφέρει κάπου. Όσο καλά κι αν έχει στηθεί αισθητικά, αυτό που θα σου μείνει σε βάθος χρόνου είναι ό,τι σε συγκίνησε, σε κλόνισε, σε τάραξε. Δεν σημαίνει ότι θα ταυτιστείς. Υπάρχουν και πράγματα αξεκλείδωτα μέσα μας. Συχνά κάτι σε ενοχλεί ή σου δημιουργεί συναισθήματα, χωρίς να είσαι έτοιμος εκείνη τη στιγμή να εξηγήσεις το γιατί. Το θέμα είναι ότι σ' τα δημιουργεί. Άρα έχει δύναμη, ανοίγει ένα κανάλι. Μετά είναι δικό σου θέμα τι θα κάνεις με αυτό και πόσο θα το ψάξεις.
Εμένα λοιπόν με ενδιαφέρει να ζω, να αισθάνομαι και να ανοίγω κανάλια και για μένα και για τους άλλους. Επικοινωνούμε κάνοντας τέχνη. Και μπορεί και να ενοχλούμε. Δεν κάνεις τέχνη για να αρέσεις, αλλά γιατί έχεις κάτι να πεις, το οποίο μπορεί να χρειάζεται να βγει από μέσα σου για να απελευθερωθείς, να θεραπευτείς και για να ακουστεί, δονώντας χορδές. Όλα στο τέλος είναι μουσική. Η ποίηση είναι μουσική. Και μαθηματικά βέβαια, τα οποία κινούν νήματα στη μουσική και τη γλώσσα. Και η γλώσσα είναι επίσης μουσική. Και με τις δύο τους φτιάχνουμε ποίηση. Ενώ τόσο η μουσική όσο και η έκφραση μέσω της γλώσσας λειτουργούν θεραπευτικά. Κοίτα πώς συνδέονται όλα.
Οι αναζητήσεις μου επίσης με εξωθούν στη δημιουργία. Τα ερωτήματα που θέτω και στα οποία προσπαθώ να απαντήσω, επιτυχημένα ή μη. Αποτελούν σημείο εκκίνησης. Αλλάζουν οι απαντήσεις στον χρόνο, δεν είναι στεγανές. Ακόμα κι αν πρόκειται για πιθανές διεξόδους, προτάσεις, απόπειρες, δεν ισοδυναμούν με λύση μαθηματικής πράξης. Η τέχνη εντοπίζει, διαφωτίζει, δεν λύνει. Και όλα συμβαίνουν σε κατάσταση διαρκούς ροής. Δεν διαφέρει πολύ, όμως, και με ό,τι κάνει στην επιστημονική έρευνα κάποιος. Αλλάζει η μορφή με την οποία προκύπτει ο καρπός στο τέλος ίσως. Όποια κι αν είναι η μορφή, ωστόσο, πίσω από κάθε βιβλίο ή καλλιτεχνικό έργο κρύβεται μελέτη. Ακόμα και ως αυτοπαρατήρηση.
Με έχουν καθορίσει βιώματα, λοιπόν, και με επηρέασαν άνθρωποι που πέρασαν πραγματικά από τη ζωή μου. Όχι βιβλία ή έργα. Όχι με τη στενή έννοια του όρου, έστω. Ως επιρροή μπορεί. Και αυτό γιατί τα βιβλία, τα έργα κ.λπ. είναι ένα φιλτραρισμένο κομμάτι ζωής κάποιου άλλου, που έζησε ή ζει μακριά από μένα. Νιώθω νοερά συγγένεια με άλλους συγγραφείς και καλλιτέχνες σαφώς. Μας συνδέει το συλλογικό ασυνείδητο, όπως και όλους τους ανθρώπους, όσους υπήρξαν, όσους υπάρχουν και όσους θα υπάρξουν. Αυτή είναι μία αδιάσπαστη αλυσίδα, την οποία φέρουμε.
Όταν διαβάζω ή βλέπω ένα έργο, ωστόσο, όσο δύσκολα είναι όσα μοιράζεται ή επεξεργάζεται κάποιος εκεί, χαλαρώνω και απολαμβάνω τη δουλειά κάποιου άλλου. Σε σχέση με τη συγγραφή ή το filmmaking, που είναι πολύ ενεργητικά, το διάβασμα ή η θέαση είναι συγκριτικά παθητικά, οπότε γι' αυτό με χαλαρώνουν. Είναι λογικό μάλλον να μην είμαι μέσος αναγνώστης ή θεατής, διαβάζω γρήγορα, μπορώ να δω πολλές ταινίες σε σύντομο χρόνο και μελετώ τον μηχανισμό τους, δεν στέκομαι μόνο στην ιστορία. Μπορεί ένα βιβλίο, μία σκηνή ή ένας στίχος, βέβαια, να με απορροφήσουν και να τα σκέφτομαι μετά για καιρό, μέρες ή και χρόνια. Πιο πολύ μου μένει η αίσθηση, όμως, το συναίσθημα που μου προκάλεσαν ή η ατμόσφαιρα. Αυτά θυμάμαι.

Ποιο από τα έργα σου θεωρείς πιο «προσωπικό» και γιατί;
Ι.Λ.: Όλα είναι προσωπικά, χωρίς να είναι ημερολόγια. Είναι γέννες και προκύπτουν μετά από κυοφορία. Μπορώ να σου πω, όμως, ποιο είδος γραφής θεωρώ το πιο προσωπικό, την ποίηση. Νιώθω πως με γυμνώνει και με απελευθερώνει ταυτόχρονα. Και ίσως για αυτό, λίγο πολύ, η ποίηση να υπάρχει σε ό,τι γράφω και φτιάχνω. Αυτά τα μικρά αποστάγματα στιγμών και ψυχής, ίδιοι διαπεραστικοί φακοί, εκθέτουν και μετουσιώνουν παράλληλα.
Τέτοια δύναμη μόνο η συμπυκνωμένη αφαίρεση της ποίησης ίσως να διαθέτει, σε όποια μορφή ύπαρξης και προβολής της. Από την άλλη, βλέπω μία σύνδεση ανάμεσα σε όλα. Ενώ καταλαβαίνω θεωρητικά τις διαφορές, σε έργα και είδη, στην ουσία δεν τις νιώθω.

Ασφαλώς και βλέπεις σύνδεση, γιατί υπάρχεις μέσα σε όλα όσα κάνεις. Τα έργα σου είναι εσύ και δεν θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος. Αν όμως, δεν ήσουν συγγραφέας, ιστορικός και filmmaker, τι άλλο θα μπορούσες να φανταστείς για τον εαυτό σου; (δεν εννοώ επάγγελμα, αλλά ιδιότητα)
Ι.Λ.: Τι ωραίες ερωτήσεις! Προς το παρόν νιώθω ότι κάνω μπράτσα από την εκσκαφή! Και, αν το σκεφτώ, ένας οδοιπόρος περιηγητής, που να ταξιδεύει σε όλον τον κόσμο, ν' ανακαλύπτει ομορφιές, καταστάσεις και ανθρώπους και να μεταφέρει τις ιστορίες τους. Θεραπεύτρια, επίσης, όπως ήταν η γιαγιά μου στη Νάπολη, μαία με δίπλωμα και διευθύντρια κλινικής, σε δύσκολες εποχές για τις γυναίκες. Θα ήθελα να μπορώ να βοηθάω αποτελεσματικά γυναίκες και παιδιά, σε περιβάλλοντα δύστροπα και αφιλόξενα. Και ζώα, φυσικά. Θα σου πω και τι ήθελα να γίνω όταν ήμουν παιδί, δεν είναι επάγγελμα ακριβώς, κινούνταν η ιδέα σε ένα επίπεδο φαντασιακό, το οποίο, μεταξύ μας, κατά βάθος, ευχόμουν να μπορούσε να συμβεί: άγιος Βασίλης.

Μα, γνωρίζω πολύ καλά τα περί αγίου Βασίλη, από τα δώρα που κάνεις κάθε χρόνο στις γιορτές, στους φίλους σου, στους οποίους έχω την τιμή να συμπεριλαμβάνομαι. Για πες μου όμως, κάτι άλλο. Πώς αντιδράς στην οποιαδήποτε κριτική; (θετική ή αρνητική)
Ι.Λ.: H εποικοδομητική κριτική ή το constructive criticism –και δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη φράση που μου ήρθε στον νου, με την ερώτηση, δεν ήταν η ελληνική– είναι ευλογία όταν συμβαίνει. Σημαίνει πως ο δέκτης και αφιερώνει χρόνο και έχει τα κατάλληλα εργαλεία για να ξεκλειδώσει και κυρίως την ευαισθησία και τη διάθεση κατανόησης, αγκαλιάσματος, μετάδοσης και μοιράσματος. Βρίσκω πολύ διαφωτιστικά δύο στοχαστικά κείμενα σχετικά με το θέμα, που έχουν εκδοθεί από τις εκδόσεις Άγρα, στη σειρά «Ο άτακτος λαγός». Το κείμενο του Arthur Schopenhauer (1788-1860) με τίτλο «Περί ανάγνωσης και βιβλίων: Η τέχνη της αποχής από την ανάγνωση», σε μετάφραση Γιάννη Καλλιφατίδη, και τη «Διαστροφή της ανάγνωσης» της Edith Wharton (1862-1937), σε μετάφραση Ανδριτσάνου Ευαγγελίας.
Ο Schopenhauer μιλάει για την ενεργητική και επιλεκτική ανάγνωση με τις απαραίτητες παύσεις, ώστε να δημιουργείται το περιθώριο στοχασμού στον αναγνώστη αλλά και αναστοχασμού πάνω στα κείμενα. Μιλάει για τους κύκλους και τις συνεχείς περιόδους ακμής και παρακμής, στον χρόνο, σε σχέση με έργα τέχνης και διανόησης, ενώ θίγει και τη λειτουργία του ίδιου του εμπορευματοποιημένου, καταναλωτικού μηχανισμού, που παρεμποδίζει τόσο την παραγωγή όσο την ανάδειξη και την ανακάλυψη έργων που «προάγουν πραγματικά τη σκέψη και καλλιεργούν το πνεύμα» (σ. 13). Η Wharton, πάλι, κάνει σκέψεις γύρω από το ποιος είναι δημιουργικός αναγνώστης και ποιος μηχανικός, με τον τελευταίο να έχει μία δυναμική, αμφίδρομη διάδραση με το εμπορικό σύστημα που υποστηρίζεται από εκδότες και κριτικούς, επηρεάζοντας, καθορίζοντας και κατευθύνοντας τελικά συγγραφείς και αναγνώστες, σε συγκεκριμένα είδη ευρείας παραγωγής ευπώλητων έργων, και διαμορφώνοντας τάσεις.
Μπορώ να σου πω, πως χαίρομαι πολύ όταν βλέπω την ειλικρινή συναισθηματική συμμετοχή κάποιου απέναντι σε κάτι που έχω δημιουργήσει, γραπτό ή εικαστικό κ.λπ., που εκφράζεται με τον λόγο ή με τη γλώσσα του σώματος, αν έχω την ευκαιρία να είμαι μάρτυρας των αντιδράσεων. Και εκεί νιώθω τη μεταφορά, πως γινόμαστε συγκοινωνούντα δοχεία. Νιώθω πως κάτι κινείται, πως κάτι γίνεται, πως κάτι μοιραζόμαστε. Αυτές είναι ευτυχείς στιγμές. Προσφέρουν ηθική ικανοποίηση και στους δύο, πομπό και δέκτη.
Εύχομαι να καταφέρουμε να καλλιεργήσουμε τον δημιουργικό και εποικοδομητικό διάλογο, που είναι ωφέλιμος για όλους.

Ποια είναι η σχέση σου με την έμπνευση; Την θεωρείς κάτι μυστηριώδες ή αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς;
Ι.Λ.: Για τη σύλληψη της ιδέας μίλησα πιο πάνω. Πιο ειδικά, ξεκινάς από ένα βασικό πρώτο όχημα που είναι το ταλέντο σου και το καλλιεργείς, το εξασκείς, δουλεύεις καθημερινά. Μαθαίνεις να γράφεις γράφοντας, διαβάζοντας και ζώντας. Το περιεχόμενο της τέχνης είναι in situ, δεν είναι in vitro, ποντίκι εργαστηρίου. Το στήσιμο γίνεται στο εργαστήριο. Το περιεχόμενο, όμως, το αντλείς από την επιτόπια έρευνά σου στη ζωή. Και στη δημιουργία γενικότερα ισχύει αυτό, νομίζω. Ένα μέτριο ταλέντο μπορεί να γίνει πολύ καλό στην τέχνη του με εξάσκηση και δουλειά. Ένα μεγάλο θα γίνει εξαιρετικό, αλλά μπορεί να μείνει στάσιμο στον πρώτο λαμπρό ενθουσιασμό του, αν παραμείνει αδούλευτο. Οι εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα και είναι εκτός συζήτησης. Ενίοτε αποχωρούν νωρίς και χάνουμε την πιθανή τους εξέλιξη στον χρόνο. Γενικά, πιστεύω στην εργασία. Η τέχνη κάθε άλλο παρά εξαιρείται. Χρειάζονται παύσεις, ναι, διαλείμματα, τα διαστήματα δημιουργικής τεμπελιάς, αφήνεις χώρο για ανάπτυξη, για να ξεμυτίσουν ιδέες, να χωνευτούν, αλλά όλα γίνονται με προσπάθεια. Όχι στρεσαρισμένα, συστηματικά. Συνδεόμαστε και με το ασυνείδητο σε αυτές τις ευαίσθητες στιγμές, και το δικό μας και το συλλογικό. Για αυτό χρειάζεται και αυτοπροστασία. Πιο πολύ από μυστηριώδη διαδικασία, λοιπόν, τη θεωρώ εσωτερική και μυστικιστική, με μία ευρύτερη έννοια. Είμαστε αναμφίβολα μύστες, κάπου βουτάμε ή αναλαμβανόμαστε και επανερχόμαστε. Όχι ακατανόητη, όμως.

Έχεις βιώσει ποτέ μπλοκάρισμα στην έμπνευση; Πώς το ξεπέρασες ή γενικά πώς το ξεπερνάς;
Ι.Λ.: Ποτέ.

Αν μπορούσες να συνεργαστείς με έναν δημιουργό (ζωντανό ή νεκρό), ποιον θα επέλεγες και γιατί;
Ι.Λ.: Τον Leonardo da Vinci (1452-1519) και την Toni Morrison (1931-2019). Ο Da Vinci ήταν και είναι διεύρυνση, ποικιλία, αρμονία, όλον, homo universalis. Η Toni Morrison εντόπιζε, προσδιόριζε και έβαζε σε τάξη το χάος της ανθρώπινης κατάστασης με οικονομία και με τρόπο μοναδικό.

Όταν γράφεις ή κινηματογραφείς, τι έρχεται πρώτο στο μυαλό σου, η εικόνα, ο ρυθμός ή το συναίσθημα;
Ι.Λ.: Η εικόνα μαζί με το συναίσθημα. Είναι ένα. Ο ρυθμός ξετυλίγεται πάνω στον χορό.

Πώς δουλεύεις τους χαρακτήρες σου; Τους αφήνεις να «σε οδηγήσουν» ή τους χτίζεις κοντρολάροντάς τους με αυστηρό έλεγχο;
Ι.Λ.: Με πάνε. Έναν σκελετό έχω στο μυαλό μου. Ξέρω το τι θέλω να πω, συχνά και το πού θα καταλήξω, όχι πάντα. Ούτε τον τίτλο έχω από την αρχή. Μπορεί να έρθει αμέσως, στη διάρκεια ή στο τέλος. Ενίοτε αλλάζει κιόλας. Και όλα ξετυλίγονται στη διάρκεια του έργου. Στη συγγραφή πάντα.
Το σενάριο είναι άλλη υπόθεση. Τα σενάρια είναι μαθηματικά γραμμένα. Είναι ακριβής φωτογραφική αποτύπωση της πλοκής και της δράσης με λόγο, πέραν των διαλόγων, αν υπάρχουν βέβαια. Επιπλέον, τα δικά μου εμπνέονται συνήθως και από ήδη υπαρκτά δικά μου κείμενα, οπότε έχουν σχηματισμένους χαρακτήρες, ακόμα και αν πρόκειται για αναδημιουργία.
Στα βιβλία, όμως, οι χαρακτήρες παίρνουν μορφή στο χαρτί. Και αυτή είναι η γοητεία. Γράφω μέρα με τη μέρα. Είναι τα δώρα της δημιουργίας. Ποτέ δεν ξέρεις ακριβώς πώς θα καταλήξεις εκεί που φαντάζεται πως θες να καταλήξεις. Είναι ταξίδι. Ελέγχω τα εκφραστικά μου μέσα, το σύνολο του υλικού μου συντονιστικά, ναι, αλλά οι χαρακτήρες, που είναι το ζουμί, με πάνε, τους ακολουθώ.
Εξαρτάται και από το τι γράφεις, μικρή ή μεγάλη φόρμα. Το μυθιστόρημα είναι ένας πολυκόσμος. Το διήγημα είναι μία λεπτομέρεια, ένα περιστατικό, οτιδήποτε μικρό, που το μεγεθύνεις με τον φακό. Έχει άλλη λειτουργία το καθένα και άλλη πρόκληση. Στο ένα κοιτάς να χορέψεις στον ρυθμό χωρίς να κάνεις κοιλιά, στο άλλο να πεις εύστοχα μια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, με λίγα. Η νουβέλα βρίσκεται κάπου στη μέση. Μπαίνεις σε μία κανονικότητα, όταν γράφεις μυθιστόρημα, το οποίο δεν προλαβαίνει να συμβεί με το διήγημα, είναι πιο σύντομο.
Από την οποία, όμως, χρειάζεσαι μετά μετάβαση και απογαλακτισμό. Συχνά βρέθηκα να κοιμάμαι και να ξυπνάω, να κάνω βόλτες, διακοπές ή να μπαινοβγαίνουν στις κουβέντες μου, ηθελημένα ή απρόσκλητα, οι χαρακτήρες των βιβλίων μου, και μετά να πρέπει να τους αποχωριστώ. Νομίζω ότι ο φόβος αποχωρισμού με έκανε για πολλά χρόνια να γράφω ασταμάτητα, χωρίς κενά. Με έπιανε άγχος. Τώρα πια τα αντέχω. Κάνω και άλλα πράγματα. Τα λέω αυτά γιατί όσο πιο πολύ χρόνο περνάς με τους χαρακτήρες αλληλοδιαμορφώνεστε και μεγαλώνετε μαζί. Με πονάει όταν πρέπει να «σκοτώσω» κάποιον, ακόμα και όταν ξέρω ότι είναι αναγκαίο. Δεν συμβαίνει αψήφιστα. Είναι μία μεταφορά της ζωής. Όπως και στις σχέσεις με τους χωρισμούς. Είναι σαν μικροί συμβολικοί θάνατοι, αλλά μετά τον θάνατο έρχεται η ζωή. Είναι πάντα μία μεταμόρφωση. Τίποτα δεν τελειώνει. Οι θάνατοι είναι σπόροι που φυτεύονται και ανθίζουν μέσα μας. Οι χαρακτήρες, αλληγορικά, προκύπτουν από πολύμορφους τέτοιους θανάτους. Έχουν ψήγματα της δικής μας φιλτραρισμένης αλήθειας από το βούτηγμα στη ζωή.

Life path by Ioulia Lymperopoulou

Πιστεύεις πως η τέχνη οφείλει να είναι πολιτική ή μπορεί να είναι καθαρά υπαρξιακή και προσωπική;
Ι.Λ.: Το να κάνεις τέχνη και το να συγγράφεις, κατά την άποψή μου, είναι και πολιτική πράξη, αλλά όχι ορθόδοξα πολιτική. Διαδράς, παρεμβαίνεις, γράφεις κάτι που απευθύνεται και σε άλλους και το μοιράζεσαι, δεν το κρατάς στο συρτάρι ή στο ημερολόγιό σου, άρα συμμετέχεις με κάποιον τρόπο κοινωνικά, συμβάλλεις. Δίνεις το ερέθισμα να γίνει συζήτηση, ανακινείς, ενοχλείς, υποστηρίζεις, υπερασπίζεσαι, αναδεικνύεις, προβληματίζεις, εμπνέεις, μπορεί και να καταγγέλλεις, αφήνεις και για άλλους παρακαταθήκη. Αν δεν είναι αυτά πολιτικές πράξεις, τι είναι τότε; Άσχετα αν είναι προσωπικό, κοινωνικό, υπαρξιακό το περιεχόμενο κ.λπ. Στην ουσία, είναι πολιτική πράξη. Η ενεργή συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι την κάνει και πολιτική. Η πολιτική δεν γίνεται μόνο στη βουλή αλλά και στον δρόμο, όσο η διδασκαλία δεν γίνεται μόνο συμβατικά και από καθέδρας. Ενεργοποιείς την ιδιότητα του πολίτη με δημόσιο λόγο. Άλλο το πολιτικό, άλλο το κομματικό. Η συμμετοχή επιπλέον ούτε αρχίζει ούτε τελειώνει στην ψήφο. Εκεί συστηματοποιείται το οικονομικό και πελατειακό παιχνίδι, οι χειρισμοί. Πάντα μου έρχεται στον νου ο Παπαδιαμάντης με τους «Χαλασοχώρηδες», αξεπέραστος. Τα έγραψε όλα, εκεί είμαστε ακόμη.

Πρέπει η τέχνη να είναι στρατευμένη, για να το κάνω πιο συγκεκριμένο, ή όχι;
Ι.Λ.: Βγάζοντας από τη συζήτηση τις εξαιρέσεις, επαναλαμβάνω, γιατί επιβεβαιώνουν τον κανόνα και θα είναι σαν να κλέβει ο διάβολος από το παγκάρι της εκκλησίας, θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει καλλιτεχνική δημιουργία αν της αφαιρέσεις το οξυγόνο της ελεύθερης σκέψης, τη δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης και βούλησης. Στο πλαίσιο ενός ολοκληρωτικού συστήματος όποιου τύπου, που χειρίζεται το άτομο κυρίως ως υπηρέτη ενός συγκεντρωτικού μηχανισμού, υπάρχει η λογική ότι οφείλει να παράγει «τέχνη» με συγκεκριμένες στοχοθετήσεις, εξυψώνοντας τις αρχές και τις ιδέες τις οποίες το εκάστοτε τέτοιο σύστημα «πουλάει». Να το θέσουμε έτσι σχηματικά. Είναι προπαγάνδα με επικάλυψη τέχνης. Στη μαζική παραγωγή αναφέρομαι κυρίως. Ισχύει και για τα πολύ εμπορευματοποιημένα «καλλιτεχνικά» προϊόντα αυτό. Στρατεύονται στο κέρδος.
Στην πράξη, ευνουχίζει. Αφαιρεί το δικαίωμα στη γνώμη, την αμφισβήτηση, την ελευθερία και τα λοιπά, άρα απογυμνώνει τον δημιουργό από λειτουργίες του ρόλου του. Είναι ένα ευαίσθητο έλασμα που απορροφάει τον κραδασμό και καλείται να επισημάνει, να χτυπήσει καμπανάκι, να διαφωνήσει, να αναδείξει κάποιο πρόβλημα, αν χρειαστεί, κ.ο.κ. Εκεί, δεν αντιμετωπίζεται ως δημιουργός, αλλά ως εργαλείο, ένα είδος κρατικού υπαλλήλου ή «υπηκόου», που ακολουθεί εντολές. Οποιαδήποτε δημιουργική ικανότητα τάσσεται στεγανά στην υπηρεσία του συστήματος. Είναι τετράγωνο το πλαίσιο, δεν αφήνει περιθώρια κινήσεων.
Στη δημιουργική διαδικασία χρειάζεται να υπάρχουν ελευθερία, ομορφιά και χαρά επίσης, δεν είναι όλα κάτεργο, υπηρεσιακό καθήκον και αυτομαστίγωση. Ψυχραιμία. Για αυτό έχει χρησιμοποιηθεί και η σιωπή ως εργαλείο από καλλιτέχνες και διανοούμενους, κατά καιρούς, η αποχή. «Ξελαρυγγιάζονται» υποδυόμενοι τον βράχο. Είναι μία αντίδραση και αυτό.
Έχει πεθάνει κόσμος για πολύ λιγότερα, η γνώμη και η πληροφορία είναι πανάκριβες. Γιατί να μην έχει, άλλωστε, κάποιος δικαίωμα στο πώς να διάγει τον βίο του και στο πώς να καλλιεργεί και να αξιοποιεί τις δεξιότητές του; Αναγνωρίζεται το δικαίωμα ύπαρξης μόνο με βούρδουλα, μπαμπούλα και κηδεμόνα, σαν επικρεμάμενη Δαμόκλειος σπάθη πάνω από κάθε ξέφτι και παρέκκλιση από τον «κανόνα»; Αυτό είναι δυστοπία!

Πώς χρησιμοποιείς τον ήχο ή τη σιωπή στην κινηματογράφησή σου;
Ι.Λ.: Είναι αναπόσπαστα μέρη ενός αρμονικού συνόλου, που χρειάζεται έναν συνδυασμό μουσικής, λόγου, ήχων και παύσεων. Νομίζω, μάλιστα, πως χρησιμοποιώ πιο πολύ τη σιωπή παρά τον λόγο, στις κινούμενες εικόνες μου. Ο λόγος δίνει ένα έναυσμα, προφορικός ή γραπτός, και αφήνει στον άλλον το περιθώριο να φανταστεί. Όσο γίνεται. Ο κινηματογράφος, ως τέχνη, είναι πιο παρεμβατικός στη φαντασία του θεατή και ακροατή, γιατί έχει την εικόνα. Η σιωπή διαθέτει ένταση και ποιητική, είναι αφαιρετική. Και στη συγγραφή τα λόγια δεν επαρκούν συχνά, αποσιωπούνται, η εικόνα υποβάλλει. Και στο θέατρο συμβαίνει αυτό. Μπορεί κάποιος να σε καθηλώσει παράλληλα με τη σιωπή, τη στάση του σώματος, την πλάτη ή το βλέμμα του. Η σιωπή δίνει χώρο στη φαντασία να αναπτυχθεί, γιατί δείχνει, δεν αποδομεί λεκτικά. Και στη ζωή συμβαίνει αυτό.

Πόσο σημαντικός είναι για σένα ο ρυθμός της αφήγησης και πώς τον πετυχαίνεις;
Ι.Λ.: Ο ρυθμός είναι το αλάτι της ζωής. Και υπάρχει παντού. Χωρίς ρυθμό έχεις αρρυθμία. Αυτό είναι ή εξελίσσεται σε πάθηση. Λοιπόν, διαπιστώνω πως αδυνατώ να ξεφύγω από τις πολυσημίες και την αλληγορία. Νομίζω πως η ίδια η ζωή είναι μία αλληγορία και η τέχνη γίνεται προσωπικός φιλτραρισμένος καθρέφτης, τον οποίο δείχνουμε και μοιραζόμαστε, ίδια πύλη μετάβασης σε άλλες διαστάσεις. Γίνεσαι ένα με το έργο σου. Το αναπνέεις και σε αναπνέει. Ο ρυθμός του είναι ο δικός σου ρυθμός τη στιγμή που το φτιάχνεις. Όταν έχεις καλό συγχρονισμό με αυτό, το μεταδίδεις στη ροή του.

Γράφεις/κινηματογραφείς για να θυμηθείς ή για να ξεχάσεις;
Ι.Λ.: Για να μεταβολίσω και για να κατανοήσω τον κόσμο, εμένα, την ανθρώπινη κατάσταση. Οπότε ψάχνοντας ξαναθυμάμαι, αν κάτι έχει αρχειοθετηθεί από καιρό ή έχει τυχόν παραπέσει, και ό,τι αποτυπώνεται σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο τακτοποιείται στο χρονοντούλαπο. Απελευθερώνομαι, χωρίς να ξεχνάω. Αν κάτι επανέρχεται για κάποιον λόγο, είναι πάντα ιδωμένο από άλλη οπτική.

Υπάρχει κάποια σκηνή ή φράση από έργο σου που ακόμη σε συγκινεί;
Ι.Λ.: Πολλές. Ίσως γιατί με συνδέουν με το μεταβολισμένο συναίσθημα σε αυτές και με τους ανθρώπους οι οποίοι υπήρχαν γύρω μου όταν τις έγραφα. Μου έρχεται στον νου πληθώρα από έργα ανέκδοτα. Αυτό εννοώ με το «απελευθερώνομαι, χωρίς να ξεχνάω». Τα φανταστικά πλάσματα ησυχάζουν όταν τους δίνεται ο λόγος. Ενώ τα ανέκδοτα δεν έχουν μιλήσει ακόμα και μέσα μου κραυγάζουν.
Θα σου ανοίξω, όμως, μία ελπιδοφόρα σχισμή, ρίχνοντας ανεμογέφυρα από το ένα άκρο στο άλλο, από το επόμενο βιβλίο μου, που έρχεται από τις εκδόσεις Κοντύλι, με τίτλο «Ερωτικές δυστοπίες». Σε αυτό, οι ήρωες ήρθαν αντιμέτωποι με δράκους και με τον εαυτό τους, καταφέρνοντας να κάνουν διαφόρων ειδών υπερβάσεις, όπως είναι η διατήρηση της ελπίδας και το άνοιγμα στον άλλον: «Έρχεται αυτή η αναθεματισμένη στιγμή που νομίζεις ότι αναθάρρησες και σου αποκαλύπτει ότι το "νομίζω" είναι μία αποτυχημένη επιλογή λέξης, όταν "αγνοείς" πως "δεν γνωρίζεις τίποτα". Βλέπεις την αλήθεια να επικάθεται πάνω σου, ίδια σκουριά, και τότε καταλαβαίνεις γιατί τόσα χρόνια το διαμάντι είχε μείνει ένα σκληροκέφαλο κοτρόνι που σε καταπόντιζε στην άβυσσο.» και
«Κι εγώ για σε
[…]
μια φωτιά
[…]
Που σε κάνει να πετάς.
Σε κάνει να θες να τολμάς.
Σε κάνει, σαν τρελός,
άφοβα να μπορείς ν' αγαπάς.
[…]
Έρχεσαι; Σε περιμένω. Είμαι εδώ.»
Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που σου έχει αποκαλύψει η τέχνη; Ή ίσως όχι ακόμα;
Ι.Λ.: Είμαστε σε διαρκή διάλογο, απαιτητικό, αποκαλυπτικό και ανακουφιστικό συνάμα. Το «α» της αλήθειας στον κύβο. Κάθε φορά, ως δύτης, ανακαλύπτεις το κομμάτι της αλήθειας που χρειάζεσαι ή που αντέχεις να δεις ενδεχομένως. Ίσως το ότι όλα είναι κίνηση, ακόμα και όταν δεν φαίνεται να είναι, και το ότι δεν υπάρχει παρά μόνο ζωή.

Τι σημαίνει για σένα «τέλος» σε μια ιστορία; Είναι πραγματικά το τέλος;
Ι.Λ.: Η ερώτησή σου έρχεται ως συνέχεια-συμπλήρωση της προηγούμενης. Όλα είναι κίνηση και ροή. Αλυσίδα ατελείωτη. Μετά παίρνουν τη σκυτάλη οι θεατές και οι αναγνώστες-συν-συγγραφείς, που γίνονται θεατές και κοινωνοί. Είναι αυτόνομες υπάρξεις τα έργα, πλάσματα με τη δική τους ζωή.

Fragmented by Ioulia Lymperopoulou

Γ.Μ.: Με αφορμή τα έργα Fragmented, 13 Strokes.. κ.λπ., που αναφέρονται ως υπαρξιακές δυστοπίες, ποια είναι η σχέση σου με το είδος της δυστοπίας; Τι είναι αυτό που σε προσελκύει σε αυτήν τη θεματική προσέγγιση και ποια είναι η άποψή σου για την ουτοπία;
Ι.Λ.: Σε ευχαριστώ πολύ που μου δίνεις την ευκαιρία, με αυτή την ερώτηση, να μιλήσω για ένα είδος το οποίο αγαπάω πολύ, όσο παράδοξο και αν ακούγεται.
Το είδος της δυστοπίας, το γέμισμα και το στήσιμό της με έχουν απασχολήσει σε πολλά γραπτά και έργα μου, πριν και μετά τη «Μουντζούρα», που γράφτηκε μεταξύ 2016 και 2017, και σε αυτό δεν με επηρέασε το διάβασμα άλλων δυστοπιών. Γιατί στη δημιουργική διαδικασία φτιάχνεις και ανακαλύπτεις δικούς σου κόσμους, δεν πας να κάνεις κάτι όπως το έχει κάνει κάποιος άλλος. Για μένα, δεν θα είχε νόημα αυτό. Δημιουργείς, αντίθετα, δικούς σου τρόπους, μοτίβα και εργαλεία. Θεωρώ δυστοπικά, για παράδειγμα, κάποια βιβλία που μπορεί να μην γίνονται αντιληπτά ως τέτοια, αλλά, αν μπεις στην κατάσταση των ηρώων, είναι καθαρή δυστοπία, κατά τη γνώμη μου, όπως «Η δίκη» και «Η μεταμόρφωση» του Κάφκα ή «Η πανούκλα» του Καμύ. Όπως είναι και οτιδήποτε υπαρξιακό ίσως.
Η δυστοπία δεν είναι καθαρό αστυνομικό ή θρίλερ, ούτε πρέπει οπωσδήποτε να έχει στο τέλος ανατροπή. Η δυστοπία σε στριμώχνει. Σου περιγράφει κάτι δυσάρεστο. Ανοίκειο ίσως. Έχει κάτι αλλόκοτο, παράλογο και ανορθόλογο. Σε καμία περίπτωση δεν απαιτείται ταχύτητα. Το αντίθετο μάλιστα. Μπορεί και να σου επιβάλει την τέλεια –φαινομενικά– ακινησία, όπως μία πραγματική ή φανταστική φυλακή. Κινείται στο φάσμα του φανταστικού, που χωράει πολλά, και αυτό μου αφήνει πολλαπλό περιθώριο δράσης. Συνδυάζει στοιχεία άλλων ειδών η δυστοπία, είναι πλούσια, αποκαλυπτική και περιπετειώδης, γι' αυτό μου αρέσει.
Στη λογοτεχνία υπάρχουν αναγκαστικά συμβάσεις, ωστόσο, και ίσως το είδος της δυστοπίας έχει στοιχεία που την ορίζουν ως τέτοια. Πιο ειδικά, θεματικά αντλώ έμπνευση φιλτράροντας από τη μελέτη της ανθρώπινης κατάστασης, την κατεξοχήν δυστοπία. Οι αληθινές δυστοπίες δημιουργούνται και βιώνονται στη ζωή. Εκεί δεν υπάρχουν κανόνες. Και το απρόβλεπτο είναι το πιο τρομακτικό για τη θνητή μας φύση, για την οποία ο έλεγχος είναι οριακά μία καθησυχαστική δικλείδα ασφαλείας.
Κάπως έτσι έγραψα τη «Μουντζούρα», πειραματιζόμενη. Έθεσα τους δικούς μου «κανόνες», καθώς η λογοτεχνία δεν είναι ζωή, είναι κάτι ελεγχόμενο. Τη θεματική μου «βιβλιοθήκη» αποτελεί η ίδια η μελέτη κυρίως ιστορικών θεσμών, περιόδων, παρεμβατικών συμπεριφορών, διαστροφών κ.λπ.: Φυλακή, εξορία, παγκόσμιοι πόλεμοι, χαρακώματα, πυρηνικές καταστροφές, Τσέρνομπιλ, πολιορκίες, εμφύλιοι, Ψυχρός Πόλεμος, κακοποίηση, ανηθικότητα, παιδεραστία, καταστροφή της φύσης κ.ά.
Ουτοπίες είναι ίσως τα αισιόδοξα παραμύθια. Όταν όμως δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει ζωή, σε αποξενώνει η «λογική» του escapism, και δεν ξέρω κατά πόσο είναι αυτό λειτουργικό. Είναι χρήσιμες, αλλά για λίγο, ώσπου να περάσει η μπόρα. Οι εξιδανικεύσεις κρύβουν τον κίνδυνο της στασιμότητας μέσα από το λίμνασμα στην επανάπαυση. Σε μένα αρέσει η κίνηση.

Ποιες είναι οι κύριες δυσκολίες όταν προσπαθείς να συνδυάσεις την ιστορική ακρίβεια με την καλλιτεχνική ελευθερία; Έχουν υπάρξει φορές που έχεις αναγκαστεί να θυσιάσεις το ένα έναντι του άλλου;
Ι.Λ.: Στο γράψιμο αγαπώ πολύ το σβήσιμο. Έχεις σε κάθε περίπτωση να πεις μία ιστορία και κάνεις ό,τι χρειάζεται για να εξυπηρετήσεις το θέμα σου, ώστε να φτάσεις στον στόχο σου. Αν σου περισσεύουν ρετάλια, φύλαξέ τα και ράψε κάτι άλλο. Οικιακή οικονομία.
Σε τι είδος αναφέρεσαι, όμως; Σε έργο που κάνει αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων ή που εμπνέεται από αυτά; Επί το πλείστον, δεν γράφω ιστορικό διήγημα ή μυθιστόρημα. Αν γράφεις ή γυρίζεις μία βιογραφία, ωστόσο, ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα/έργο κ.λπ. με σαφή χαρακτηριστικά, ίσως χρειάζεται να κινηθείς πιο περιορισμένα ή να πρέπει να διευκρινιστούν κάποια όρια εξαρχής. Στο είδος του φανταστικού, το οποίο νιώθω ότι πιο συστηματικά υπηρετώ, εμπνέεσαι, δανείζεσαι, αναδημιουργείς, ανασυνθέτεις, δεν κάνεις αναπαράσταση. Η τέχνη δεν είναι ντοκιμαντέρ, αλλά ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να γίνει με τέχνη. Εξαρτάται από το τι θες να κάνεις και πώς.
Μπορεί να τοποθετήσεις μία ιστορία στο πλαίσιο της Κατοχής, για παράδειγμα, καθρεφτίζοντας εξωτερικά και αδρά την εποχή, και να παρουσιάσεις τους κατακτητές ως βαμπίρ, φτιάχνοντας μία αλληγορία, όπου θα έχεις όλο το περιθώριο να ξεφύγεις από την «ακρίβεια», στο εσωτερικό της ιστορίας. Η λέξη «ακρίβεια» με αφήνει λίγο αμήχανη, γιατί μιλάμε για τέχνη που είναι ένας μεταμορφωτικός καθρέφτης της ζωής. Η γοητεία συχνά βρίσκεται στην ασυμμετρία, χωρίς να σημαίνει πως δεν γνωρίζεις ανατομία. Αναδημιουργείς μία δική σου εσωτερική αλήθεια, που δεν έχει την ακρίβεια της πραγματικότητας, αλλά στο φανταστικό της σύμπαν είναι αληθινή.
Στην τέχνη ψάχνεις αντανακλάσεις της ιστορικής πραγματικότητας, που σφυγμομετρούν την ένταση των καταστάσεων, καταγράφουν αποχρώσεις, αλλά όχι με το στεγνό ζύγισμα του εργαστηρίου. Και, έχοντας κάνει μεταπτυχιακή εργασία σχετική με τις απηχήσεις, επιδράσεις και προβολές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και του εθνικοσοσιαλισμού στο έργο των γερμανόφωνων συγγραφέων, να σου πω ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να φιλτραριστεί η ιστορική πραγματικότητα, τόσο ως απόσταγμα όσο και ως ενστάλαξη. Οπότε χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα αν κάποιος θέλει να γράψει μία λογοτεχνική ιστορία τοποθετημένη σε μία χι εποχή ή να γράψει μία ιστορική πραγματεία. Κάθε ανθρώπινη πράξη, άλλωστε, που περνάει διαρκώς σε ό,τι ονομάζεται παρελθόν είναι ιστορία. Είναι ένα τρένο με βαγόνια διαρκώς εν κινήσει. Κάτι, λοιπόν, δεν είναι ιστορικό επειδή γράφτηκε για μία άλλη εποχή ή σε μία άλλη εποχή. Αυτό είναι σύμβαση. Στην εργασία μου, για να γίνω πιο συγκεκριμένη, μελετούσα κείμενα ανθρώπων που περιέγραφαν την εποχή τους και το πρόσφατο παρελθόν τους. Όλα είναι ιστορικά, εξαρτάται από ποια οπτική θα τα εξετάσεις. Εκείνοι δεν χρειάστηκε να μελετήσουν το στημένο σκηνικό τους, γιατί ήδη το ζούσαν. Και ενδεχομένως να περιέγραφαν το κέλυφος και να κινούνταν άνετα στον ιστό του πολύ καλά ακριβώς γιατί τα γνώριζαν. Ο Simenon, ας πούμε, τοποθετεί τις ιστορίες του στην εποχή που λίγο πολύ ζούσε. Τα «σκοτεινά» «σκληρά» του είναι για μένα τα καλύτερά του. Αν προσπαθήσεις να γράψεις σήμερα για την εποχή του, χρειάζεται να την μελετήσεις. Για εκείνον ήταν βίωμα. Και τα δύο έχουν ιστορική αξία, όμως. Όλα με τον τρόπο τους και τηρουμένων των αναλογιών, με τα όρια που θέτεις και βάσει αναζήτησης, και ως μελετητής και ως δημιουργός, μπορούν να χρησιμεύσουν ως ντοκουμέντα. Το δικό του για τη δική του εποχή και το δικό σου για τη δική σου εποχή ή για το πώς εσύ και οι σύγχρονοί σου αντιλαμβάνεστε μία άλλη εποχή ή γιατί νιώσατε την ανάγκη να την διερευνήσετε κάποια δείγματα προσέγγισης. Ερευνητικά, νομίζω, αναζητάμε το τι αντανακλά ένα λογοτεχνικό γραπτό για την εποχή του, ακόμα και αν αναφέρεται σε μία άλλη εποχή. Γιατί η έρευνα που θα έχει κάνει κάποιος για να το γράψει προκύπτει μέσα από το φίλτρο του. Αλλά το κάθε είδος υπηρετεί και τις στοχοθετήσεις του, για τον συγγραφέα λογοτεχνίας, λοιπόν, είναι η ιστορία του και οι χαρακτήρες του, τα υπόλοιπα είναι σκηνικό, στήσιμο και γέμισμα, για να πείσει.

Πιστεύεις στον ρόλο της τέχνης ως μέσον μνήμης και αποκατάστασης; Να φέρνει δηλαδή στο φως στοιχεία/πληροφορίες που η ιστορία είτε απέκρυψε είτε λησμόνησε;
Ι.Λ.: Στην επίσημη εκδοχή της ιστορίας, βρίσκεται και χάνεται ή αποκρύβεται και «ανακαλύπτεται» εκ νέου ό,τι εξυπηρετεί το επικρατούν σύστημα σε κάθε περίοδο. Αλλά η ιστορία υπάρχει παντού, είμαστε εμείς σε ό,τι κάνουμε, το καθετί είναι ιστορία. Και η τέχνη είναι κομμάτι ιστορίας και συχνά υπάρχουν επιμελώς «κρυμμένα» στοιχεία μέσω συμβόλων στην τέχνη, που έγιναν σύμβολα και γιατί δεν τους «επιτρεπόταν» να υπάρξουν αλλιώς στην εποχή τους. Για μένα το ερώτημα είναι και το αν διαθέτουμε κάθε φορά τα κατάλληλα εργαλεία, τη γνώση, για να ξεκλειδώνουμε τα σύμβολα και τα μηνύματα. Η τέχνη είναι γεμάτη συμβολισμούς. Αλλά ο χρόνος περνάει, αλλάζουν οι γενιές και μεταβάλλονται τα νοήματα. Οι βασικές λειτουργίες, όμως, όπως η ανάγκη έκφρασης, διαφύλαξης και επιβίωσης, παραμένουν. Για αποκατάσταση δεν ξέρω, γιατί χρειάζονται και επιπλέον διαδικασίες ή προϋποθέσεις: συνειδητότητα, επεξεργασία, παραδοχή, αποδοχή κ.λπ., αλλά το να κρυφτεί κάτι σε κοινή θέα μέσω συμβόλων προκειμένου να διασωθεί σαφώς. Έχει συμβεί και συμβαίνει, δεν το «πιστεύω», το αποδεικνύει η ιστορία της τέχνης.

Τα ποιήματα αλλά και τα διηγήματα, που κατά καιρούς δημοσιεύεις σε διάφορα περιοδικά, έχεις σκεφτεί ποτέ να τα συγκεντρώσεις όλα μαζί σε μία, ας πούμε, συλλογή;
Ι.Λ.: Είναι μία πρόταση την οποία μου έκανε περίπου πριν από δύο χρόνια ο Δημήτρης Παντελής, ο εκδότης των εκδόσεων Κοντύλι, με τον οποίο συνεργαζόμαστε, και είναι στα μελλοντικά σχέδια. Στο μεταξύ, έρχονται άλλα βιβλία.

Ποιο είναι για σένα το επόμενο βήμα; Υπάρχει κάποιο θέμα, κάποια μορφή, κάποιο project που αισθάνεσαι ότι σε καλεί να το διερευνήσεις, αλλά δεν το έχεις ακόμα αγγίξει;
Ι.Λ.: Έχω καταπιαστεί με πάρα πολλά θέματα. Η συγγραφική και δημιουργική μου πορεία δεν έχουν καμία σχέση με την εκδοτική. Οι ρυθμοί δεν είναι ανάλογοι. Το ότι θα έρθουν και άλλα θέματα στο μέλλον μπορώ να το φανταστώ. Αυτό που με απασχολεί, προς το παρόν, είναι το να βρίσκω χρόνο να βγάζω και να προωθώ ό,τι ήδη υπάρχει, ολοκληρώνοντας ή διορθώνοντας παράλληλα projects που έμειναν με άνω τελεία, λόγω συγκυριών και γιατί μπήκαν άλλα πράγματα στη μέση –πάντα «μας βρίσκει η ζωή»– ώστε να βγουν, επιθυμώντας ταυτόχρονα να συναντηθώ και με ό,τι μέλλεται να γεννηθεί. Αφήνομαι στη δημιουργία, δεν αγχώνομαι, τα θέματα με βρίσκουν. Τα σημειωματάριά μου είναι γεμάτα με ιδέες.
Μπορώ να σου πω, όμως, ότι είναι προγραμματισμένα τα επόμενα βήματά μου και για τα βιβλία και για τις ταινίες, και δεν λέω κάτι παραπάνω, για να κυλήσουν.

Πώς βλέπεις τη σχέση σου με το κοινό; Όταν κάποιος διαβάζει τη Μουντζούρα ή βλέπει το Fragmented, τι ελπίζεις να αισθανθεί, να σκεφτεί, να αποκομίσει από την εμπειρία;
Ι.Λ.: Συναισθήματα και εικόνες. Και έμπνευση ακόμα. Το κοινό τα αγκαλιάζει. Με έχουν βρει κατά καιρούς αναγνώστες και άνθρωποι του χώρου στα φεστιβάλ κινηματογράφου που επισημαίνουν τη διαφορετικότητα σε ό,τι παρουσιάζω που τους ιντριγκάρει. Είναι ωραίες αυτές οι συναντήσεις. Τη «Μουντζούρα» αρκετοί έχουν χαρακτηρίσει ως «αξία» και εύχομαι στον χρόνο ολοένα να βρίσκει στο μονοπάτι της, τους αναγνώστες της. Έχει διαβαστεί πολύ και από άντρες, πράγμα που δημιουργεί ενδιαφέρουσα και σθεναρή αντίσταση στα στερεότυπα περί «γυναικείας λογοτεχνίας».

Αν έπρεπε να διαλέξεις μία λέξη για να περιγράψεις τη σιωπή σου, ποια θα ήταν;
Ι.Λ.: Δημιουργική.

Τι είναι η τέχνη για σένα, διαφυγή ή τρόπος επιβίωσης;
Ι.Λ.: Τρόπος ύπαρξης.

Υπάρχει κάποιος τόπος, αληθινός ή φανταστικός, στον οποίο επιστρέφεις συνεχώς στα έργα σου χωρίς να το καταλαβαίνεις;
Ι.Λ.: Θα σου μιλήσω με μία σκηνή και με ένα συναίσθημα, που προηγείται κάθε έργου. Όταν δημιουργώ, χαίρομαι σαν μικρό παιδί και αισθάνομαι πάντα το κοριτσάκι της Α' Δημοτικού που χανόταν κοιτάζοντας τις εικόνες στο βιβλίο «Η γλώσσα μου». Παραμένω πάντα αυτό το έκθαμβο παιδί στη δημιουργία, με την ίδια περιέργεια και με τον ίδιο ενθουσιασμό. Υπάρχει ένα νοερό κουκλοθέατρο στο μυαλό μου. Ανοίγει η μικρή αυλαία και εγώ παρακολουθώ.

Όταν ολοκληρώνεις ένα έργο, νιώθεις ότι κάτι τελειώνει μέσα σου ή ότι κάτι αρχίζει;
Ι.Λ.: Αλυσίδα είναι. Χαίρομαι το τέλος πλέον ως προεόρτιο νέας αρχής. Παλιότερα αυτή η μετάβαση μου προξενούσε το άγχος του κενού. Δυσκολευόμουν πολύ να επεξεργαστώ τον αποχωρισμό. Ευτυχώς μεγαλώνω! Όλα είναι ένα, ούτως ή άλλως.

Αν η ζωή σου ήταν μια ταινία, ποιο θα ήταν το τελευταίο πλάνο;
Ι.Λ.: Το χαρούμενο πέταγμα στον ορίζοντα. Ανάλαφρα, ανακουφιστικά, απελευθερωτικά. Πάλι τρία «α».

Τι θα συμβούλευες έναν νέο δημιουργό που φοβάται να εκτεθεί μέσα από τη δουλειά του;
Ι.Λ.: Ο φόβος είναι χρήσιμος, αλλά για την κωλότσεπη. Τον ακούς, δεν τον υπακούς, αλλιώς δεν προχωράς, σε αναχαιτίζει. Όλη η ιστορία είναι η υπέρβαση και η εξημέρωσή του. Με αυτό το θηρίο παλεύουμε, χρειάζεται να σε συμβουλεύει, όχι να σε τρομοκρατεί. Άρα και εσύ ενδυναμώνεσαι εσωτερικά και καλλιτεχνικά, για να του αποδίδεις τις σωστές διαστάσεις. Θέλει δουλειά. Είναι σαν τις σκιές στον τοίχο· όταν γιγαντώνονται πολύ, ανάβω το φως.

Φωτογραφία Ιουλίας Λυμπεροπούλου που κρατά το μυθιστόρημά της Η μουντζούρα

Ποια είναι η γνώμη σου για τον χώρο του βιβλίου στην ελληνική πραγματικότητα;
Ι.Λ.: Θέλω να σκέφτομαι πως υπάρχει ελπίδα. Γιατί μας διαμορφώνει ουσιαστικά το πού επιλέγουμε να αφιερώσουμε τον χρόνο μας, σε τι σχέσεις, σε ποιους ανθρώπους, σε ποια εργασία, σε ποιο περιβάλλον κ.λπ. Το βιβλίο προσφέρει ένα αντίβαρο στη διάσπαση της προσοχής και στο χάος, βοηθώντας την επιστροφή στο κέντρο, με τρόπο που λίγες δραστηριότητες μπορούν να το επιτύχουν. Το πιο σημαντικό, που δίνει ελπίδα, είναι το γεγονός ότι υπάρχουν και δάσκαλοι και γονείς οι οποίοι ενδιαφέρονται να εξοικειώσουν και να μεγαλώσουν το παιδί τους με το λογοτεχνικό βιβλίο, και όλα ξεκινούν από εκεί.

Κάποιος/α συγγραφέας που θαυμάζεις.
Ι.Λ.: Αν πρέπει οπωσδήποτε να ξεχωρίσω κάτι, θα μιλήσω για έργα. Τα ομηρικά έπη. Το καταλαβαίνεις καλά και εσύ με τον «Οδυσσέα» σου! Αγαπάω πολύ επίσης τον «Ερωτόκριτο» και τη γλώσσα του και τη «Θεία κωμωδία», που τη συνδέω με μία δύσκολη φάση όταν ήμουν 16 ετών, και με βοήθησε σε μία δοκιμασία διαβάζοντάς τη. Και το αρχαίο θέατρο. Ο φυσικός χώρος των θεατρικών κειμένων είναι η σκηνή. Αναμφισβήτητα. Όποτε πάω στο θέατρο, όμως, στήνω αφτί και ακούω το κείμενο. Είδος διδασκαλίας είναι άλλωστε. Και στο σπίτι μετά το διαβάζω όσες φορές θέλω. Ισχύει για πολλά θεατρικά έργα. Τα αρχαία κείμενα ιδίως, όμως, συμπυκνώνουν φιλοσοφικά και ψυχαναλυτικά τον πυρήνα της ύπαρξης. Δεν ξέρω πώς να το θέσω καλύτερα με λόγια. Με το κουκούτσι τέτοιων κειμένων έχω νιώσει ταύτιση και μεταφορά, σχεδόν μεταφυσική, και φαντάζομαι ότι δεν θα είμαι η μόνη. Πού το πάω πού το φέρνω, στην ποίηση και στο θέατρο καταλήγω.

Αφού ρέουν εντός σου, φυσική ροή θα το ονόμαζα αυτό. Έτσι δεν είναι; Αγαπημένοι σου από τον χώρο του κινηματογράφου; (ηθοποιοί, σκηνοθέτες κ.λπ.)
Ι.Λ.: Σε σχέση με τον κινηματογράφο, ανέφερα ήδη κάποιους κινηματογραφιστές παραπάνω. Θα σου συμπληρώσω ενδεικτικά, το τονίζω, και κάπως συνδυαστικά με έργα, όσο μπορώ, κάποιους επιπλέον σκηνοθέτες και ηθοποιούς ανάκατα, όπως μου έρχονται. Κάποιοι αναδείχθηκαν στο θέατρο κυρίως. Να σου πω επίσης ότι βλέπω ωραίες ταινίες ανερχόμενων και μη γνωστών στο ευρύ κοινό δημιουργών, στα φεστιβάλ όπου συμμετέχουν οι μικρού μήκους μου.
Ο Eduardo De Filippo (1900-1984): Αξία. Έγραφε επίσης και ποίηση. Όπως και ο Pier Paolo Pasolini (1922-1975) έγραφε πεζά και ποίηση. Μου αρέσουν οι πολυδιάστατοι αρτίστες, εκείνοι που έχουν μέσα τους κάρβουνο, που δεν τους χωράει ο τόπος και παραδίδουν καρπό. Λάκης Παπαστάθης (1943-2023): Για την τρυφεράδα του. Είχα την ευτυχή συγκυρία να τον γνωρίσω σε μία παρουσίαση βιβλίου του Γιάννη Κιουρτσάκη, πριν το πρώτο λοκντάουν. Άφησε και ωραία κείμενα. David Lynch (1946-2025): Πέραν των ταινιών του, τις οποίες ξαναβλέπω κατά καιρούς, το καλοκαίρι έκανα μία λιντσιάδα με τις σεζόν του Twin Peaks. Γελάω πολύ και με τις ιδιότυπες λεπτομέρειες στα έργα του. Για όποιον ενδιαφερόμενο, έβγαλαν ένα χορταστικό συλλογικό έργο οι εκδόσεις Κυψέλη, «David Lynch: Now it’s dark» (2025). Ο Ken Loach (1936-): Tαινίες σπαραχτικές ως αθέατες αλλά κοινώς γνωστές πραγματικότητες της διπλανής πόρτας. Νίκος Κούνδουρος (1926-2017), ο «Δράκος» (1956), Rainer Werner Fassbinder (1945-1982), στριμώχνει εύστοχα, John Cassavetes (1929-1989), έκανε τέχνη τις ισκιομορφές του, επίσης από εκδόσεις Κυψέλη προτείνω το «Τζον Κασαβέτης: Μην πιστεύεις την αλήθεια» (2022), Αkira Kurosawa (1910-1998), πλούσια χρωματική παλέτα, Δημήτρης Αθανίτης (1963-), ο αρχιτέκτονας, Κωνσταντίνος Γιάνναρης (1959-), η φλόγα, Béla Tarr (1955-), ατμοσφαιρικός, απόκοσμη εσωτερικότητα, Semih Kaplanoğlu (1963-), ένα σφίξιμο στην καρδιά, Fatih Akin (1973-), περιπετειώδης και σαγηνευτικός, Bong Joon Ho (1969-), ευφυής κοινωνικός σχολιαστής, Wes Anderson (1969-), μου αρέσει η αισθητική του, με κάνει να γελάω, χειρίζεται μοναδικά τη λεπτομέρεια, Jim Jarmusch (1953-), ποιητικός, Claire Denis (1946-) και η συναρπαστική η προσωπική γραφή της, Sofia Coppola (1971-), τολμηρή με κομψότητα κ.ά.
Anna Magnani (1908-1973), παθιασμένη και ενστικτώδης, Gena Rowlands (1930-2024), συγκλονιστική, Sophia Loren (1934-, Sofia C.B.V. Scicolone), «La Ciociara» (1960) του Vittorio De Sica (1901-1974) και η αγαπημένη μου «Filumena Marturano», που βγήκε ως «Matrimonio all’italiana» (1964) σε σκηνοθεσία De Sica ό.π., βασισμένη στο θεατρικό του Eduardo De Filippo ό.π., που γράφτηκε το 1946 και έγινε ταινία από τον ίδιο το 1951 – στην ταινία του De Sica συμμετείχε στο σενάριο. Judi Dench (1934-), ήρεμη δύναμη, Δέσποινα Μπεμπεδέλη (1941-), καθηλωτική, Αλέκα Παΐζη (1919-2009), πλάσμα αέρινο, θα τη θυμάμαι πάντα στο ντοκιμαντέρ «Μακρόνησος» (2008) των Ηλία Γιαννακάκη (1968-) και Eύης Καραμπάτσου (1969-), Θέμις Μπαζάκα (1957-), είναι συγκλονιστικό το πορτρέτο της πίσω από της φυλακής τα κάγκελα στα «Πέτρινα χρόνια» (1985) του Παντελή Βούλγαρη (1940-), Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (1958-), δεν φοβάται να τσαλακωθεί, πειθαρχημένη, Kathy Bates (1948-), πολύπλευρη, Helen Mirren (1945-), τετραπέρατη, Kate Winslet (1975-), δουλεμένο ταλέντο, αφιερωμένη, Michelle Williams (1980-), ψάχνεται, μελετάει, μεταμορφώνεται κ.ά.
Θανάσης Βέγγος (1927-2011), η ευαισθησία του, ο θηροφύλακας στο «Όλα είναι δρόμος» (1998) του Παντελή Βούλγαρη ό.π., ο Μάνος Κατράκης (1908-1984), η μορφή του στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» (1984) και ο Marcello Mastroianni (1924-1996) στον «Μελισσοκόμο» (1986), αμφότερες του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1935-2012), Δημήτρης Καταλειφός (1954-), στα «Καβάφης» (1996) του Γιάννη Σμαραγδή (1946-) και «Θεόφιλος» (1987) του Λάκη Παπαστάθη ό.π., έχω διαβάσει και τις 3 ποιητικές συλλογές του, που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη, για τους φίλους της ποίησης, ο Μάκης Παπαδημητρίου (1975-), παρακολουθώ την πορεία του στον χρόνο, ωριμάζει όμορφα, Daniel Day-Lewis (1957-), μορφή, Willem Dafoe (1955-), δύναμη, Joaquin Phoenix (1974-), πολύπτυχο που κοχλάζει κ.ά.
Θέλω να κάνω μία ιδιαίτερη μνεία στην Agnès Varda (1928-2019), γιατί την αγαπάω ιδιαίτερα – είχε και ελληνική καταγωγή από τον μπαμπά της. Επισκέφτηκα τον Σεπτέμβριο του 2024, στη Βαρκελώνη όπου βρέθηκα για ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, μία καταπληκτική έκθεση-αφιέρωμα στη ζωή και το έργο της και ανακαλύπτω σταδιακά όλο και πιο πολύ μια νοερή συγγένεια μαζί της. Την απασχολούσε το παρελθόν, το μικρό, το καθημερινό, οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που κρύβουν όμως κάτι ξεχωριστό, το περιθώριο, είχε όραμα που το έφερνε στα μέτρα της και το επεξεργαζόταν έτσι που να αφορά και άλλους. Αναδεικνύει θέματα για τα οποία δεν είχε ενδιαφερθεί κανείς. Έχει και κάτι μητρικό στον τρόπο με τον οποίο τα αγκαλιάζει, το κάνει με αγάπη. Οι ταινίες της είναι υπνωτιστικές. Έχει πολύ χιούμορ επίσης. Είναι πειραχτήρι. Έπειτα, ξεκίνησε και εκείνη πειραματικά, με σπουδές ανάμεσα σε άλλα στη φωτογραφία, και χωρίς να έχει δει πολλές ταινίες τότε. Στο τελευταίο καμία σχέση, αλλά θέλω να πω πως φτάσαμε στην πλατεία Κινηματογράφου από τον μη συμβατικό δρόμο.
Για μένα, ο κινηματογράφος είναι και ένα πολυ-δρώμενο εικαστικό και παραστατικό, που υποστηρίζεται και ανοίγει από τα τεχνικά του κάθε μορφής μέσα, μπορεί να πάρει πάρα πολλές προεκτάσεις, και αυτές μου αρέσει να διερευνώ.
Γι' αυτό, έργα αγαπημένα είναι οι πρώτοι πειραματισμοί, οι ζυμώσεις, στις οποίες το εικαστικό κομμάτι και το θέατρο έπαιζαν έναν οργανικό, λειτουργικό ρόλο στο στήσιμο της ταινίας, ήταν σαν κινούμενες εγκαταστάσεις-παραστάσεις, χορογραφίες ακόμα οριακά, όπως τα «Le Voyage dans la Lune» (1902) του Georges Méliès (1861-1938), «The Cabinet of dr. Caligari» (1920) του Robert Wiene (1873-1938), «Nosferatu, eine Symphonie des Grauens» του F.W. Murnau (1888-1931), «Metropolis» (1927) του Fritz Lang (1890-1976). Δίνουν στη φαντασία φωτιά. Πέραν των μηνυμάτων ή και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας την οποία συναισθάνεσαι, και λόγω της εποχής δημιουργίας τους.
Καταλήγοντας και ξεκινώντας, εδώ, με αναφορά στο πολύ ιδιαίτερο «Attenberg» (2010) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη (1966-), ως ένας σύγχρονα χορογραφημένος αφηγηματικός κύκλος ζωής και θανάτου, να διευκρινίσω πως μου αρέσει να μιλάω με έργα, γιατί αυτά αφήνουν πίσω τους οι δημιουργοί.

Πρέπει να σου πω, πως έχουμε πολλούς κοινούς αγαπημένους από τον χώρο του κινηματογράφου και επίσης πως μου άρεσε πάρα πολύ αυτό το «λιντσιάδα». Θέλω όμως, να σε ρωτήσω: τι έχεις να πεις για όσα βιώνουμε ως ανθρωπότητα τα τελευταία χρόνια; Βιώνουμε μία δυστοπική πραγματικότητα;
Ι.Λ.: Πάντα βιώναμε δυστοπικές πραγματικότητες. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση δε το σπορ της αλληλοεξόντωσης συστηματοποιήθηκε, με πρώτο ευρύτατο πεδίο δράσης και παραγωγής μετα-αποκαλυπτικών εικόνων τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο εξής, η εξέλιξη πήγε επιταχυνόμενη σφαίρα.
Το θέμα είναι να βρούμε τον τρόπο να έρθουμε σε επαφή με τις εσωτερικές μας φωνές, να αποκαταστήσουμε τη σχέση με τη φύση, με τον εσωτερικό φυσικό ρυθμό, με τον σεβασμό για το περιβάλλον και τα ζώα, για τον εαυτό μας και για τον άλλον. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και είναι αναγκαίο το να καταφέρνουμε να συνυπάρχουμε σε ένα σύνολο όπου ο ένας να μπορεί να βοηθάει και να συμπληρώνει τον άλλον. Και η αποξένωση ένα είδος δυστοπίας είναι. Ο άνθρωπος είναι και ζώο κοινωνικό, δεν είναι εκ φύσεως και κατά κανόνα ένας υποδειγματικός ερημίτης. Δεν θα μπορούσε άλλωστε, θα τον έτρωγαν τα θηρία και θα εξαφανιζόταν. Τώρα θηρίο γίνεται το σύστημα το οποίο συναποτελούμε και αυτοτρωγόμαστε, σαν κόκκινα καβούρια σε κρίση.

Ετοιμάζεις κάτι καινούργιο τώρα;
Ι.Λ.: Φτιάχνω την τέταρτη μικρού μήκους ταινία μου, που εμπνέεται από την εικονογραφημένη μου ιστορία «Το μπάλωμα» (εκδόσεις Κοντύλι, 2025). Μιλάει για τη μεταμορφωτική δύναμη της ανάγνωσης και για τη γοητεία που ασκεί ο κόσμος της φαντασίας, ο οποίος είναι και θεραπευτικός.

Τι εύχεσαι για τους ανθρώπους;
Ι.Λ.: Αυθεντικότητα, κατανόηση, αυτοαποδοχή, ειρήνη, ηρεμία, καλοσύνη, επικοινωνία, υγεία, αγάπη και χαρά. Ευγνωμοσύνη και σεβασμό επίσης για ό,τι υπάρχει. Και πολλές ζεστές αγκαλιές, που είναι θεραπευτικές όσο το γέλιο και η χαρά. Έρχονται οι καρδιές κοντά με την αγκαλιά.

Πριν κλείσουμε, θέλεις/έχεις κάτι να πεις/συμπληρώσεις;
Ι.Λ.: Ότι νιώθω πολύ όμορφα μετά την ανασκαφή! Να το κάνουμε πιο συχνά. Ευχαριστώ πάρα πολύ για την εις βάθος συνέντευξη και για τη φιλοξενία στο koukidaki. Οι ερωτήσεις σου έχουν όλες πίσω τους έρευνα και μεράκι, όπως ό,τι κάνεις! Να είσαι πάντα χαρούμενα και επιτυχημένα δημιουργικός! Και καλή συνέχεια στο koukidaki βέβαια!

Ιουλία Λυμπεροπούλου

Ιουλία μου, σε ευχαριστώ, όπως σε ευχαριστώ και για αυτή την όμορφη συζήτηση. Είναι γνωστό άλλωστε και στους δυο μας, πως στις μεταξύ μας συζητήσεις, ελλοχεύει πάντοτε η... ανασκαφή! Οφείλω όμως, να προσθέσω, πως είναι οι απαντήσεις σου που έδωσαν το βάθος στο οποίο αναφέρθηκες, και ομολογώ πως τις καταχάρηκα. Σου υπόσχομαι πως θα επανέλθουμε και σου εύχομαι επιτυχία σε ό,τι κάνεις!



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Φωτογραφίες: Κατερίνα Χειλαδάκη