Στις 14 Δεκεμβρίου 1959, το θρυλικό πλοίο ΠΑΤΡΙΣ του Οίκου Χανδρή ένωσε για πρώτη φορά την Ελλάδα με την Αυστραλία. 1.000 επιβάτες Έλληνες που ο καθένας τους αποζητούσε μια καλύτερη ζωή σε μακρινό τόπο ήταν οι πρώτοι μετανάστες σε αυτήν τη γη. Μέσα σε είκοσι χρόνια, με αυτό το πλοίο, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από κάθε γωνιά της χώρας τους, έφτασαν στις ελληνικές γειτονιές μεγαλουπόλεων της αυστραλιανής ηπείρου, έφτιαξαν κοινότητες, εργάστηκαν, πρόκοψαν, μετέφεραν πατροπαράδοτες αρχές αλλά και παθογένειες. Επτά από τις δέκα ιστορίες που συγκέντρωσε και έγραψε ο Κώστας Κατσάπης σε βιβλίο έγιναν θεατρικό κείμενο και οι ήρωές τους ζωντανεύουν σε πρώτο πρόσωπο.
Το θέατρο Αγγέλων Βήμα πρωτοπορεί και φέτος με δυνατές προτάσεις και θεματικούς κύκλους που αγγίζουν το ευρύ κοινό. Το ζήτημα της μετανάστευσης, μάλιστα, είναι στην εποχή μας πιο επίκαιρο από ποτέ, αν και πραγματοποιείται υπό διαφορετικές συνθήκες και με άλλες αφορμές. Άνθρωποι, λοιπόν, που αποζητούν μια καλύτερη ζωή σε τόπο μακρινό, αφήνοντας πίσω τους αγαπημένα πρόσωπα, δυσκολίες, φτώχεια και ερήμωση μας καλούν στις ζωές τους, σε μια συγκινητική παράσταση γεμάτη αλήθειες, αντικειμενικότητα και ρεαλισμό. Μέσα από τις ιστορίες που ζωντανεύουν με ταλέντο ο εκφραστικός Γιάννης Ντάσιος, η χαριτωμένη Λίλη Τέγου και ο στιβαρός Γιάννης Τσιώμου ζούμε από κοντά τις συνθήκες άφιξης, εγκατάστασης, διαβίωσης και εργασίας των μεταναστών Ελλήνων και ταυτόχρονα τις ποικίλες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που βίωνε η Ελλάδα μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο, ειδικά η επαρχία όπου δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα όρθιο.
Τρεις ηθοποιοί σε πολλούς ρόλους φέρνουν κοντά μας τη Γεωργία και τον Πανάγο, τον Αρίστο, την Κική, τον Τζίμη, τον Γιώργο, τον Μάκη, την Άννα και πολλούς άλλους. Κυριαρχούν οι μονόλογοι που καταφέρνουν οι ηθοποιοί να τους ζωντανέψουν με ενάργεια και σωστά εκφραστικά μέσα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού, αν και οι διάλογοι, όπως είναι φυσικό, ήταν πιο ζωηροί και απολαυστικοί. Γνωρίζουμε λοιπόν τον κομμουνιστή, το ζευγάρι που ανησυχεί για την τύχη των παιδιών του, τον επικεφαλής της ομογένειας που πρέπει να είναι άμεμπτος, τον άντρα που κατάφερε να ξεφύγει από τα δύσκολα, τον άνθρωπο που βρίζει την ξένη γη από το πρωί ως το βράδυ, τη σύζυγο που περιγράφει μικρά και μεγάλα περιστατικά της οικογένειάς της και των φίλων τους στη γνωστή της κ.π.ά. Οι δεσμοί, οι φιλίες, οι σχέσεις, τα προξενιά, οι νύφες με τη φωτογραφία, τα σχόλια, τα γεγονότα, όλα ζωντανεύουν στην παράσταση χαρίζοντας εναλλάξ γέλιο, σκεπτικισμό και συγκίνηση. Πολλές φορές μάλιστα, ένιωσα σαν να έβλεπα τους ανθρώπους πίσω στην πατρίδα, γιατί μπορεί να άλλαξε ο τόπος αλλά, όπως σημειώθηκε και πριν, η νοοτροπία, η κουτοπονηριά και τα θέσφατα της ελληνικής κοινωνίας δεν βγήκαν από μέσα τους. Για παράδειγμα, όταν οι γονείς συζητούν να γράψουν στο χωριό να τους στείλουν νύφη για το παιδί τους κι ο πατέρας διστάζει, η μάνα είναι κάθετη: «Τι να κάνει η κοπέλα; Θα συνηθίσει. Αλλιώς, τι; Θα γυρίσει πίσω; Με τι μούτρα; Όλες συνηθίσαμε!».
Μεγάλο βάρος στις ιστορίες και κυριότερος λόγος φυγής αποτυπώνονται οι ζημίες, ηθικές και υλικές, από τους κομμουνιστοσυμμορίτες αλλά και η απηνής δίωξη των κομμουνιστών, κάποιοι εκ των οποίων δικτυώνονται στην Αυστραλία συνεχίζοντας το έργο τους με ό,τι αυτό συνεπάγεται και κάποιοι άλλοι παραμένουν ξένο σώμα στις ελληνικές κοινότητες, μιας και μαζί τους φτάνουν άνθρωποι που έχουν ορκιστεί σε αδικοχαμένες ψυχές να μην τους αφήσουν σε χλωρό κλαρί. Σε αυτό βοήθησε αρκετά και η συντηρητική και αυστηρά αντικομμουνιστική στάση του τέταρτου αρχιεπισκόπου Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας Ιεζεκιήλ (1913-1987) που σκιαγραφείται αδρά μέσα από χαρακτηριστικά περιστατικά. «Ο λόγος είναι εθνικός: όλα για την πατρίδα!» Με αφορμή επίσης διάφορες γιορτές και συνευρέσεις παρακολουθούμε διάφορους και διαφορετικούς χαρακτήρες που πολλές φορές συγκρούονται, κυρίως με θέμα την επιστροφή στην πατρίδα, μιας και κάποιοι άντεξαν, συνήθισαν στον ξένο τόπο και άλλοι, αν και αναγνωρίζουν πως ωφελήθηκαν, νοσταλγούν την Ελλάδα. Ναι, «ζώα φύγαμε και άνθρωποι γίναμε δω» αλλά «η ζωή είναι άνοστη, δουλειά - σπίτι και σπίτι - δουλειά», «το κρέας είναι άφθονο αλλά δεν έχει γεύση» και άλλες σκέψεις αποτελούν αφορμή για ενδοοικογενειακές συγκρούσεις που ζωντανεύουν παραστατικά χάρη στο ταλέντο των τριών ηθοποιών της παράστασης.
Έφυγες με το Πατρίς, μια συγκινητική και γεμάτη ποικίλα συναισθήματα παράσταση που παρουσιάζει στο κοινό τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων μεταναστών στην Αυστραλία της δεκαετίας του 1960 αλλά και το μετεμφυλιακό περιβάλλον της Ελλάδας στα χωριά της επαρχίας, με την πείνα, τη φτώχεια, τις διώξεις, τις καταστροφές. Μικρές ιστορίες απελπισίας, κουτοπονηριάς και πίστης στα ιδανικά, είτε της δημοκρατίας είτε του κομμουνισμού, αποτυπώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις συνθήκες της εποχής. Μονόλογοι και διάλογοι, ρεαλιστικά στιγμιότυπα δοσμένα με την ντοπιολαλιά των Ελληνοαυστραλών («μαρκέτα» η αγορά, «γουέτζα» ο μισθός, «φένσης» ο φράχτης κ.λπ.), ιστορίες που αλληλοσυμπληρώνονται και video wall με στιγμιότυπα αναχώρησης των μεταναστών με το Πατρίς φέρνουν δάκρυα στα μάτια και κάποιες φορές λίγο γέλιο. Θα ήθελα πάντως περισσότερες αναφορές και στο καθαυτό ταξίδι, όχι μόνο λίγα στιγμιότυπα που αναφέρονται σ' έναν μονόλογο, μιας και γέμισα απορίες: πώς περνούσαν 1000 άνθρωποι σ' ένα πλοίο επί 2 μήνες σχεδόν, τι έτρωγαν, υπήρχε διαχωρισμός θέσεων;
Μια αξιόλογη και δυνατή παράσταση που υποστηρίζεται από το λιτό σκηνικό της Νόνας Σούντη, την ταιριαστή μουσική του Φάνη Κακοσαίου, τα διαχρονικά ρούχα που επέλεξε η ίδια η ομάδα και τη σωστή σκηνοθεσία της Μαργαρίτας Δαλαμάγκα-Καλογήρου που διάλεξε και τις ιστορίες της παράστασης.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


