Διάλογος με τον Πεσσόα
Απέναντι στο βιβλίο της ανησυχίας
Γιάννη Σμίχελη
Στη ζωή μου, ως τώρα, κατέληξα πως δύο είναι οι πηγές της σοφίας που οδηγούν στη γνώση. Το συνειδητό βίωμα των αβίωτων και των θολών. Οι σκιές και τα σκοτάδια είναι συνήθως ακίνδυνα ή προστατευτικά μπροστά στο ανελέητο των πρώτων και στον βασανισμό της σύγχυσης των δεύτερων. Το σκοτάδι, ακόμη και του ασυνείδητου, της άγριας νύχτας, του υπογείου λαβύρινθου, έχει τον τρόπο αντιμετώπισής του, είναι πηγή δημιουργίας κι έμπνευσης αλλά δίχως τη Λυδία λίθο, την υποδομή, τον ρούκουνα, την πυξίδα της σκέψης, η γνώση καταντά πολυμάθεια και χαοτική περιφορά του τυφλού νου με αέναη παραγωγή αχταρμά. Η σκιά, επίσης, είναι μια ένδειξη, μια υποσημείωση, ένα ίχνος, σημάδι ύπαρξης αν και δεν φαίνεται πάντα η τελευταία, ωστόσο οδηγεί σ' αυτή. Με τα οδυνηρά, τα τραγικά, τις μη αντιστρέψιμες αποτυχίες, ο άνθρωπος μαθαίνει τα όρια και τις αντοχές του κι εμψυχώνεται από τις κατραπακιές και τις δυστυχίες και στις ομίχλες των περιστάσεων, στους καπνούς των καταστάσεων, στα εκτυφλωτικά φώτα των γεγονότων ακονίζεται η διαίσθηση, η ενσυναίσθηση και η αυτοσυνείδηση. Όσους ελασίτες γνώρισα κατείχαν όλες αυτές τις ικανότητες και η σοφία τους αποκαλυπτόταν κυρίως όταν εξομολογούνταν τις στραβές τους, την αδυναμία τους και προπαντός τις ευαισθησίες τους. Όταν πια τους γνώρισα για τα καλά κατέληξα πως δεν ήταν απλώς η ανάγκη, ο κοινωνικός αποκλεισμός, ο στιγματισμός, η πείνα... μα πρωτίστως μια αρχέγονη αίσθηση ανθρωπιάς, μια πεποίθηση στο δίκαιο των απαράγραπτων δικαιωμάτων τους στη ζωή, στην πίστη, στον ανθρωπισμό και στον άνθρωπο, τον ανθρώπινο τον θαρραλέο, σ' αυτόν που βρίσκει την αλήθεια, την ελευθερία και την ουσία του στον αγώνα για την προάσπιση των απόλυτων όρων της ύπαρξης μέσω του συλλογικού αγώνα για τη δικαιοσύνη. Αυτοί οι λαϊκοί γέροντες, χωρικοί με ελάχιστη εγγράμματη εκπαίδευση, με κύρια μέθοδο την αυτομόρφωση από την άμεση εμπειρία, ήταν πρώτα από όλα αγωνιστές της ζωής για την καθαυτή, την αυθεντική ζωή, την πραγματική, την αληθινή, και στρέφονταν κατά των πολεμιστών του θανάτου, εκείνων των υπάνθρωπων φονιάδων, γενοκτόνων που είναι παγιδευμένοι στη ζωούλα τους, την οποία νόμιζαν πως θα την εξασφαλίσουν συμπεριφερόμενοι σαν ανδρείκελα του Χάρου. Οι ελασίτες δεν ήταν κομμουνιστές με τους μαρξιακούς όρους του μανιφέστου· ελάχιστοι καταλάβαιναν τα κείμενα του ιστορικού υλισμού, αλλά πρωτίστως εξαιτίας μιας βαθιάς και αρχαϊκής ηθικής, άρρηκτα δεμένης με τη φύση και την αυτάρκεια την οποία παρέχει. Γι' αυτούς ίσχυε η αρχή: Όλοι οι άνθρωποι χωράνε να φάνε, να πιούνε και να ζήσουνε. Όλοι οι άνθρωποι είναι εκ γενετής ίσοι, με απαράγραπτα δικαιώματα στην αυτοσυντήρηση, την αυτοδιάθεση και τη δημιουργία.