Βρέθηκα στην παράσταση Ιστορίες πάθους, έρωτα, αγάπης στον Πολυχώρο τέχνης Alte Fablon χωρίς προσδοκίες θεατρικού εντυπωσιασμού και αυτό αποδείχθηκε το μεγαλύτερό της κέρδος. Από την πρώτη στιγμή έγινε σαφές ότι πρόκειται για μια βραδιά ακρόασης. Μια πρόσκληση να σταθείς παρών, να σωπάσεις και να αφεθείς στη φωνή και στη μουσική.
Ο σκηνικός χώρος ήταν λιτός και απολύτως λειτουργικός: ένα χαλί στο κέντρο, ένα μικρό τραπεζάκι με φωτιστικό, ένα ποτήρι νερό, το πιάνο. Τίποτα περιττό. Το χαμηλό, ζεστό φως δημιουργούσε την αίσθηση ενός οικείου χώρου, σχεδόν εξομολογητικού. Καθισμένη ανάμεσα σε λίγους θεατές, ένιωθα ότι οι ιστορίες δεν εκτυλίσσονταν μπροστά μου, αλλά απευθύνονταν άμεσα σε εμένα.
Η Ροδάνθη Δημητρέση, στην αφήγηση, στάθηκε με ακρίβεια και εσωτερικό ρυθμό. Η φωνή της καθαρή, γειωμένη, χωρίς θεατρικές εξάρσεις. Δεν επιδίωξε να καθοδηγήσει το συναίσθημα· μου άφησε χώρο να ακολουθήσω τις ιστορίες με τον δικό μου ρυθμό. Οι χειρονομίες της ήταν ελάχιστες, σχεδόν ανεπαίσθητες, σαν να γεννιούνταν από τον λόγο τη στιγμή που ειπώθηκε. Αυτό που με άγγιξε περισσότερο ήταν η εμπιστοσύνη της στη σιωπή εκεί όπου ο λόγος σταματά, αλλά η ιστορία συνεχίζει να δουλεύει μέσα σου.
Η μουσική και το τραγούδι της Έλσας Μουρατίδου λειτούργησαν ως ισότιμο αφηγηματικό επίπεδο. Η παρουσία της επί σκηνής ήταν σταθερή, οργανική, ουσιαστική. Και η φωνή της πραγματικά βρισκόταν σε άλλο στάδιο. Δυσκολεύομαι να τη χωρέσω σε λέξεις. Δεν ήταν απλώς τεχνικά άρτια· ήταν βαθιά βιωμένη. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθα ότι η φωνή της άνοιγε έναν χώρο μέσα μου, σιωπηλό αλλά φορτισμένο, όπου δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα άλλο. Δεν έντυνε τις ιστορίες· τις διαπερνούσε, τις επέκτεινε, τις άφηνε να αντηχήσουν.
Οι ιστορίες που ξεδιπλώθηκαν μιλούσαν για έρωτα, πάθος και αγάπη όχι με ευκολία ή ρομαντική διάθεση, αλλά ως υπαρξιακές καταστάσεις. Το φανταστικό και το αληθινό μπλέκονταν διακριτικά, χωρίς να ζητούν ερμηνείες. Ως θεατής, ένιωθα ότι δεν μου προσφερόταν μια απάντηση, αλλά μια εμπιστοσύνη: να σταθώ μέσα σε αυτό το υλικό και να το αφήσω να λειτουργήσει.
Ο φωτισμός παρέμεινε σταθερός, χωρίς δραματικές μεταβολές, υπογραμμίζοντας τις παύσεις, τα βλέμματα, τις σιωπές. Εκεί, σε αυτές τις σιωπές, ένιωσα να συμβαίνει το πιο ουσιαστικό κομμάτι της παράστασης. Ο σκηνικός χώρος δεν με καθοδήγησε· με φιλοξένησε.
Φεύγοντας από τον χώρο, δεν είχα την αίσθηση ότι είδα μια παράσταση. Είχα την αίσθηση ότι συμμετείχα σε μια εμπειρία ακρόασης. Μια συνάντηση λόγου και μουσικής που δεν προσπάθησε να με εντυπωσιάσει, αλλά να με αγγίξει αθόρυβα, με ακρίβεια και ειλικρίνεια.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


