Η Χριστίνα Κουλουκουντή είναι από εκείνες τις σπάνιες παρουσίες που δεν χρειάζονται θόρυβο για να γίνουν αισθητές. Αρκεί μια φωνή, μια μελωδία, μια φράση, που αιωρείται για λίγο παραπάνω στον αέρα. Με ρίζες που απλώνονται ανάμεσα στην Ελλάδα, την Αγγλία και την Αμερική, κουβαλά μέσα της μια ήρεμη, υπόγεια πολυφωνία, μια αίσθηση «ενδιάμεσου» που δεν τη διχάζει, αλλά την εμπλουτίζει.
Τη γνώρισα, όχι μόνο ως μουσικό, αλλά και ως άνθρωπο: με μια λεπτή ευαισθησία, μια ειλικρίνεια που δεν επιδεικνύεται και μια δημιουργική ανησυχία που δεν ζητά επιβεβαίωση.
Η Χριστίνα γράφει τραγούδια όπως άλλοι κρατούν ημερολόγιο με εικόνες, σκιές, μνήμες και μικρές, φωτεινές αποκαλύψεις. Στον κόσμο της, η θάλασσα επιστρέφει ξανά και ξανά, σαν μυστική καταγωγή και οι ιστορίες δεν λέγονται ποτέ μονοσήμαντα, αλλά ανοίγουν, όπως ο ουρανός τη νύχτα, σε «Stars Behind Stars Behind Stars».
Η παρουσία της στον δεύτερο τόμο Rock Around… Women! της τρίτομης rock εγκυκλοπαίδειας (εκδόσεις 24γράμματα, 2023 και 2024), δεν είναι απλώς μια καταγραφή, αλλά είναι μια υπενθύμιση ότι η μουσική μπορεί ακόμα να είναι χώρος αλήθειας, τρυφερότητας και σιωπηλής δύναμης. Και ότι κάποιοι άνθρωποι, όπως η Χριστίνα, δεν τραγουδούν για να ακουστούν, αλλά για να σε κάνουν να ακούσεις λίγο πιο βαθιά.
Η γνωριμία μου μαζί της και κατ' επέκταση η παρούσα συνέντευξη, έγινε μετά από πρόσκληση που μου έστειλε για να παρευρεθώ σε μια συναυλία της στο Λονδίνο. Πάμε να δούμε τι μας είπε...
Χριστίνα, συχνά αναφέρεσαι στο ότι έχεις «ένα τρελό ελληνικό όνομα», και το υπόβαθρό σου είναι μισό αγγλικό, μισό ελληνικό, με ισχυρές αμερικανικές επιρροές. Νιώθεις ότι αυτή η αίσθηση του να είσαι «ενδιάμεσα» έχει διαμορφώσει τον τρόπο που γράφεις και ακούς μουσική;
Χριστίνα Κουλουκουντή: Αν και η οικογένεια Κουλουκουντή ήταν πάντα αδιαμφισβήτητα ελληνική, το γεγονός ότι η μητέρα μου ήταν Αγγλίδα και ότι μεγάλωσα στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε ως αποτέλεσμα εγώ και τα αδέλφια μου να νιώθουμε έξω από την «πραγματική» ελληνική κοινότητα. Δεν είχαμε βλέπεις Γιώργο μου, τη γλώσσα, κάτι που ήταν μειονέκτημα. Πολιτισμικά, πάντα ένιωθα «ενδιάμεσα». Όταν ήμουν φοιτήτρια στην Αμερική, άκουσα για πρώτη φορά country μουσική (Johnny Cash, Dolly Parton, καθώς και Neil Young και Gram Parsons) και ένιωσα ότι είχα βρει τη «πραγματική» μου μουσική. Οι μελωδίες και οι μουσικές μου έδιναν την αίσθηση ότι είχα επιστρέψει στο μουσικό μου σπίτι. Όσον αφορά τη δική μου συγγραφή, πάντα ξεκινώ με την ιστορία, κάτι που είναι πολύ «country» προσέγγιση, φυσικά.
Αν και γεννήθηκες και μεγάλωσες στο Λονδίνο, τα καλοκαίρια σου στη Βόρεια Νέα Υόρκη φαίνεται να ήταν καθοριστικά. Τι ήταν αυτό στο τοπίο –και στον χρόνο εκεί– που άφησε τη country μουσική να διεισδύσει στη ζωή σου;
Χ.Κ.: Ήμουν πολύ τυχερή που πέρασα χρόνο στη Βόρεια Νέα Υόρκη ως παιδί, σε ένα μικρό χωριό στην περιοχή Adirondack High Peaks, που ονομάζεται Keene Valley. Είναι ένας πολύ ιδιαίτερος τόπος. Η γη χαρακτηρίζεται ως «αιώνια άγρια» και τα δασωμένα βουνά εκτείνονται όσο φτάνει το μάτι. Μόλις φύγεις από τα χωριά, δεν υπάρχει κανένα πολιτιστικό φίλτρο που να σε χωρίζει από τα δάση. Είναι τρομακτικό αλλά και ταυτόχρονα απαλό και όμορφο. Οι άνθρωποι υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον μέσα στους σκληρούς χειμώνες εκεί και το πνεύμα της κοινότητας είναι ισχυρό. Το σέβομαι απίστευτα και η αγάπη μου για τις μικρές κοινότητες προέρχεται από την εκτίμησή μου για αυτούς τους ανθρώπους. Φυσικά, οι πολλές μικρές κοινότητες των ελληνικών νησιών επιβιώνουν και ανθίζουν με παρόμοιο τρόπο.
Μετά το Brown University και έξι χρόνια στη Νέα Υόρκη, επέστρεψες στο Ηνωμένο Βασίλειο για να δημιουργήσεις τον πρώτο σου δίσκο. Κοιτώντας πίσω, τι αντιπροσώπευε εκείνη η στιγμή δημιουργικά για σένα;
Χ.Κ.: Όταν έφυγα από τις ΗΠΑ για να επιστρέψω στο Λονδίνο, είχα γράψει τραγούδια και εμφανιζόμουν σποραδικά για 8 χρόνια. Όταν έφτασα στο Λονδίνο, αφοσιώθηκα πλήρως στη μουσική και πήρα όλο το πράγμα πολύ πιο σοβαρά. Πριν από αυτό, νομίζω ότι περίμενα υποσυνείδητα την άδεια να επικεντρωθώ στη μουσική. Τώρα αποφάσισα ότι σήμαινε περισσότερα για μένα από οτιδήποτε άλλο και είχα την τύχη να βρω σπουδαίους μουσικούς για να γράψουμε και να παίξουμε μαζί. Όπως πολλοί καλλιτέχνες, δεν καταφέραμε να γίνουμε «μεγάλοι», αλλά είχαμε κάποια επιτυχία, όπως ζωντανές ραδιοφωνικές εμφανίσεις, θετικές κριτικές και φυσικά τη σύνδεση με το κοινό σε πολλές εμφανίσεις μας. Η συγγραφή μου αναπτυσσόταν και ήταν μια συναρπαστική και ικανοποιητική περίοδος.
Χριστίνα, ίσως να μην μπορείς να το δεις εσύ, αλλά για μένα έχεις ήδη γίνει «μεγάλη». Η ευαισθησία και η αλήθεια στη μουσική σου, καθώς και ο τρόπος που συνδέεσαι με το κοινό, είναι αυτό που ορίζει έναν πραγματικά «μεγάλο» καλλιτέχνη. Ο πρώτος σου δίσκος έκανε άμεσο αντίκτυπο κριτικά. Η πρώιμη αυτή αναγνώριση σου φάνηκε περισσότερο ενθαρρυντική, πιεστική ή ένα μείγμα και των δύο;
Χ.Κ.: Ποτέ δεν ένιωσα πίεση από τις επιτυχίες του πρώτου δίσκου. Φάνηκε σαν μια τεράστια παλάμη στην πλάτη, που μας έκανε ακόμα πιο αποφασισμένους να συνεχίσουμε, να βελτιώσουμε και να αναπτύξουμε τον ήχο μας. Οι κριτικές που με εντυπωσίασαν περισσότερο ήταν αυτές που κατάλαβαν τι προσπαθούσα να κάνω: να ηχογραφήσω τραγούδια που να ακούγονται και να αισθάνονται σαν κλασικά country/alt-country κομμάτια, αλλά με στίχους που θα τα διαπερνούσαν με τον δικό μου τρόπο. Κάποιος μου είχε πει κάποτε ότι τα τραγούδια τον χτύπησαν σαν γροθιά μέσα σε βελούδινο γάντι. Ένα υπέροχο κομπλιμέντο, νομίζω.
Υπήρξε μετά ένα μεγάλο διάστημα πριν το Stars Behind Stars Behind Stars. Πόσο σημαντικός ήταν αυτός ο χρόνος –οικογενειακή ζωή, ζωή στην ύπαιθρο, απόσταση από τη μουσική βιομηχανία– για τη διαμόρφωση του νέου δίσκου;
Χ.Κ.: Ποτέ δεν σχεδίασα να μου πάρει 10 χρόνια για να φτιάξω τον δεύτερο δίσκο. Σε όλη αυτή την δεκάχρονη χρονική διάρκεια, ήμουν απίστευτα απασχολημένη με δύο μικρά παιδιά και ανακαλύπτοντας πώς να ζήσω σε μια αγροτική κοινότητα. Επέστρεψα στη δημιουργία κεραμικής, την οποία ακόμα αγαπώ. Το να έχω τα χέρια μου στον πηλό ηρεμεί το μυαλό μου και μου επιτρέπει να βλέπω τη ζωή μου με μεγαλύτερη καθαρότητα. Έγραφα τόσο πολλές ιδέες για στίχους σε χαρτάκια με τα χέρια μου γεμάτα πηλό. Το να είμαι μακριά από τη μουσική βιομηχανία με βοήθησε να βρω τον δρόμο μου για να γράψω νέα τραγούδια χωρίς εξωτερική επιρροή. Είχα ένα υπέροχο συγκρότημα στην ύπαιθρο και συνεχίζαμε πρόβες και μικρές εμφανίσεις όλα αυτά τα χρόνια και αυτό με κρατούσε σε ισορροπία. Όπως θα σου πει κάθε γονιός, τα πρώτα χρόνια είναι κουραστικά και δύσκολα. Η πίεση επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής σου. Η μουσική με αναζωογονούσε και μου έδινε εστίαση ώστε να συνεχίσω να αναπτύσσομαι ως άτομο και ως καλλιτέχνης εκτός της οικογένειας. Είμαι πολύ ευγνώμων για τη σταθερή υποστήριξη του συζύγου μου που όλα αυτά τα έκανε δυνατά. Όταν τα τραγούδια ήταν έτοιμα, βρήκαμε ένα στούντιο κοντά σε ένα ανακαινισμένο αχυρώνα και αρχίσαμε να δουλεύουμε. Το project προχώρησε σχετικά εύκολα και ήταν μια χρυσή περίοδος για εμάς.
Η ύπαιθρος είναι πολύ παρούσα στη συγγραφή σου, αλλά δεν είναι ποτέ ιδεαλοποιημένη. Στο Too Long in the Country, εξερευνάς την ένταση μεταξύ της ικανοποίησης και της έλξης άλλων πιθανών ζωών. Είναι ένα συναίσθημα που σε επισκέπτεται ακόμα;
Χ.Κ.: Είμαι σίγουρη ότι πολλοί άνθρωποι κοιτάζουν πίσω στις επιλογές που έκαναν σε διάφορες διασταυρώσεις της ζωής τους με περιέργεια. Οι συνέπειες των αποφάσεών μας στο παρελθόν γίνονται αισθητές με έντονους τρόπους. Αυτό είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Το τραγούδι Too Long in the Country ήταν μια αντίδραση στην καθημερινή πραγματικότητα της οικογενειακής ζωής στην ύπαιθρο, με όλη της την ομορφιά και τις απογοητεύσεις. Τα παιδιά μου, John και Nell, είναι τώρα 20 και 18, κι ενώ εξακολουθούν να είναι πολύ κοντά μου, δεν εξαρτώνται από μένα με τον ίδιο τρόπο. Επιπλέον, αφού απομακρύνθηκα πια από τη νεότητά μου, ωφελήθηκα με απρόσμενους τρόπους από το να είμαι αναγκασμένη να μείνω σε ένα μέρος για 20 χρόνια. Με βοήθησε να αντιμετωπίσω τα ανήσυχα συναισθήματα, που με εμπόδιζαν να είμαι ήρεμη και συγκεντρωμένη, και μου απέδειξε ότι μπορώ να είμαι συνεπής και να συνεισφέρω στην κοινότητα γύρω μου. Τελικά, υπηρέτησα αυτή την κοινότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση και βοήθησα να οργανώσω ένα μεγάλο project για συγκέντρωση χρημάτων και ανακατασκευή της αίθουσας της κοινότητας στο χωριό μας. Είμαι υπερήφανη γι' αυτή την επίτευξη.
Η λογοτεχνία παίζει επαναλαμβανόμενο ρόλο στη συγγραφή σου – από την Iris Murdoch ως τον Peter May και τον Rudyard Kipling. Τα βιβλία λειτουργούν συνήθως ως σπίθες για τραγούδια ή μπαίνουν στη διαδικασία αργότερα;
Χ.Κ.: Έχω πάντα ένα τετράδιο μαζί μου. Συχνά γράφω φράσεις που ακούω στον δρόμο ή στίχους από βιβλία ή ποιήματα και τα χρησιμοποιώ αργότερα σε ένα τραγούδι. Τις περισσότερες φορές, το απόσπασμα δεν μπαίνει σε ένα τραγούδι με την ίδια ακριβώς μορφή (το «Stars behind stars» ήταν εξαίρεση), αλλά υπάρχει τόση έμπνευση εκεί έξω αν προσέξεις και ακούσεις. Πολύ συχνά χρησιμοποιώ εικόνες της θάλασσας για να εκφράσω τον εαυτό μου. Είναι φανταστικό να σκεφτεί κανείς ότι αυτό οφείλεται στο ότι η οικογένειά μου ήταν ναυτικοί και από ένα μικρό ελληνικό νησί (Κάσος). Δεν είμαι σίγουρη, αλλά για μένα βγάζει νόημα και ελπίζω κάπως να συνδέεται.
Ο τίτλος του άλμπουμ, Stars Behind Stars Behind Stars, προέρχεται από το βιβλίο της Murdoch The Sea, The Sea. Σου αρέσει αυτή η ιδέα των πολλαπλών επιπέδων;
Χ.Κ.: Τα πολλαπλά επίπεδα σημασίας είναι η εμμονή μου. Η αφήγηση της επιφανειακής ιστορίας είναι η πρώτη μου δουλειά, αλλά τα βαθύτερα επίπεδα πάντα περιμένουν να αποκαλυφθούν. Συνήθως, καθώς το τραγούδι προχωράει στο ρεφρέν, στοχεύω να τραβήξω το πάτωμα και να κατέβω στο υπόγειο. Σε ένα βαθύτερο δηλαδή επίπεδο νοήματος. Υπάρχουν πολλοί ταλαντούχοι συνθέτες που το κάνουν υπέροχα, αλλά όχι εγώ.
Ίσως εσύ να το βλέπεις έτσι, όμως εγώ ως ακροατής νιώθω ακριβώς το αντίθετο. Αυτή η μετάβαση σε βαθύτερα επίπεδα νοήματος είναι που κάνει τα τραγούδια σου τόσο ξεχωριστά. Για μένα, αυτό είναι δείγμα αληθινής ευαισθησίας και ταλέντου.
Χ.Κ.: Δεν είμαι πάντως, συνθέτης που προσπαθεί να καταστρέψει ή να πληγώσει.
Πολλά τραγούδια στο άλμπουμ φαίνονται βαθιά προσωπικά χωρίς να γίνονται ωμές ομολογίες. Πώς αποφασίζεις τι θα αποκαλύψεις και τι θα αφήσεις ανείπωτο;
Χ.Κ.: Επειδή τείνω να γράφω χρησιμοποιώντας πολλές εικόνες, η γυμνή αλήθεια πίσω από την έμπνευση του τραγουδιού συχνά καλύπτεται. Αυτό έχει το πλεονέκτημα να αφήνει την ερμηνεία ανοιχτή για το κοινό. Έχω γνωρίσει ανθρώπους που με έχουν πλησιάσει πολύ συγκινημένοι από ένα τραγούδι επειδή ταιριάζει τέλεια με αυτό που βιώνουν στη ζωή τους. Συνήθως δεν είναι η ίδια αφήγηση με την αρχική μου έμπνευση, αλλά ο τρόπος της συγγραφής μου, φαίνεται να επιτρέπει στους ανθρώπους να το κάνουν δικό τους. Είναι μεγάλη πάντως τιμή να παίρνεις τους ανθρώπους μαζί σου σε ένα ταξίδι. Ποτέ όμως, δεν το θεωρώ δεδομένο.
Είναι πράγματι μεγάλη τιμή και καταλαβαίνω πολύ καλά αυτό που λες. Το Girl, Sinking μιλά με σπάνια ειλικρίνεια για την κατάθλιψη. Ήταν δύσκολο να βγάλεις αυτό το τραγούδι προς τα έξω;
Χ.Κ.: Το Girl, Sinking δεν είναι ένα τραγούδι για το οποίο μιλάω συχνά και σε ευχαριστώ Γιώργο, που με ρωτάς γι' αυτό. Ήταν μια σκοτεινή περίοδος για μένα. Το να αποκαλύψω τόσο πολλά για τους αγώνες μου μέσα από το τραγούδι ήταν κατά κάποιο τρόπο μια ανακούφιση. Πολλοί άνθρωποι θα παραδεχτούν ότι το να κρύβεις την κατάθλιψη από τους γύρω σου είναι ένα επιπλέον βάρος και σίγουρα έτσι το ένιωσα κι εγώ. Έτσι, ενώ το να ερμηνεύω αυτό το τραγούδι με εξέθετε, ταυτόχρονα με βοήθησε να περάσω εκείνη την περίοδο. Μόλις το ξανάκουσα και νομίζω ότι είναι ένα καλό παράδειγμα ενός ωμού θέματος που φτάνει στο κοινό μέσα από ένα ανεβαστικό country τραγούδι. Λυπάμαι για τον άνθρωπο που ήμουν τότε και ανακουφίζομαι που μπορώ να πω ότι δεν νιώθω έτσι πια.
Η μητρότητα εμφανίζεται διακριτικά αλλά δυνατά σε όλο τον δίσκο. Το να γίνεις γονιός άλλαξε τον τρόπο που προσεγγίζεις τη σύνθεση των τραγουδιών;
Χ.Κ.: Η γονεϊκότητα με έκανε να θέλω να είμαι πιο δυνατή και πιο αταλάντευτη ως άνθρωπος. Όπως όλοι όσοι έχουν παιδιά, ήθελα να είμαι καλή μητέρα και αν αυτό σήμαινε να αντιμετωπίσω παλιά τραύματα και κακές συνήθειες, τότε ήθελα να τα αντιμετωπίσω για να απελευθερωθώ από αυτά. Η αγάπη και η στήριξη της οικογένειάς μου με αναγκάζουν να είμαι ειλικρινής στη γραφή μου, ακόμη κι αν αυτά που γράφω δεν με παρουσιάζουν πάντα με τον καλύτερο τρόπο. Η οικογένειά μου είναι αρκετά δυνατή για να το αντέξει και δεν φαίνεται ποτέ να με κρίνει. Πλέον, προσπαθώ οι στίχοι μου να είναι όσο το δυνατόν πιο ειλικρινείς. Αν υπάρχει μια φράση ή ένας στίχος που δεν είναι απόλυτα αληθινός, με κρατά ξύπνια όλη τη νύχτα μέχρι να βρω κάτι πιο αυθεντικό. Υπάρχει όμως, ένα ακόμη στοιχείο: πολύ λίγα πράγματα έχουν διασωθεί από τις γυναικείες φωνές των προηγούμενων γενεών της οικογένειάς μου. Υπάρχουν αρχεία γεμάτα υπέροχες ανδρικές ιστορίες και τα επιτεύγματά τους, αλλά οι γυναικείες φωνές απουσιάζουν. Αυτός είναι ένας ακόμα λόγος που επιδιώκω την ειλικρίνεια, ώστε οι μελλοντικές γενιές (αν ενδιαφερθούν) να μπορέσουν να ρίξουν μια ματιά μέσα στο μυαλό μου και να ακούσουν πώς ήταν να είμαι εγώ. Θα έκανα τα πάντα για να ακούσω προσωπικά τραγούδια ή ποιήματα γραμμένα από τις γιαγιάδες μου, αλλά δυστυχώς δεν άφησαν τίποτα. Δεν έχω βρει ακόμα το θάρρος να γράψω από τη δική τους οπτική, αλλά ίσως να το κάνω κάποια μέρα.
Στο On Deodar Road αναφέρεσαι στην ακαταστασία, τόσο τη φυσική όσο και την συναισθηματική. Πιστεύεις ότι η δημιουργικότητα ευδοκιμεί μέσα σε αυτή την αταξία ή είναι κάτι που προσπαθείς πάντα να βάλεις σε τάξη;
Χ.Κ.: Ο φυσικός μου χώρος είναι πάντα γεμάτος με μισοτελειωμένα projects και αυτό τρελαίνει τον σύζυγό μου. Ξεκινάω περισσότερα πράγματα από όσα θα μπορούσα ποτέ να ολοκληρώσω. Με ελκύει κάθε νέα πρόκληση σαν την καρακάξα που την ελκύει ένα λαμπερό αντικείμενο. Τη Δευτέρα θα ράψω ένα φόρεμα, την Τρίτη θα είμαι στο εργαστήριο κεραμικής, την Τετάρτη θα σχεδιάζω μια ιστοσελίδα, την Πέμπτη θα γράφω ένα νέο τραγούδι, και πάει λέγοντας. Έχω αποφασίσει ότι έτσι είμαι και δεν βλέπω πια τα ανολοκλήρωτα πράγματα ως αποτυχίες. Ποιον βλάπτει αν μένουν εκεί, μισοτελειωμένα, για χρόνια; Κανέναν. Η έλξη μιας νέας ιδέας, φωτεινής και λαμπερής στο πρωινό φως, είναι η χαρά της ζωής μου. Δεν μπορώ να της αντισταθώ. Είναι επίσης μέρος μιας διαδικασίας εξέλιξης. Ένας μουσικός μού είπε κάποτε: «Αν γράψεις εκατό τραγούδια, νομίζεις ότι το πρώτο θα είναι το καλύτερο; Μάλλον όχι. Αλλά όταν γράψεις εκατό, θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν όταν έγραψες το πρώτο; Όχι. Θα είσαι περισσότερος και καλύτερος στην τέχνη σου.». Όλα όσα κάνω με φέρνουν σταδιακά πιο κοντά στους στόχους μου.
Το συγκρότημά σου ζωντανά συνδυάζει μια μεγάλη ποικιλία οργάνων και υφών. Πόσο σημαντική είναι η συνεργασία για σένα σε αυτό το στάδιο της πορείας σου;
Χ.Κ.: Στάθηκα τυχερή που δούλεψα με μερικούς απίστευτα ταλαντούχους μουσικούς. Το γεγονός ότι θέλησαν να παίξουν τα τραγούδια μου μαζί μου το ένιωσα σαν ένα μικρό θαύμα. Είναι μία από τις μεγάλες χαρές της ζωής να δουλεύεις με ανθρώπους που φέρνουν το δικό τους πνεύμα και τη φαντασία τους σε ένα project. Δεν χρειάζεται ποτέ να ανησυχείς για τις μπασογραμμές ή τα σόλο της κιθάρας, γιατί βρίσκουν μόνα τους τον σωστό δρόμο. Για μένα, το να είσαι σε ένα συγκρότημα είναι ό,τι πιο διασκεδαστικό υπάρχει. Η συνεργασία και η κοινή χαρά είναι ανεκτίμητες.
Πολλά από τα τραγούδια σου φαίνεται να ζουν εκεί που η ομορφιά και η μελαγχολία συνυπάρχουν. Είναι αυτή η ισορροπία κάτι που αναζητάς συνειδητά ή απλώς αντικατοπτρίζει τον τρόπο που βιώνεις τη ζωή;
Χ.Κ.: Αυτή είναι η country μουσική Γιώργο! Είναι αλήθεια ότι με ενδιαφέρουν περισσότερο οι στιγμές στη ζωή όπου η λύπη και η ελπίδα διασταυρώνονται. Ο φόβος, η μετάνοια, οι οδηγίες της ψυχής και η λυτρωτική αγάπη… αυτά είναι όλα θέματα στα οποία επιστρέφω ξανά και ξανά. Δεν είμαι σίγουρη ότι έχω γράψει ποτέ για την καθαρή, αχαλίνωτη ευτυχία στην απλούστερη μορφή της. Αντίθετα, φαίνεται ότι αναζητώ σημεία όπου το φως υποχωρεί στο σκοτάδι. Ως άνθρωπος, μου λένε ότι φαίνομαι ενεργητική και θετική, οπότε ίσως είναι περίεργο που το ενδιαφέρον μου στη σύνθεση τραγουδιών πηγαίνει εκεί. Στις φιλίες μου τείνω να μην είμαι κοντά σε ανθρώπους με ακαταμάχητη αυτοπεποίθηση, προτιμώντας φίλους που είναι λίγο λιγότερο σίγουροι για τον εαυτό τους. Τους βρίσκω πιο ενδιαφέροντες.
Έχεις ζήσει σε πόλεις, χωριά και ανοιχτά τοπία. Πιστεύεις ότι τα τραγούδια ανήκουν σε μέρη ή μας ακολουθούν όπου κι αν πάμε;
Χ.Κ.: Τα τραγούδια μπορούν να μας μεταφέρουν σε άλλα μέρη. Όταν σηκώνομαι για να ερμηνεύσω ένα τραγούδι, για να αποδώσω τη συναισθηματική ένταση που απαιτείται για να συγκινήσω το κοινό, πρέπει να επιστρέψω στον τόπο και στο σημείο της έμπνευσής του. Κάποια από αυτά είναι καθαρά γεωγραφικά, ενώ άλλα βρίσκονται σε ένα συναισθηματικό τοπίο. Έτσι, τα μέρη είναι πολύ σημαντικά στα τραγούδια μου. Βρήκα τη μελωδία για το τραγούδι Roberton Moor όταν στεκόμουν μέσα σε ένα σκωτσέζικο ποτάμι μέχρι τα γόνατα, παίζοντας μία ξύλινη φλογέρα. Αρκεί να ακούσω λίγες νότες από αυτό το κομμάτι για να ξαναβρεθώ εκεί με το μυαλό μου.
Το Bloom φέρει μια ήσυχη φιλοσοφία για το να ανθίζεις εκεί που έχεις φυτευτεί. Είναι κάτι που έμαθες σταδιακά ή κάτι που έπρεπε να διδάξεις στον εαυτό σου ενεργά;
Χ.Κ.: Τη φράση «Bloom where you're planted» μου την είπε μια σοφή γειτόνισσα όταν μετακόμισα στην αγγλική ύπαιθρο. Ένιωθα σαν ψάρι έξω από το νερό και δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ και να κάνω φίλους. Στην αγγλική επαρχία, και ίσως ευρύτερα, οι περισσότεροι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν κοινά στοιχεία όταν συναντούν κάποιον νέο. Αν δεν βλέπουν τον εαυτό τους σε σένα, γυρίζουν το βλέμμα αλλού. Βρήκα αυτή την εμπειρία πολύ αναστατωτική. Τα λόγια της γειτόνισσας με βοήθησαν να ξεπεράσω την τάση να συμμορφωθώ και αντίθετα να παραμείνω υπομονετική και ανοιχτόμυαλη. Είκοσι χρόνια μετά, είμαι σίγουρη ότι ήταν η σωστή προσέγγιση.
Όταν ακούς τώρα το Stars Behind Stars Behind Stars, τι ξεχωρίζει πιο καθαρά: ο άνθρωπος που ήσουν τότε ή ο άνθρωπος που γίνεσαι;
Χ.Κ.: Όταν ακούω τώρα το Stars behind Stars μένω λίγο άναυδη. Οι στίχοι του είναι πραγματικά «εκτός». Θυμάμαι όταν το έγραψα, είχα στο μυαλό μου το φεγγάρι, μια σκάλα και τη θάλασσα από κάτω. Είναι ένα τραγούδι που δεν έχει βάση στην πραγματικότητα. Είναι ένα πυρετικό όνειρο, καθοδηγούμενο από τον ρυθμό. Το αγαπώ. Όταν το εκτελούμε ζωντανά, το συγκρότημα και εγώ γινόμαστε σχεδόν υποχθόνια υπνωτισμένοι. Δεν καταλαβαίνω πλήρως τι σημαίνει το τραγούδι. Αλλά για να απαντήσω στην ερώτησή σου, αφορά το ποια είμαι ή ποιοι είμαστε και ποιοι μπορεί να γίνουμε στο μέλλον. Μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα ανανέωσης.
Πού σε βρίσκει αυτή η περίοδος δημιουργικά; Γράφεις νέα τραγούδια ή αφήνεις ακόμα τον προηγούμενο δίσκο να «αναπνεύσει»;
Χ.Κ.: Γράφω πολλά αυτή την περίοδο και νιώθω ότι έχω πολλά να πω. Βρισκόμαστε στα μισά της ηχογράφησης ενός νέου άλμπουμ. Είναι αστείο που συμβαίνει 10 χρόνια μετά τον προηγούμενο δίσκο, όπως και την τελευταία φορά. Ο δημιουργικός μου κύκλος δεν είναι ακριβώς γρήγορος! Τα νέα τραγούδια είναι λίγο πιο αιχμηρά, θα έλεγα και είμαι πολύ ενθουσιασμένη γι' αυτά. Κάθε ένα από αυτά τα τραγούδια δημιουργήθηκε κυρίως μονομιάς, μέσα σε μια ή δύο μέρες δουλεύοντας μαζί. Σε γενικούς όρους, νομίζω ότι κοιτάζουν προς τα έξω και προς τα πάνω, περισσότερο παρά προς τα κάτω και πίσω όπως η προηγούμενη δουλειά μου. Ανυπομονώ να τα μοιραστώ.
Πώς μοιάζει αυτή τη στιγμή η καθημερινή σου ζωή ως μουσικός;
Χ.Κ.: Αυτή τη στιγμή περνώ μία ή δύο μέρες την εβδομάδα στο στούντιο δουλεύοντας με τον David Ogilvy, τον μακροχρόνιο συνεργάτη μου. Εκείνος παρήγαγε τον πρώτο μου δίσκο και συνέγραψε μαζί μου πολλά από τα τραγούδια του. Μετά την Covid-19, ξαναρχίσαμε να εμφανιζόμαστε μαζί, συνεχίζοντας από εκεί που σταματήσαμε. Τα τελευταία δύο χρόνια με έχει πείσει ασταμάτητα να έρχομαι στο Λονδίνο κάθε εβδομάδα για δουλειά. Αυτή τη στιγμή ολοκληρώνουμε τα πρώτα έξι τραγούδια, προσθέτοντας overdubs και κάνοντας το mixing. Ασχολούμαι, επίσης, μόνη μου με νέες ιδέες, βελτιώνοντας στίχους και ηρεμώντας το μυαλό μου ώστε να μπορώ να ακούσω τις σωστές αρμονίες ή ό,τι άλλο μπορεί να λείπει. Αν σιωπάς αρκετά, μπορείς να ακούσεις τι χρειάζεται.
Η ζωντανή εμφάνιση παραμένει ζωτικής σημασίας για τη σχέση σου με τη μουσική. Υπάρχουν συναυλίες ή εμφανίσεις στο άμεσο μέλλον;
Χ.Κ.: Παίζουμε μια φορά το μήνα στο Λονδίνο, σε έναν μικρό υπόγειο χώρο στο Soho. Είναι ένας μικρός, χώρος χωρίς παράθυρα, όπου έχουν παίξει πολλοί folk μουσικοί όλα αυτά τα χρόνια. Δεν χρησιμοποιούμε καμία ενίσχυση και νιώθεις ότι το κοινό είναι πολύ κοντά σου. Είναι αρκετά απαιτητικό να δώσεις παράσταση όταν είσαι τόσο κοντά στο κοινό. Αλλά το θετικό είναι ότι νιώθουν σαν να είναι μέσα στο μυαλό σου και εκτιμούν πραγματικά την ένταση. Συχνά κοιτάζω και βλέπω ανθρώπους με δάκρυα στα μάτια, συγκινημένους από ένα τραγούδι. Αυτές οι στιγμές είναι πραγματικά προνομιούχες.
Νιώθεις ότι ο χρόνος και η εμπειρία έχουν αλλάξει τον τρόπο που στέκεσαι στη σκηνή ή τον τρόπο που συνδέεσαι με το κοινό;
Χ.Κ.: Ακόμη αγχώνομαι πριν την εμφάνιση. Ελπίζω κάποια στιγμή να το ξεπεράσω, αλλά μετά από 30 χρόνια δεν κρατώ πια την ανάσα μου. Η διαφορά τώρα είναι ότι πιστεύω ότι μπορώ να κάνω αυτό που προσπαθώ και έχω μάθει ότι αν ζητήσεις βοήθεια, λαμβάνεις αμέσως τεράστια στήριξη. Σου δίνει τη δύναμη να συνεχίσεις, να φτάσεις τον στόχο. Παράξενη σημείωση: Όταν νιώθω αμήχανα, έχω την πιο παράξενη αίσθηση ότι τα χέρια μου είναι ξαφνικά ΤΕΡΑΣΤΙΑ και μεγαλώνουν κάθε λεπτό. Σαν να έχω δύο μεγάλα φτυάρια να κρέμονται από τα μπράτσα μου. Μετά από κάθε εμφάνιση, η κόρη μου με ρωτάει: «Πώς ήταν τα χέρια σου απόψε; Κανονικά;» και βάζουμε τα γέλια.
Κοιτώντας μπροστά, τι θα ήθελες ιδανικά να φέρει το επόμενο κεφάλαιο; Περισσότερη σύνθεση, περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις ή απλώς περισσότερο χώρο για δημιουργικότητα;
Χ.Κ.: Τα επόμενα τραγούδια (που θα ολοκληρώσουν τον δίσκο) είναι σχεδόν έτοιμα, οπότε το επόμενο βήμα είναι να μπούμε στο στούντιο στο Βόρειο Λονδίνο για ηχογράφηση. Μετά φινίρισμα και mix. Ανυπομονώ να περιοδεύσω με το νέο υλικό. Κοιτώντας πιο μακριά, η σύνθεση τραγουδιών θα είναι πάντα μέρος της ζωής μου. Ένας ακόμα μεγάλος στόχος ζωής είναι η βελτίωση των ελληνικών μου. Παίρνω μαθήματα εξ αποστάσεως για τρία χρόνια με την εξαιρετική Δήμητρα Τσίλη στο Eureka Greek Language School στην Αθήνα, που είναι φανταστικά υπομονετική μαζί μου. Φοβάμαι ότι δεν έχω ιδιαίτερη κλίση, αλλά ποτέ δεν θα τα παρατήσω! Επίσης, ασχολούμαι με το Hellenic Enclosure, ένα ιστορικό ελληνικό νεκροταφείο στο Λονδίνο. Ήταν το πρώτο ελληνικό νεκροταφείο στο Ηνωμένο Βασίλειο και χρειάζεται λίγη αγάπη και φροντίδα, οπότε οι συνεργάτες μου κι εγώ εργαζόμαστε σκληρά για να το διατηρήσουμε.
Τέλος, με τις ελληνικές σου ρίζες πάντα παρούσες –στο όνομά σου και ίσως πιο βαθιά– πώς νιώθεις για την ιδέα μιας ζωντανής εμφάνισης στην Αθήνα; Είναι κάτι που θα ήθελες να συμβεί;
Χ.Κ.: Πάντα ένιωθα Ελληνίδα, αλλά έγινε πιο απτό για μένα από το 2020, όταν επισκέφτηκα ξανά την Ελλάδα μετά από πολλά χρόνια και βασικά την Κάσο για πρώτη φορά. Περίμενα να φτάσω στο νησί των προγόνων μου και να σκεφτώ: «Τι όμορφο μέρος. Τι γοητευτικό!». Αντίθετα, ένιωσα σαν ένα τεράστιο αγκίστρι να με διαπερνάει στο στήθος. Μια έντονη και όχι εντελώς ευχάριστη αίσθηση. Είμαι ακόμα πάνω στο αγκίστρι. Ως μέλος της ελληνικής διασποράς, η ελληνικότητά μου δεν νιώθει πλήρως γνήσια. Και όμως, όλη μου η ζωή εκτός Ελλάδας με έχει αναγκάσει να γράφω το ελληνικό επώνυμό μου. Θυμάμαι ότι μετά από δύο μέρες στην Κάσο, εκείνη την πρώτη φορά, μια ηλικιωμένη κυρία με σταμάτησε στο δρομάκι. Χτύπησε τον ώμο μου με το μπαστούνι της, με κοιτούσε σκυθρωπά και ρώτησε: «Ποια είσαι;». Ψιθύρισα και της είπα το όνομά μου. «Αχ!», αμέσως χαμογέλασε, φαινομενικά ευτυχισμένη. «Και ποιος είναι ο παππούς σου;» Απάντησα «ο καπετάν Νικόλας». Κούνησε ενθουσιασμένα το κεφάλι. Ένιωσα αυτό το αόρατο βάρος του «διαφορετικού» να φεύγει από πάνω μου. Δεν χρειάστηκε άλλη εξήγηση, ήξερε ακριβώς ποια ήμουν, ακόμα κι αν εγώ δεν ήξερα. Ήταν μια υπέροχη στιγμή για μένα και έχει χρωματίσει τα συναισθήματά μου για την Ελλάδα έκτοτε. Φυσικά, είναι πολύ διαφορετικό να επισκέπτεσαι το νησί σου ως μέλος της διασποράς παρά ως μόνιμος κάτοικος, και δεν έχω αυταπάτες γι' αυτό. Είμαι επισκέπτρια εκεί, αλλά είμαι απεριόριστα ευγνώμων που με καλωσόρισαν και σκοπεύω να είμαι άξια της ζεστασιάς και της εμπιστοσύνης του νησιού. Το να παίξω τη μουσική μου στην Αθήνα θα ήταν απλώς υπέροχο. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει όρεξη για τη μουσική μας στην πόλη. Θα το απολαύσουμε. Θα θέλαμε επίσης να παίξουμε στη Σύρο (όπου βασιζόταν η οικογένειά μου όταν έφυγε από την Κάσο) και όπου καταλαβαίνω ότι υπάρχει ζωντανή πολιτιστική σκηνή. Θα ήθελα να περάσω χρόνο με το συγκρότημά μου στην Κάσο, γράφοντας και, ελπίζω, συνεργαζόμενη με τους πολλούς ταλαντούχους τοπικούς μουσικούς. Με εμπνέουν οι μελωδίες και το αίσθημα των παραδοσιακών κασιώτικων τραγουδιών, ακόμα κι αν δεν μπορώ, ακόμη, να εκτιμήσω όλους τους στίχους. Πέρυσι το καλοκαίρι άρχισα να ακούω το ελληνικό συγκρότημα Trio Trekke. Τους γνωρίζεις Γιώργο; Θα ήθελα να τους ζητήσω να παράγουν ένα τραγούδι για μας. Έχουν έναν τόσο εντυπωσιακό και μοναδικό ήχο. Αν διαβάσουν αυτό το κείμενο, ελπίζω πολύ να επικοινωνήσουν μαζί μου.
Χριστίνα, γνωρίζοντας πόσο πολύ είσαι πιεσμένη αυτή την περίοδο, σε ευχαριστώ για τον χρόνο σου. Η συζήτησή μας ήταν άκρως ενδιαφέρουσα και σου απαντώ ειλικρινά ότι το Trio Trekke δεν το γνώριζα – τουλάχιστον μέχρι την προηγούμενη ερώτηση. Να είσαι δε βέβαιη ότι υπάρχει όρεξη και ενδιαφέρον για τη μουσική σου στην πόλη μας. Σου εύχομαι ολόψυχα οικογενειακή ευτυχία και επαγγελματική επιτυχία.
Χ.Κ.: Γιώργο, σε ευχαριστώ κι εγώ πολύ για τις στοχαστικές σου ερωτήσεις. Ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα να τις απαντήσω. Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο στις προσπάθειές σου.
Κλείνοντας αυτή τη συζήτηση, μένει η αίσθηση ότι η Χριστίνα δεν ανήκει απλώς σε έναν μουσικό χώρο, αλλά σε έναν πιο εσωτερικό, σχεδόν αόρατο τόπο, εκεί όπου οι λέξεις συναντούν τη σιωπή και οι μελωδίες αποκτούν μνήμη. Η φωνή της δεν επιβάλλεται, αλλά σε πλησιάζει αργά, σε τυλίγει και, πριν το καταλάβεις, έχει αφήσει μέσα σου ένα ίχνος.
Σε μια εποχή που όλα τείνουν να γίνονται πιο γρήγορα, πιο δυνατά, πιο επιφανειακά, η παρουσία της λειτουργεί σχεδόν αντιστικτικά, ως υπενθύμιση ότι η ουσία βρίσκεται αλλού. Βρίσκεται στη λεπτομέρεια, στην ειλικρίνεια, στην υπομονή της δημιουργίας. Και ίσως γι' αυτό τα τραγούδια της δεν τελειώνουν όταν σβήνει ο ήχος, αλλά συνεχίζουν να αντηχούν, να μετακινούν κάτι μέσα σου και να σε καλούν να επιστρέψεις.
Αν αυτή η συνέντευξη είναι μια μικρή χαρτογράφηση του κόσμου της, τότε η πραγματική εμπειρία βρίσκεται εκεί έξω, στη ζωντανή στιγμή, στη σκηνή, στη συνάντηση. Και κάπου εκεί, ελπίζουμε σύντομα, στην Αθήνα.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


