Το ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο

Εκεί όπου σώπασε για πάντα ο μεγαλύτερος ρήτορας της Αθήνας


Ο γραφικός οικισμός του Πόρου, που καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος της μικρής νήσου Σφαιρίας από τα δυτικά

Ο Πόρος, στα νοτιοδυτικά του Σαρωνικού, είναι ένα πανέμορφο μικρό νησί, που οι λόφοι του είναι καταπράσινοι με πεύκα, ελιές, λεμονιές και πορτοκαλιές. Το όνομά του οφείλεται στο στενό θαλάσσιο πέρασμα που το χωρίζει από την Πελοπόννησο, από την ακτή του Γαλατά, όπου βρίσκεται το περίφημο Λεμονοδάσος, στο οποίο αναφέρεται το ομώνυμο λογοτεχνικό έργο του Κοσμά Πολίτη.

Ο Πόρος, με σήμα κατατεθέν τον Πύργο του Ρολογιού, που κτίστηκε το 1927 και δεσπόζει στην κορυφή του λόφου Καστέλι έχοντας πανοραμική θέα προς τον Γαλατά, με τα γραφικά στενά ανηφορικά δρομάκια του ανάμεσα σε λευκά νησιώτικα σπίτια, στολισμένα με γλάστρες γεμάτες λουλούδια, με τα πολλά νεοκλασικά και με τα ιδιαίτερης ομορφιάς ειδυλλιακά τοπία του, εντυπωσιάζει τον επισκέπτη. Αυτή την εντύπωση κι αυτή την ειδυλλιακή χαρά περιγράφει θαυμάσια ο Αμερικανός πεζογράφος Χένρι Μίλερ στο βιβλίο του για την Ελλάδα Ο Κολοσσός του Μαρουσιού, που εκδόθηκε το 1941 στο Λονδίνο.

Ο Πόρος αποτελείται από δύο μικρά νησάκια, που τα χωρίζει ένα κανάλι. Από την Καλαυρεία ή Καλαύρεια, που λέγεται ότι ονομάστηκε έτσι από τους καλούς ανέμους που δροσίζουν το καλοκαίρι το νησί και την κατά πολύ μικρότερη Σφαιρία, η οποία είναι ένα ηφαιστειογενές κομμάτι γης που προήλθε, όπως αναφέρεται, από έκρηξη του πανάρχαιου ηφαιστείου των Μεθάνων βορειοδυτικά του νησιού.

Στη Σφαιρία, που πήρε το όνομά της από τον μυθικό Σφαίρο, τον ηνίοχο του άρματος του Πέλοπα, που ο τάφος του βρίσκεται στον ναό του Αγίου Γεωργίου, είναι κτισμένος αμφιθεατρικά ο παραδοσιακός οικισμός του Πόρου. Εδώ, κατά τη μυθολογία, η πριγκίπισσα της Τροιζήνας Αίθρα, κόρη του βασιλιά Πιτθέα και μητέρα του θρυλικού ήρωα Θησέα, ίδρυσε το ιερό τής Απατουρίας Αθηνάς, όπου προς τιμήν της τελούνταν τα Απατούρια, που ήταν τριήμερες γιορτές με θρησκευτικό χαρακτήρα.


Το ιερό τού θεού των θαλασσών


Στην αρχαιότητα ο Πόρος ήταν ένα από τα ιερά νησιά του Απόλλωνα, αλλά αργότερα περιήλθε στον θεό των θαλασσών, τον Ποσειδώνα. Ο Παυσανίας διασώζει την παράδοση ότι αρχικά η Καλαυρεία ήταν ιερό νησί αφιερωμένο στον Απόλλωνα, ενώ οι Δελφοί (Πυθώ) ανήκαν στον Ποσειδώνα και αργότερα οι δύο θεοί αντάλλαξαν μεταξύ τους τις θέσεις.

Η εγκατάσταση του νέου θεού στο νησί επικυρώθηκε με την ανέγερση ενός ναού στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ., ψηλά σ' ένα πλάτωμα στο κέντρο της Καλαυρείας, σε υψόμετρο 190 μ., στη θέση Παλάτια, ανάμεσα στα βουνά Προφήτης Ηλίας και Βίγλα. Μια θέση με καταπληκτική θέα προς την Αίγινα, την Αττική και τις Κυκλάδες, απ' όπου μπορεί κανείς να διακρίνει στα βόρεια τον όρμο της Βαγιονιάς, με το αρχαίο λιμάνι του νησιού, που σήμερα είναι καταποντισμένο στη θάλασσα.

Κατά τον Στράβωνα εδώ στην Καλαυρεία ήταν η έδρα μιας Αμφικτιονίας, μιας ιερής συμμαχίας επτά πόλεων-κρατών. Οι πόλεις που την αποτελούσαν ήταν η Αθήνα, η Αίγινα, η Ερμιόνη, η Επίδαυρος, ο Ορχομενός των Μινύων, η Ναυπλία και η Πρασιάς. Εδώ συναθροίζονταν αντιπρόσωποι των επτά πόλεων, θυσίαζαν κι έπαιρναν αποφάσεις για κοινές θρησκευτικές και πολιτικές υποθέσεις, υπό την προστασία τού θεού των θαλασσών.


Το τραγικό τέλος του Δημοσθένη


Στην ιστορία αυτού του ιερού υπάρχει ένα γεγονός που το κάνει να διαφέρει από κάθε άλλο αρχαίο ιερό του Σαρωνικού. Το γεγονός συνδέεται μ' έναν άνθρωπο, όχι μ' έναν θεό. Το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία κατά την αρχαιότητα ήταν ένα από τα σημαντικότερα ιερά του θεού σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο. Ήταν ακόμα ένα φημισμένο ιερό άσυλο, που δεχόταν υπό την προστασία του όλους τους καταδιωγμένους.

Ο Στράβων και ο Παυσανίας αναφέρουν ότι μέσα στον περίβολο του ναού υπήρχε ο τάφος του Δημοσθένη, του μεγαλύτερου πολιτικού ρήτορα όλων των αιώνων.

Ο Δημοσθένης γεννήθηκε στην Αθήνα το 384 π.Χ. Σε ηλικία επτά ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Όμως οι κηδεμόνες του σπατάλησαν μεγάλο μέρος της πατρικής περιουσίας. Τότε, λέγεται, πως η ανάγκη να τους σύρει στα δικαστήρια, για να διεκδικήσει όσα του ανήκαν στάθηκε η αφορμή που τον έστρεψε στη ρητορική. Υπέφερε από τραυλισμό και αδύναμη φωνή. Η παράδοση θέλει να εξασκείται μιλώντας με βότσαλα στο στόμα πάνω από θορυβώδη κύματα, ώστε να δυναμώσει η φωνή του και να διορθωθεί η άρθρωσή του.

Ο Δημοσθένης, δεινός ρήτορας με σημαντικό έργο, ανέπτυξε πολιτική δράση κατά του Φιλίππου Β' και των Μακεδόνων, αγωνιζόμενος με πάθος για την πόλη του, την Αθήνα. Ήταν ο άνθρωπος που είχε αφιερώσει σχεδόν όλη του τη ζωή στην πάλη ενάντια στη μακεδονική επέκταση. Ήταν ο ρήτορας των Φιλιππικών λόγων, των 14 φλογερών πολιτικών λόγων, που εκφώνησε εναντίον του βασιλιά Φιλίππου. Ήταν η φωνή που για δεκαετίες προσπάθησε να κρατήσει την Αθήνα όρθια απέναντι στη Μακεδονία. Ακόμη και όταν ο Μ. Αλέξανδρος κατέκτησε όλον τον κόσμο, αυτός παρέμεινε στην αντιμακεδονική παράταξη, υπερασπιζόμενος την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και τη δημοκρατία.

Μετά τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου και τη συντριπτική νίκη των Μακεδόνων, με τον Αντίπατρο και τον Κρατερό, εναντίον των συνασπισμένων ελληνικών πόλεων στη μάχη της Κραννώνας στη Θεσσαλία, τον Αύγουστο του 322 π.Χ., κατά τον Λαμιακό πόλεμο, με πρόταση του φιλομακεδόνα ρήτορα Δημάδη, ο Δημοσθένης καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ήττα των Ελλήνων σήμανε και το δικό του τέλος. Και τότε ο αντιβασιλέας των Μακεδόνων Αντίπατρος έστειλε στρατιώτες για να τον συλλάβουν. Ο Δημοσθένης κατέφυγε ικέτης στο ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία, γνωρίζοντας τη μακρόχρονη παράδοση του τόπου ως άσυλο.

Η είσοδος του περιβόλου του Ναού του Ποσειδώνα και ό,τι απέμεινε από τον περίβολο του Ναού του Ποσειδώνα

Εκεί, μέσα στον ιερό περίβολο, τον εντόπισε ο Αρχίας, γνωστός στην εποχή του ως φυγαδοθήρας για τον ρόλο που είχε αναλάβει στο κυνήγι των εξόριστων ρητόρων. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αρχίας προσπάθησε να τον πείσει να βγει από το ιερό με λόγια συμφιλιωτικά, υποσχόμενος πως δεν θα πάθαινε κακό αν συνόδευε τους απεσταλμένους του Αντίπατρου. Ο Δημοσθένης τον κοίταξε ήρεμα και του απάντησε πως τώρα, επιτέλους, τον έβλεπε να υποκρίνεται ως ηθοποιός που ήταν –υπαινισσόμενος το παρελθόν του Αρχία ως τραγικού υποκριτή– μα ποτέ δεν τον είχε πείσει ούτε στη σκηνή, ούτε τώρα.

Καθώς οι άνδρες του Αρχία πλησίαζαν για να τον αποσπάσουν βίαια από το άσυλο, ο Δημοσθένης ζήτησε λίγο χρόνο, τάχα για να γράψει κάτι σε μια επιστολή. Αποσύρθηκε στο βάθος του ναού, έφερε στο στόμα του ένα καλάμι που κρατούσε δήθεν για να γράψει και δάγκωσε τη μύτη του σκεπτόμενος. Μέσα στο καλάμι είχε κρυμμένο δηλητήριο· κώνειο. Ζήτησε μια στιγμή ακόμα, κάλυψε το κεφάλι του με το ιμάτιο του και όταν οι φρουροί, νομίζοντας πως δείλιασε, τον κορόιδεψαν για τον φόβο του θανάτου, εκείνος, σύμφωνα με την παράδοση, πρόλαβε να πει πως δεν θα τους απογοήτευε σε καμία τραγωδία.

Ζήτησε να βγει από το ιερό πριν δράσει το δηλητήριο, ώστε ο θάνατός του να μη μολύνει τον χώρο του θεού. Πρόλαβε να κάνει λίγα βήματα προς την έξοδο και σωριάστηκε νεκρός μπροστά στον βωμό του Ποσειδώνα. Έτσι, ο τραγικός θάνατός του επισφράγισε τον απεγνωσμένο αγώνα του κατά του Μακεδόνα βασιλιά Φιλίππου.

Μετά από χρόνια οι Αθηναίοι τού έστησαν χάλκινο ανδριάντα στην αγορά της πόλης τους, με επιγραφή που θύμιζε πως αν η δύναμή του ήταν ίση με τη γνώμη του, ποτέ ο Άρης ο μακεδονικός δεν θα είχε κυριαρχήσει στους Έλληνες. Όμως, τα οστά του έμειναν θαμμένα στην Καλαυρεία, μέσα στον ιερό περίβολο του Ναού του Ποσειδώνα, εκεί όπου πέθανε, κάτω από το ίδιο εκείνο βλέμμα προς την Αττική, που σήμερα απολαμβάνει ο κάθε επισκέπτης που φθάνει εδώ, στο οροπέδιο με το ιερό του θεού των θαλασσών. Εδώ όπου ο αέρας αλλάζει, γίνεται πιο δροσερός, πιο καθαρός κι έχει μια ελαφριά αλμύρα που ανεβαίνει από τη μακρινή θάλασσα.

Το ρητορικό έργο του Δημοσθένη, οι δημόσιοι και οι δικανικοί λόγοι, οι Φιλιππικοί και οι Ολυνθιακοί, παραμένει ως σήμερα σημείο αναφοράς για τη ρητορική τέχνη, ενώ η στάση του απέναντι στη Μακεδονία τον καθιέρωσε στη συλλογική μνήμη ως σύμβολο αντίστασης στην ξένη κυριαρχία.


Περιηγητές και λογοτέχνες στον Πόρο


Πολλοί είναι οι περιηγητές και οι λογοτέχνες, Έλληνες και ξένοι, που επισκέφθηκαν τον Πόρο. Τους είχε μαγέψει όλους η ξεχωριστή ομορφιά και η μοναδική ατμόσφαιρα του νησιού με το ιδιαίτερο φως του.

Μεταξύ των Ελλήνων λογοτεχνών που επισκέφθηκαν το νησί και άφησαν το στίγμα τους είναι: ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης, ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, η διηγηματογράφος Ιουλία Δραγούμη, ο μυθιστοριογράφος Κοσμάς Πολίτης και οι σημαντικοί ποιητές Γιάννης Ρίτσος και Μίλτος Σαχτούρης.

Από τους ξένους λογοτέχνες ξεχωρίζουν ο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας Χένρι Μίλερ, που επισκέφθηκε τον Πόρο το 1939 και ο στενός του φίλος και σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ, που συνόδευσε τον Μίλερ στα ταξίδια του στην Ελλάδα. Ακόμα, καλλιτέχνες, όπως ο Λούσιαν Φρόιντ και ο Τζον Κράξτον, αγάπησαν τον Πόρο και συνδέθηκαν με τον κύκλο του Σεφέρη στο νησί.

Όσο για τους περιηγητές, ο Πόρος, γνωστός σ' αυτούς και με το αρχαίο του όνομα Καλαυρεία έγινε ο προορισμός πολλών Ευρωπαίων περιηγητών και διπλωματών, κυρίως μετά το 1600. Αρχαιολάτρες οι περισσότεροι από αυτούς γνώριζαν την ύπαρξη του ιερού του Ποσειδώνα με τον τάφο του Δημοσθένη στον περίβολό του, στη μνήμη του οποίου κατέφθαναν εδώ αναζητώντας τα ερείπιά του σαν ένα είδος προσκυνήματος. Ακόμα, το ότι το ιερό βρισκόταν ανάμεσα σε πυκνά πευκοδάση, μακριά από οικισμούς, έδινε στους επισκέπτες μια αίσθηση δέους και απομόνωσης, ιδανική για το πνεύμα του ρομαντισμού της εποχής.

Πέρα από την αναζήτηση του ιερού, οι περιηγητές που έφθαναν στο νησί παρατηρούσαν το περίφημο Λεμονοδάσος με τις χιλιάδες λεμονιές στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου, οι οποίες μοσχοβολούσαν σε όλο το στενό του Πόρου. Πήγαιναν ακόμη στο μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, στη νότια πλευρά του νησιού, ενώ μετά το 1828 επισκέπτονταν και τον Ναύσταθμο, καταγράφοντας τον Πόρο ως την πρώτη επίσημη ναυτική βάση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Οι σημαντικότεροι ξένοι περιηγητές που επισκέφθηκαν το ιερό τού Ποσειδώνα κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα είναι οι εξής:
Ο Γάλλος χαρτογράφος Ζοσέφ Ρου (1764), ο οποίος σχεδίασε έναν από τους πρώτους λεπτομερείς ναυτικούς χάρτες του Πόρου και του λιμανιού του,
Ο Γάλλος αρχιτέκτονας και αρχαιολόγος Ζιλιέν-Νταβίντ λε Ρουά (1754), που προσπάθησε να εντοπίσει τα ίχνη της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας, αποτυπώνοντας την τοπογραφία του υψώματος όπου βρισκόταν το ιερό,
Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Έντουαρντ Ντόντγουελ (1801-1806), που ανέβηκε στο οροπέδιο του ιερού και περιέγραψε το θλιβερό θέαμα των λεηλατημένων ερειπίων του, τονίζοντας παράλληλα τη μοναδική πανοραμική θέα προς τον Σαρωνικό,
Ο Άγγλος αρχαιολόγος και τοπογράφος Γουίλιαμ Τζελ (1804) ο οποίος σχεδίασε τον χάρτη της περιοχής και κατέγραψε τα μονοπάτια που οδηγούσαν από το λιμάνι στο ιερό,
Ο Άγγλος επίσκοπος και λόγιος Κρίστοφερ Ουορντσγουόρθ (1830), ο οποίος στο διάσημο έργο του Greece: Pictorial, Descriptive, and Historical περιέλαβε μια εξαιρετική άποψη του Πόρου με φόντο τα Μέθανα και την Τροιζήνα,
Ο Γερμανός ελληνιστής και πρώτος καθηγητής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Λουδοβίκος Ρος (1833-1843), που ήταν από τους πρώτους που μελέτησαν επιστημονικά τον χώρο, αναζητώντας αρχαίες επιγραφές ανάμεσα στα διάσπαρτα μέλη του ιερού.


Ένας Άγγλος αρχαιολόγος στο ιερό του Ποσειδώνα


Το 1765 έφθασε στην Ελλάδα ο Άγγλος αρχαιολόγος και περιηγητής Ρίτσαρντ Τσάντλερ ως απεσταλμένος της περίφημης Εταιρείας των Ντιλετάντι. Οι αρχαιολογικές αναζητήσεις του τον οδήγησαν στον Πόρο, κι ένα πρωί έφθασε καβάλα σ' έναν γάιδαρο στο οροπέδιο όπου βρισκόταν το ιερό του Ποσειδώνα.

Περίμενε να αντικρίσει έναν ήσυχο αρχαιολογικό χώρο, ξεχασμένο, αλλά εντυπωσιασμένος βρέθηκε μπροστά σ' ένα ενεργό υπαίθριο λατομείο. Στο βιβλίο του Travels in Greece περιγράφει γλαφυρά ότι στο σημείο εκείνο βρήκε ντόπιους λιθοξόους, που τεμάχιζαν με μεγάλα σφυριά πώρινους λίθους και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη του ιερού σε μικρότερα τετράγωνα κομμάτια. Με θλίψη αναφέρει ότι ο λόγος αυτής της καταστροφής ήταν πρακτικός. Οι εργάτες φόρτωναν τα τεμαχισμένα αρχαία μέλη σε μουλάρια και γαϊδούρια, τα κατέβαζαν στο κοντινό λιμανάκι της Βαγιονιάς κι από εκεί τα μετέφεραν με καΐκια στην Ύδρα, όπου τα χρησιμοποιούσαν στο κτίσιμο ενός μοναστηριού.

H κατάφυτη πλαγιά του βουνού απέναντι από τις ακτές της Πελοποννήσου και ο όρμος της Βαγιονιάς στο βόρειο τμήμα του Πόρου

Λόγω αυτής της μακροχρόνιας συστηματικής λεηλασίας, ο Τσάντλερ σημειώνει ότι το ιερό είχε ισοπεδωθεί τόσο πολύ, που είχε μετατραπεί σε μια άμορφη μάζα, καθιστώντας αδύνατη την αποτύπωση της αρχικής αρχιτεκτονικής μορφής του δίχως ανασκαφή. Ακόμα, αρκετό δομικό υλικό από το ιερό μεταφέρθηκε και προς το εσωτερικό του νησιού για να κτιστεί, το 1720, το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, αλλά και ιδιωτικά κτίσματα.

Ο Ρίτσαρντ Τσάντλερ ήταν ο πρώτος που έκανε εκτενή γραπτή περιγραφή του ιερού του Ποσειδώνα και εξέδωσε έναν μνημειώδη χάρτη του Πόρου και του λιμανιού της Τροιζήνας. Εκτός από τον Τσάντλερ πολλοί ήταν οι περιηγητές που σημείωσαν με θλίψη ότι οι ντόπιοι και οι κάτοικοι των γύρω νησιών μετέφεραν με καΐκια δομικό υλικό από το ιερό για να κτίσουν σπίτια και μοναστήρια.


Μια Σουηδή συγγραφέας στον Πόρο


Έναν αιώνα μετά τον Τσάντλερ, στα τέλη της δεκαετίας του 1850, επισκέφθηκε την Ελλάδα μια Σουηδή συγγραφέας, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, η οποία κατέχει τιμητική θέση στη σουηδική λογοτεχνία ως πρωτοπόρος συγγραφέας ρεαλιστικών μυθιστορημάτων. Παράλληλα είναι γνωστή ως η Σουηδή πρωτοπόρος της γυναικείας χειραφέτησης, με αγώνες για ισότητα κι ελευθερία, που αποδεικνύονται τόσο επίκαιροι όσο και διαχρονικοί ακόμη και σήμερα.

Ανήσυχο πνεύμα από τη φύση της, η Φρεντρίκα Μπρέμερ, που γεννήθηκε το 1801 και πέθανε το 1865, κέρδισε τη φήμη της κυρίως μέσα από την ουσιαστική επικοινωνία που είχε με καταπιεσμένους λαούς της υφηλίου. Μετά από μακροχρόνια ταξίδια στο εξωτερικό κατόρθωσε να προσεγγίσει άμεσα τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής της φωτίζοντας με τα βιβλία της τις πτυχές ενός άγνωστου ακόμη κόσμου.

Το τελευταίο ταξίδι τής Μπρέμερ άρχισε το 1856 και κράτησε πέντε χρόνια, από τα οποία τα δύο τα έζησε στην Ελλάδα. Το ταξίδι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του τελευταίου της βιβλίου με τίτλο Η ζωή στον παλαιό κόσμο, που η ίδια το θεωρούσε ως το σημαντικότερο έργο της. Το βιβλίο αποτελείται από 1.250 σελίδες, από τις οποίες οι 500 αναφέρονται στην Ελλάδα, που την αποκαλούσε σταυροδρόμι εξευγενισμού μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

Μέσα από τη χαρακτηριστική γραφή τής Μπρέμερ προβάλλει ανάγλυφη η εικόνα της Ελλάδας των μέσων του 19ου αιώνα, όπως και ο θαυμασμός της απέναντι στους Έλληνες, σ' έναν λαό που πρόσφατα είχε απελευθερωθεί.

Η Φρεντρίκα Μπρέμερ επισκέφθηκε πολλές περιοχές στην Ελλάδα, ηπειρωτικές και νησιωτικές. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1860, μετά από ένα θαλάσσιο ταξίδι στις Κυκλάδες, επέστρεψε στον Πειραιά για να ξεκινήσει μετά από λίγες μέρες για τον επόμενο προορισμό της, τον Πόρο. Στον Πόρο, στο μικρό αυτό πανέμορφο νησί δίπλα στην ανατολική ακτή της Πελοποννήσου, φιλοξενήθηκε από ένα ζευγάρι Ελληνογερμανών, που της έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσει τους ανθρώπους και τη φύση του νησιού.

Μεταξύ άλλων πληροφορήθηκε την ύπαρξη του ιερού του Ποσειδώνα και αποφάσισε να το επισκεφθεί. Άφησε πίσω της τα σπίτια του οικισμού, πήρε τον δρόμο ανάμεσα σε πεύκα και αγριελιές κι ανέβηκε πεζή τη μιας ώρας, περίπου, διαδρομή προς την κορυφή του βουνού στο κέντρο του νησιού, όπου βρίσκεται το περίφημο ιερό, εκεί όπου βρήκε τον θάνατο μια από τις ιδανικές μορφές των παιδικών της χρόνων, ο ρήτορας Δημοσθένης.

Σ' αυτόν τον χώρο, εντός του περιβόλου, βρισκόταν ο Ναός του Ποσειδώνα. Εδώ αυτοκτόνησε ο Δημοσθένης και κάπου εδώ ήταν ο τάφος του που είδε ο Παυσανίας

Εντυπωσιασμένη από τη θέα που παρέχει η θέση του ιερού θαύμασε προς βορρά τη χερσόνησο των Μεθάνων και τα νησιά Αγκίστρι και Αίγινα, με τον Πειραιά και την ακτογραμμή με τα βουνά της Αττικής στο βάθος και προς νότο τις απόκρημνες ακτές της Πελοποννήσου με τα πυκνά δάση με τις λεμονιές της Τροιζήνας κι ακόμη τον γυμνό βράχο της Ύδρας στο βάθος του ορίζοντα. Όμως, από τον ίδιο τον ναό είχαν απομείνει μόνο ένας πεσμένος κίονας και μερικά μαρμάρινα συμπλέγματα, μετά τη διάλυση και μεταφορά των μελών του στην Ύδρα και αλλού. Σε αντίθεση με τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, όπου οι κίονες στέκονταν όρθιοι, εδώ, στον Πόρο ο ναός ήταν εντελώς ερειπωμένος και θαμμένος.


Και μια Δανή επισκέπτρια στον Πόρο


Τον Αύγουστο του 1847, σε μια από τις οκτώ περιηγήσεις της στην Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου και στη Μικρά Ασία, επισκέφθηκε τον Πόρο με βασιλικό κότερο η Δανή Χριστιάνα Λιτ, σύζυγος του Γερμανού θεολόγου, διδάκτορα της φιλοσοφίας και προσωπικού ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Άσμους Λιτ.

Η Χριστιάνα Λιτ στις ταξιδιωτικές της εντυπώσεις από την Ελλάδα τοποθετεί λανθασμένα τον ναό του Ποσειδώνα στη θέση της Μονής της Ζωοδόχου Πηγής, ίσως γιατί, όπως ισχυρίζονται σχολιαστές του έργου της, όταν επισκέφθηκε το νησί δεν ήταν γνωστή η ακριβής θέση του ναού, αφού δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει οι ανασκαφές.


Οι ανασκαφές των Σουηδών


Τον Ιούνιο του 1894, 34 χρόνια μετά την επίσκεψη της Φρεντρίκας Μπρέμερ, δύο συμπατριώτες της Σουηδοί αρχαιολόγοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Ήταν ο Σάμιουελ Βίντε και ο Λέναρτ Κιέλμπεργκ. Οι δύο αρχαιολόγοι παρακινημένοι από τον κορυφαίο Γερμανό αρχαιολόγο Βίλχελμ Ντέρπφελντ, που τότε έσκαβε στην αρχαία Ολυμπία, ξεκίνησαν ανασκαφές στον χώρο του ιερού. Ήταν η πρώτη επίσημη σουηδική αρχαιολογική ανασκαφή στον ελλαδικό χώρο, αν και δεν υπήρχε ακόμη Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, γι' αυτό και η έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Αθηνών, διευθυντής του οποίου ήταν ο Ντέρπφελντ.

Οι δύο Σουηδοί αρχαιολόγοι Σάμιουελ Βίντε (αριστερά) και Λέναρτ Κιέλμπεργκ (δεξιά, με την αρραβωνιαστικιά του), που πρώτοι ξεκίνησαν ανασκαφές στον χώρο του ιερού του Ποσειδώνα, το 1894

Στη δίμηνη ανασκαφική έρευνα που ακολούθησε πήραν μέρος ειδικευμένοι εργάτες από τις γερμανικές ανασκαφές στην Ολυμπία. Ο Βίντε και ο Κιέλμπεργκ νοίκιασαν κάποια πέτρινα σπίτια, τα οποία βρίσκονται ακόμη στην περιοχή, για να στεγάσουν ξένους, αλλά και ντόπιους εργάτες της ανασκαφής. Μάλιστα, ο μικρός αυτός οικισμός πήρε το όνομα του Σάμιουελ Βίντε και μέχρι σήμερα είναι γνωστός ως Σαμουήλ.

Παρά την εκτεταμένη καταστροφή του ιερού, όπως την είχε περιγράψει ο Τσάντλερ, οι πρώτες ανασκαφές των Σουηδών έφεραν κάποια ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ανασκάφτηκε ολόκληρος ο αρχαϊκός περίβολος και εντοπίστηκαν τα θεμέλια του κυρίως ναού. Νοτιοδυτικά του ναού οι ανασκαφές έφεραν στο φως ένα μεγάλο συγκρότημα, που αρχικά ερμηνεύτηκε ως Αγορά και περιελάμβανε τέσσερις μεγάλες στοές, ένα τραπεζοειδές κτήριο κι ένα μνημειακό πρόπυλο, κτίσματα όλα του 6ου, του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ.

Ακόμα, κατά τη διενέργεια των πρώτων ανασκαφών, το 1894, οι δύο Σουηδοί αρχαιολόγοι, ανάμεσα στα χώματα και στις πέτρες, ανακάλυψαν και κινητά ευρήματα, όπως ένα εξαιρετικό χάλκινο αγαλμάτιο του Ηρακλή, που βρέθηκε θαμμένο δίπλα στα θεμέλια ενός τοίχου της Πρώιμης Ρωμαϊκής Εποχής (1ος αιώνας π.Χ.), καθώς και μια χάλκινη κεφαλή γρύπα, ενώ το πλήθος των νομισμάτων, που χρονολογούνται από τα χρόνια της κυριαρχίας των Μακεδόνων μέχρι τη Ρωμαϊκή εποχή, δείχνει τη μακροχρόνια λειτουργία του ιερού ως θρησκευτικό κέντρο.

Την ίδια περίοδο εντοπίστηκε κι ένας αρχαίος τάφος στη νοτιοδυτική γωνία του ναού, ο οποίος όμως περιείχε μόνον οστά, δίχως πολύτιμα κτερίσματα. Αυτές οι πρώτες ανασκαφές του 1894 έδειξαν ότι στην περιοχή υπήρχαν εκτεταμένες εγκαταστάσεις κι έβαλαν τις βάσεις για να γίνει κατανοητό ότι το ιερό του Ποσειδώνα στον Πόρο δεν ήταν απλώς ένας ναός, αλλά ένα τεράστιο θρησκευτικό και πολιτικό κέντρο, έδρα της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας, το οποίο διατήρησε τη σημασία του για αιώνες.

Τα αποτελέσματα των πρώτων ανασκαφών δημοσιεύθηκαν από τους Βίντε και Κιέλμπεργκ σε επιστημονικό περιοδικό το επόμενο έτος, το 1895. Παρ' όλα αυτά, όμως, οι ανασκαφές σταμάτησαν. Είναι άγνωστο γιατί οι Σουηδοί αρχαιολόγοι δεν συνέχισαν τότε τις ανασκαφές. Ίσως λόγω της απουσίας εντυπωσιακών ευρημάτων, όπως εκείνα της Ολυμπίας. Ίσως, πάλι, λόγω έλλειψης χρημάτων. Όπως και να 'χει όμως το πρώτο βήμα είχε γίνει.

Τα χρόνια πέρασαν. Νέες μετρήσεις έγιναν στον χώρο του ιερού το 1938, ενώ το 1979 πραγματοποιήθηκαν περιορισμένες αρχαιολογικές έρευνες από την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Ώσπου, εκατό και πλέον χρόνια μετά τις πρώτες ανασκαφές, το 1997, ένας νέος κύκλος ανασκαφικής έρευνας ξεκίνησε αυτή τη φορά από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών σε συνεργασία με την αρμόδια Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία.

Η πρώτη νέα ανασκαφική περίοδος, που κράτησε από το 1997 έως το 2005, προχώρησε με αργά βήματα λόγω έλλειψης πόρων. Οι εργασίες που έγιναν, όμως, ήταν σημαντικές. Το 2007 μια νέα φάση του προγράμματος ξεκίνησε με νέα χρηματοδότηση και τη σύσταση μιας ομάδας ειδικών από διάφορες ειδικότητες.

Από το 2015 οι ανασκαφές εστιάζουν στην περιοχή που βρίσκεται περίπου 200 μ. νοτιοανατολικά του ναού του Ποσειδώνα, κοντά σε αποσπασματικά κατάλοιπα του τείχους της πόλης και δίπλα σε ένα τεχνητό ανάχωμα υποστηριζόμενο από πελεκημένους δόμους.


Ιστορική αναδρομή του χώρου τού ιερού


Η πρώτη ανθρώπινη δραστηριότητα στον χώρο του ιερού χρονολογείται από την Ύστερη Μυκηναϊκή εποχή, γύρω στα 1200 π.Χ., όταν μια ή δύο μικρές οικίες κτίστηκαν ακριβώς δυτικά του μεταγενέστερου ιερού του Ποσειδώνα. Κτισμένες την περίοδο που ο μυκηναϊκός κόσμος κατέρρεε στην ηπειρωτική Ελλάδα, πιθανολογείται ότι οι οικίες αυτές κατασκευάστηκαν εδώ σε μια προσπάθεια διαφυγής από τα ταραχώδη γεγονότα που σημάδεψαν το τέλος της Εποχής του χαλκού.

Όμως μετά από μια ή δύο γενιές, η περιοχή εγκαταλείφθηκε, ίσως γιατί η ηρεμία που αναζητούσαν οι κάτοικοι δεν υπήρχε ούτε εδώ. Αργότερα δημιουργήθηκε ένας οικισμός, που κάποια στιγμή κόπηκε στη μέση, για να δημιουργηθεί χώρος για το ιερό. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος υποστήριξαν κάποιοι ότι τα πρώτα ίχνη λατρείας στον χώρο ανάγονται στην Εποχή του χαλκού, αν και δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που το τεκμηριώνουν.

Μετά το τέλος της Εποχής του χαλκού εντοπίστηκε στον χώρο περιορισμένο υλικό από την Πρωτογεωμετρική και την Πρώιμη Γεωμετρική περίοδο. Αντίθετα, έντονη δραστηριότητα γύρω στο 750 π.Χ. επιβεβαιώνουν πολλά θραύσματα κεραμικής της Ύστερης Γεωμετρικής περιόδου, που βρέθηκαν σχεδόν παντού στον χώρο και υποδηλώνουν κατοίκηση. Παρ' όλα αυτά, από την περίοδο αυτή μπορεί με σιγουριά να αναγνωριστεί μόνο ένας τοίχος με χωμάτινο δάπεδο στα νοτιοδυτικά του ιερού.

Πιθανόν ο χαρακτήρας αυτού του πρώιμου οικισμού μεταστράφηκε με αργό ρυθμό σε ιερό χώρο από τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. Κατά την Αρχαϊκή εποχή, που ακολούθησε, δεν υπάρχουν ενδείξεις οικιστικής ζωής στον χώρο του ιερού. Οι κάτοικοι της περιοχής πιθανότατα κατοικούσαν κάπου εκεί κοντά.

Τα πρώτα δείγματα μνημειακών οικοδομημάτων από το ιερό είναι κάποια κεραμίδια στέγης από άγνωστο κτήριο, που χρονολογούνται γύρω στο 650 π.Χ. Ωστόσο, άλλα κεραμίδια στέγης, πρώιμα, φανερώνουν την ύπαρξη ενός προδόμου στο Ύστερο Αρχαϊκό ιερό του Ποσειδώνα, καθώς και την ύπαρξη ενός κτηρίου στην περιοχή του μεταγενέστερου Πρόπυλου. Ακόμα, εντοπίστηκαν κατάλοιπα αναλημματικών τοίχων του 7ου αιώνα π.Χ., που δείχνουν ότι τότε άλλαξε το τοπίο. Αξιοσημείωτο, επίσης, είναι το ότι υπάρχουν ενδείξεις για την ύπαρξη Αμφικτιονίας σ' αυτή την πρώιμη περίοδο, στην οποία, όπως αναφέρει ο Στράβων, συμμετείχαν οι επτά πόλεις-κράτη.

Κατά την Ύστερη Αρχαϊκή εποχή ανεγέρθηκε ο ναός και ορισμένα κτήρια, όπως η Στοά D και το Πρόπυλο. Για τον ναό, που χρονολογήθηκε στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., γνωρίζουμε ελάχιστα, αφού είχε σχεδόν ολοκληρωτικά συληθεί μέχρι την εποχή των πρώτων σουηδικών ανασκαφών.

Όταν ξεκίνησαν οι ανασκαφικές εργασίες είχαν σωθεί μόνο η τάφρος θεμελίωσης και τα κεραμίδια της στέγης του ναού, ο οποίος ήταν δωρικός περίπτερος, διαστάσεων 14,50 x 27,00 μ., με 6 κίονες στην μπροστινή και 6 στην πίσω όψη του και από 12 κίονες στις πλαϊνές πλευρές του. Ήταν κατασκευασμένος κυρίως από ασβεστόλιθο του Πόρου. Γύρω από τον ναό είχε κτιστεί περίβολος, με την κύρια είσοδο στην ανατολική πλευρά και μια μικρότερη είσοδο στη νότια πλευρά.

Την ίδια εποχή κατασκευάστηκε η Στοά D με κιονοστοιχία, από την οποία σώζονται σήμερα ελάχιστα τμήματα. Στο Κτήριο Ε, που έχει ερμηνευθεί ως το πρόπυλο του ναού και είναι καλύτερα διατηρημένο, έχουν ταυτοποιηθεί δύο δωμάτια εκτός από την είσοδο. Ενδέχεται οι χώροι αυτοί να ήταν το βουλευτήριο ή η έδρα της Αμφικτιονίας. Ακόμα, στα δυτικά, βρέθηκαν σπόνδυλοι που ανήκαν σε αναθηματικό κίονα, που όμως δεν ανεγέρθηκε ποτέ.

H Στοά Α, νοτιοδυτικά του ναού, που φιλοξένησε κατά τη Ρωμαϊκή εποχή μια σειρά από μικρές αποθήκες με εμπορικό χαρακτήρα

Κατά την Κλασική εποχή συνεχίστηκε η οικοδομική δραστηριότητα στον χώρο. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς του ιερού κατασκευάστηκαν άλλες δύο στοές, οι Στοές Α και Β. Από τη Στοά Β σώζονται μόνο τα θεμέλια του πίσω τοίχου, ενώ για τη Στοά Α γνωρίζουμε περισσότερα. Αρχικά υπήρχε ένα δωρικό κτήριο με πολυγωνικούς τοίχους καλυμμένους με κόκκινο γύψο και με εσωτερική ιωνική κιονοστοιχία, το οποίο καταστράφηκε πιθανότατα γύρω στο 100 π.Χ. Αργότερα, στα ρωμαϊκά χρόνια, φιλοξένησε μια σειρά από μικρές αποθήκες με εμπορικό χαρακτήρα, γεγονός που φανερώνει ότι η περιοχή είχε οικονομική δραστηριότητα εκείνη την περίοδο.

Τον 4ο αιώνα π.Χ. ο οικισμός στην Καλαυρεία αναφέρεται για πρώτη φορά στις πηγές ως ανεξάρτητη πόλη, η οποία, μάλιστα, εξέδωσε δικό της νόμισμα που εικονίζει στη μια πλευρά τον Ποσειδώνα και στην άλλη τον γιο του, τον Τρίτωνα, με την επιγραφή ΚΑΛ ή ΚΑ. Τότε ήταν που αυτοκτόνησε εδώ και ο Δημοσθένης, στην προσπάθειά του να διαφύγει από τους Μακεδόνες, το 322 π.Χ.

Τμήμα τοίχου ύψους 1,5 μ. της τριγωνικής αυλής με τα δωμάτια, που κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. νότια της Στοάς D

Τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. είναι, επίσης, η περίοδος που εμφανίζεται μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα με την ανέγερση κτηρίων εντός, αλλά και εκτός του ιερού. Η στοά D, στενά συνδεδεμένη με το ιερό, επεκτάθηκε προς τα νότια από το μεγάλο τραπεζοειδές κτήριο με τα τρία δωμάτια που έβλεπαν προς τη Στοά. Στη νότια πλευρά κατασκευάστηκε μια τριγωνική αυλή με δωμάτια τριγύρω. Σήμερα σώζονται τμήματα του τοίχου σε ύψος 1,5 μ.

Ερείπια της Στοάς C και βάση από ιωνικό κίονα στο εσωτερικό της Στοάς C

Την ίδια χρονική περίοδο, βορειοανατολικά της Στοάς D, κτίστηκε μια τέταρτη στοά, η Στοά C με μια εξωτερική δωρική κιονοστοιχία και μια ιωνική στο εσωτερικό της. Μια επιγραφή που βρέθηκε το 1894 δηλώνει ότι το κτήριο λειτούργησε ως αρχείο ή χρησιμοποιήθηκε για άλλους διοικητικούς σκοπούς.

Αρκετά κτήρια έχουν εντοπιστεί κι έξω από το ιερό, όπως μια μεγάλη στοά, η Στοά F, που βρισκόταν ακριβώς δυτικά του Πρόπυλου, η οποία πιθανολογείται ότι λειτούργησε ως βουλευτήριο, λόγω των πολλών αγαλμάτων που βρέθηκαν μπροστά του.

Στην απέναντι πλευρά του σύγχρονου δρόμου εντοπίστηκε ένα ορθογώνιο οικοδόμημα, που σχηματίστηκε από έναν υπαίθριο χώρο, στον οποίο έμπαινε κανείς από τα ανατολικά, και περιβαλλόταν από πολλά δωμάτια. Εδώ, μεταξύ άλλων, βρέθηκε κι ένα αγαλματίδιο του Ασκληπιού.

Υπάρχουν, επίσης, πολλά στοιχεία για κτήρια ιδιωτικής χρήσης, όπως το λεγόμενο Κτήριο Ι, ακριβώς στα νότια της Στοάς D. Πρόκειται για μεγάλο οικοδόμημα που παρέμεινε σε χρήση από την Ύστερη Κλασική εποχή μέχρι τους Ρωμαϊκούς χρόνους. Η κοντινή απόστασή του από το ιερό του Ποσειδώνα δείχνει ότι το ιερό περιβαλλόταν από την πόλη και δεν ήταν μακριά από το αστικό τοπίο.

Κατά την Ελληνιστική εποχή ανεγέρθηκαν σημαντικά αναθηματικά μνημεία, με πιο εντυπωσιακό μια μνημειακή βάση για δύο αγάλματα, του Πτολεμαίου Β' και της Αρσινόης Β', που βασίλευσαν στην Αίγυπτο κατά το πρώτο μισό του 3ου αιώνα π.Χ. Πρόκειται για προσφορά της πόλης Αρσινόη της Πελοποννήσου.

Οι πιο πρόσφατες ανασκαφές επικεντρώθηκαν στα νότια του ιερού, απέναντι από τον σύγχρονο δρόμο, όπου ο εντοπισμός αρκετών αποθηκευτικών αγγείων μεγάλης χωρητικότητας δείχνει ότι πρόκειται για δημόσιο κτήριο παρά για ιδιωτικό. Τα δε κατάλοιπα της μεταγενέστερης ελληνιστικής φάσης είναι θαμμένα κάτω από ένα παχύ στρώμα, που αποτελείται από συντρίμμια καταστροφής, που δημιουργήθηκαν σκόπιμα για να ανυψώσουν το επίπεδο του εδάφους, αφού δεν υπάρχουν εμφανή στοιχεία σφοδρής καταστροφής. Το χωμάτινο δάπεδο της επόμενης φάσης χρονολογείται στα τέλη του 1ου αιώνα π.Χ. και στον 1ο αιώνα μ.Χ.

Μετά το 100 μ.Χ. η δραστηριότητα στο ιερό σβήνει με γρήγορους ρυθμούς. Ένα από τα τελευταία ευρήματα της αρχαιότητας στον χώρο του ιερού είναι ένα νόμισμα, που αποδίδεται στον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό. Μετά από αυτό βρέθηκε μεταγενέστερη κεραμική κι ένα νόμισμα που χρονολογείται γύρω στα 700 μ.Χ., αλλά αυτά δεν έχουν σχέση με τη λειτουργία του ιερού.

Αξιοσημείωτο είναι το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις χριστιανικής δραστηριότητας στην περιοχή.

Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι ο Ναός του Ποσειδώνα στον Πόρο μαζί με τον ναό της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα και τον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο σχηματίζουν στον χάρτη ένα νοητό ισοσκελές τρίγωνο.


Το ιερό του Ποσειδώνα σήμερα


Στα νεότερα χρόνια το ιερό του Ποσειδώνα γρήγορα καταχωρήθηκε ως σημείο ειδικού ενδιαφέροντος στους ταξιδιωτικούς και τουριστικούς οδηγούς του 20ού αιώνα, που αναφέρονται στον Πόρο. Έτσι, βρίσκουμε αρκετές πληροφορίες στον εμβληματικό ταξιδιωτικό οδηγό Ελλάς: Οδηγός ταξιδιώτου, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελευθερουδάκη το 1926.

Σαράντα, περίπου, χρόνια αργότερα, το 1965, ένας άλλος οδηγός που κυκλοφόρησε από τον Οργανισμό Τουριστικών Εκδόσεων Ο.Ε. με τίτλο Τουριστικός οδηγός για την Ελλάδα, αναφέρεται με περισσότερα στοιχεία στο ιερό του Ποσειδώνα, αλλά και στον Πόρο γενικότερα.

Σήμερα ο αρχαιολογικός χώρος του ιερού του Ποσειδώνα, που απέχει περίπου 6 χλμ. από τον γραφικό οικισμό του Πόρου, είναι προσβάσιμος μ' έναν ασφαλτοστρωμένο ανηφορικό δρόμο που διασχίζει ένα καταπράσινο τοπίο με αιωνόβιες ελιές και πεύκα.

Ο επισκέπτης που φθάνει εδώ δεν θα συναντήσει έναν ναό όρθιο με κίονες που κόβουν την ανάσα, όπως στο Σούνιο. Θα βρει κάτι πιο σιωπηλό: τη θεμελίωση ενός ναού, βάσεις κιόνων, ίχνη στοών και ερείπια βοηθητικών κτηρίων. Κι όμως λίγοι τόποι στην Ελλάδα έχουν τόσο βαριά ιστορία κάτω από τόσο λίγες πέτρες.

Γιατί αυτός είναι ένας τόπος που δεν εντυπωσιάζει με το μεγαλείο του μαρμάρου, αφού τα περισσότερα από αυτά ταξίδεψαν πριν λίγους αιώνες προς την Ύδρα. Εντυπωσιάζει όμως με κάτι πιο δυσδιάκριτο: μια ησυχία που μοιάζει να σηκώνει ακόμα το βάρος εκείνης της τελευταίας στιγμής, όταν ένας σημαντικός άνθρωπος επέλεξε να πεθάνει ελεύθερος μέσα σ' έναν κύκλο θεών, παρά να παραδοθεί ζωντανός στους εχθρούς της πατρίδας του.

Τέλος, σ' αυτά τα ερείπια μια έκπληξη ομορφιάς περιμένει τον προσεκτικό παρατηρητή, που επισκέπτεται τον χώρο το φθινόπωρο. Μια υπέροχη εικόνα με κάθε σμιλεμένη πέτρα του ιερού που ακουμπά στο χώμα να περιβάλλεται από πολλά πανέμορφα κυκλάμινα, σαν ένας προστατευτικός κλοιός της φύσης προς ό,τι απέμεινε από το θαυμάσιο ιερό του θεού των θαλασσών, που προστάτευε τους κατατρεγμένους.

Πανοραμική άποψη προς βορρά από το ιερό του Ναού του Ποσειδώνα. Στο βάθος δεξιά διακρίνεται η Αίγινα και αριστερά η χερσόνησος των Μεθάνων με το Αγκίστρι. Σήμερα, ένας ανηφορικός δρόμος με κλίμακα στο κέντρο του οικισμού του Πόρου φέρει τιμητικά το όνομα του Σουηδού αρχαιολόγου Σάμιουελ Βίντε

Όσο για τους δύο πρωτοπόρους Σουηδούς αρχαιολόγους, τον Σάμιουελ Βίντε και τον Λέναρτ Kιέλμπεργκ, δύο γραφικά δρομάκια στο κέντρο του οικισμού του Πόρου φέρουν τιμητικά τα ονόματά τους.



Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Οι συνοδευτικές φωτογραφίες ανήκουν στον συντάκτη.

Πηγές:
Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλο: Δημοσθένης - Κικέρων,
Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις,
Στράβων, Γεωγραφικά,
Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, Καλαύρεια, Πόρος (1894 και 1997 - εν εξελίξει), www.sia.gr,
Yπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Ιερό Ποσειδώνος στην Καλαυρεία Πόρου, www.odysseus.culture.gr,
Χένρι Μίλερ, Ο Κολοσσός του Μαρουσιού και πρώτες εντυπώσεις από την Ελλάδα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2014,
Στούρε Λινέρ, Μια Σουηδέζα στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, εκδόσεις Άγγελος Σιδεράτος, 1997,
Χριστιάνα Λιτ, Αρμενίζοντας: Πέντε ταξίδια στο Αιγαίο 1845-1851, Ερμής, Αθήνα 1999,
Κώστας Ελευθερουδάκης, ΕΛΛΑΣ (Οδηγός Ταξιδιώτου Ελευθερουδάκη), 2η έκδοση, 1930,
Τουριστικός Οδηγός για την Ελλάδα, Οργανισμός Τουριστικών Εκδόσεων Ο.Ε., Αθήναι 1965,
www.poros.com.gr, Ο Ναός του Ποσειδώνα - Πόρος.