Έχετε ζήσει ποτέ στην Αθήνα των συνοικιών έξω από το ιστορικό κέντρο και γενικότερα το εμπορικό, καλλιτεχνικό και τουριστικό κέντρο, εκεί όπου οι κάτοικοι δεν ανήκουν σε κάποια προνομιούχα τάξη, ίσως να έχουν έρθει κι ως μετανάστες από αλλού, ίσως να μην καλοξέρουν και τη γλώσσα, ίσως να είναι φοιτητές που, ελλείψει χρημάτων, αναζητούν ό,τι πιο οικονομικό για να τη βγάλουν ή που παλεύουν νυχθημερόν μόνο και μόνο για να επιβιώσουν στη μεγαλούπολη, που πηγαινοέρχονται με τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο –δηλαδή το τρένο του ΗΣΑΠ, όπως το λέγαμε προτού μας έρθει το Μετρό– και που πνίγουν όλη αυτή την πνιγερή τους καθημερινότητα σε μια ελπίδα για κάτι καλύτερο μαζί με καφέδες, καπνό και φθηνό αλκοόλ; Ε, αν έχετε ζήσει ποτέ στα Εξάρχεια, στα Πατήσια ή στην Κυψέλη, για παράδειγμα, ή αν περνάτε από τα μέρη αυτά, έχετε όλη την εικόνα της μελαγχολίας που διακρίνει κανείς στα βλέμματα, στα κουρασμένα πρόσωπα, στα πονεμένα κορμιά, στις βασανισμένες ψυχές... Κι αν σας αρέσει να μετακινήστε με τον ηλεκτρικό τότε είναι βέβαιο ότι η πρώτη εντύπωση του εν λόγω βιβλίου, με τον σταθμό της Βικτώριας στο εξώφυλλο, είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση των περιοχών αυτών και των ανθρώπων τους.
Την Μαρία Πηνελόπη Σταυριανού, που έγραψε την ποιητική συλλογή Ποιήματα απ' τη Βικτώρια που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κονιδάρη, την γνώρισα στο διαδίκτυο. Ξέρετε, στα κοινωνικά δίκτυα που σου προσφέρουν την ευκαιρία να γνωριστείς με χιλιάδες άλλους χωρίς να σημαίνει ότι τους μαθαίνεις ουσιαστικά. Όμως τη συλλογή της είναι σαν να την ξέρω ήδη. Και είναι ένα ιδιαίτερο συναίσθημα να ξέρεις από πριν τι θα βρεις μέσα σε ένα πόνημα, να ξέρεις, δηλαδή, τον κώδικα, τις αποχρώσεις, τα εναύσματα, τις εντυπώσεις... ή να έχεις τις εικόνες.
Όπου Βικτώρια, λοιπόν, μιλάμε για την περιοχή των Αθηνών, το τοπίο και τους κατοίκους της ή τους επισκέπτες κι εργαζομένους της. Όπου Βικτώρια μιλάμε για βιοπάλη, μελαγχολία... ακόμα και ανθρώπους που πεθαίνουν σαν τα σκυλιά (κατά τη γνωστή έκφραση), που ζουν στο περιθώριο, που αντιμετωπίζουν πλήθος προβλημάτων, που εγκλωβίζονται σε μία καταθλιπτική ρουτίνα που δεν τους αρέσει και που δεν μπορούν να έχουν διέξοδο. Ένα αμιγώς αστικό τοπίο μιας, κατά τα άλλα, σύγχρονης πρωτεύουσας που όμως κρύβει στις φλέβες τις πολλή ταλαιπωρία, σκόνη και σκοτεινιά.
Για όλα αυτά γράφει η ποιήτρια εμβολίζοντας παράλληλα νοήματα δευτέρου επιπέδου που τα ψάχνεις στον στίχο μαζί με τη συνειδητοποίηση (των ανθρώπων αυτών όπως και τη δική της, ως αφηγήτρια που είναι) και τον απολογισμό.
Στο 4, όπου αναφέρεται στην πρόσφατη πανδημία, «παίζει» με την έννοια της ασθένειας, της δίνει κι άλλες διαστάσεις και προεκτάσεις πέρα από την κυριολεξία ενώ στο 5 αναζητά έμπνευση η οποία έχει και μια χροιά κινήτρου, διεξόδου, λύσης...
Ένα πέπλο μελαγχολίας απλώνεται παντού στα έργα με την παρατήρηση να αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο. Μιλά για ό,τι βλέπει ή υπάρχει εκεί, για αλυσίδες και ποινές, για μια σειρά κοινωνικών θεμάτων... και το κάνει με αμεσότητα, σε πρώτο πρόσωπο, και χωρίς καμία ωραιοποίηση.
Κάπου θα πει ότι Έτσι φαντάζει στο μυαλό μου η αγάπη κι αλλού πως Από το δράμα έρχεται η τέχνη ενώ θα καταλήγει σε ένα ειρωνικό άτοπο, σε μια ελπίδα ανέλπιστη.
Στο 15: Serum υπολογίζει τις συνέπειες του χρόνου, βλέπει τις διαφορές στη ζωή της και το αμέσως επόμενο, το 16 είναι ένα σατιρικό ποιητικό όπου ο λαός ακόμα ψάχνει θαύματα να βαφτίσει, όπως και στο 20: ΥΓ. προς εργοδοσία όπου σχολιάζει τα βάρβαρα εργασιακά καθεστώτα που απαιτούν είλωτες για προσωπικό ενώ ζητούν εργατικό δυναμικό.
Κουράστηκα να ζω στον κόσμο σας, αναφέρει ο στίχος, αφού ο δικός της κόσμος, η δική της κοινωνία είναι αλλιώς καμωμένα, προφανώς καλύτερα όπως και στο 18: Ο θάνατος των μη προνομιούχων όπου βλέπουμε πώς η καθημερινότητα/η βιοπάλη στρεβλώνουν τον άνθρωπο. Για να καταλήξουμε στο 21 που ξεκινά με ένα ερώτημα: Και τι είναι / τελικά η ζωή; και που, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί στον βασικό πυλώνα της συλλογής σε συνδυασμό με τον εκείνο τον κόμπο όπως δίνεται στο τελευταίο, το 22.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που συναντά κανείς διαβάζοντας τη συλλογή είναι το αληθινό πρόσωπο της κοινωνίας όπου κληθήκαμε να ζήσουμε, άνευ φαντασίωσης κι αυταπάτης και δίχως φίλτρα. Και για το κάνει αυτό, νομίζω, βγαίνει εκτός εαυτού, κοιτάζει άπαντες απ' έξω κι επιστρέφει πίσω για να μεταφέρει στο χαρτί όσα είδε κι ένιωσε.
Μία άξια δημιουργός που αφήνει αποτύπωμα σε τούτα τα ελευθερόστιχά της.


