Μετά την πρώτη του ποιητική συλλογή Ονειρεύτηκα τη Διοτίμα και άλλα εφήμερα ειδύλλια, ο Γιάννης Κίντζιος, επανέρχεται ποιητικά, αλλά και φωτογραφικά/εικαστικά, με τη συλλογή Ακηδία: Και άλλες ιστορίες από τις ημέρες της αθυμίας, που, όπως και η πρώτη, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κομνηνός.
Πρόκειται για συλλογή ποιητικών έργων που συνοδεύονται από εικαστικά έργα: φωτογραφίες του ίδιου και κάποια σκίτσα του Άγγελου Κίντζιου ενώ σε αυτό το βιβλίο έχουμε και κάποια πεζογραφήματα μικρής έκτασης.
Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, οφείλουμε να μιλήσουμε για τη σημασία της ακηδίας η οποία ορίζεται ως η κατάσταση της ψυχικής νωθρότητας, της αδιαφορίας ή και της βαρεμάρας/ανίας, μια θέση όπου το άτομο είναι απρόθυμο για την οποιαδήποτε δραστηριότητα ή δημιουργία. Ετυμολογικά, τώρα, προέρχεται από το στερητικό άλφα και το κήδος το οποίο σημαίνει φροντίδα, δηλαδή είναι η έλλειψη ή η απουσία ενδιαφέροντος. Θέλετε να το πάμε και παραπέρα; Στη θρησκεία η ακηδία συμπεριέχεται στις επτά θανάσιμες αμαρτίες καθώς παραλύει το μυαλό και ο άνθρωπος απέχει από τα πνευματικά του καθήκοντα ενώ οδηγείται στην απόγνωση. Επιστημονικά, αν το ψάξουμε ψυχολογικά, η ακηδία ισοδυναμεί με απάθεια και απουσία συναισθηματικής έκφρασης.
Με αυτά κατά νου, αλλά και με μια πιο διευρυμένη άποψη για τις ημέρες της αθυμίας του τίτλου, ξεκινώ την αναγνωστική εμπειρία του βιβλίου. Κι εκεί, στην εισαγωγή, διαβάζω ότι ο σύγχρονος άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σε μια άγονη πραγματικότητα και ένα όμορφο «προγραμματισμένο» ψέμα... ενώ λίγο μετά ότι ο λόγος και να νοήματα σε υψώνουν. Γίνεται σαφές ότι το πόνημα μιλά για/σε όλους εκείνους που εγκαταλείπονται χωρίς βούληση σε μια καθημερινότητα, ρουτίνα, ζήση, ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε, που δεν έχουν επιλέξει αλλά δέχονται μοιρολατρικά θεωρώντας την μοναδική επιλογή τους, είτε αγνοώντας κάθε άλλη είτε λόγω απάθειας.
Πάντως ο πρώτος πρώτος στίχος του πρώτου πρώτου κειμένου της συλλογής ξεκινά με: Μια βουτιά στη ζωή για να προχωρήσει παρακάτω: Ελπίζουμε σε έναν ευτυχισμένο θάνατο. Κι όλα αυτά στην πρώτη ενότητα, Στη γη της ευκαιρίας, όπου εάν αναζητήσετε το ομώνυμο ποίημα θα δείτε ότι είναι μεταφορικό, κυριολεκτικό και αλληγορικό μαζί, αναλόγως πώς θα «σταθεί» κανείς απέναντί του. Αυτή η διττότητα ή η πολλαπλότητα [δεν μου ταιριάζει η λέξη πολυπλοκότητα] είναι φανερή σε διάφορα έργα και συμβάλει θετικά στη συνολική εμπειρία.
Αν τώρα προσπαθήσεις να εστιάσεις λέξη τη λέξη θα καταλήξεις με μία λίστα αρνητικών λέξεων όπως: φόβος, ψευδαίσθηση, φούσκα, καχυποψία, υποκρισία, κατρακύλα, πτώση... σημάδι της αρνητικής χροιάς των συναισθημάτων, των συνθηκών και των γενικότερων «χρωμάτων».
Σε επίπεδο έμπνευσης ή εναυσμάτων, απλά καθημερινά πράγματα και στιγμές γίνονται στίχοι σε αυτή τη σειρά έργων όπου κυριαρχεί το αστικό τοπίο. Η πόλη απαντάται παντού, οι δρόμοι της και οι νύχτες στους στίχους [γιατί στις φωτογραφίες βλέπουμε περισσότερο το φως της ημέρας].
Υφολογικά, ο Κίντζιος αγαπά τις επαναλήψεις ώστε να δώσει έμφαση ή εστίαση –με φωτογραφικούς όρους– στο θέμα του.
Στο Ευτυχισμένος σημείωσα κάποιους στίχους όπου συμπύκνωσα το νόημα πολλών εκ των έργων, αν όχι όλων:
Θα αντάλλασσες εύκολα την ελευθερία σου για λίγη ακόμη ανευθυνότητατη ζωντάνια με λίγη ακόμη αταραξίατη γνώμη ή την κρίση με λίγη ακόμη σιωπή
Στη δεύτερη ενότητα, τη Νεκρόπολις, ο χρόνος, νομίζω, τράβηξε το μεγαλύτερο μερίδιο της εμπειρίας, συχνά το παρελθόν και ό,τι κουβαλά ή συμβολίζει, καθώς οι υπογραμμισμένες λέξεις, εν αντιστοιχία με το παραπάνω, εδώ μιλάνε για: φθηνές υποσχέσεις, λάθη, απολιθώματα, ανεκπλήρωτο, σκουπίδια, εκτροχιασμούς, χαμένες ευκαιρίες...
Οι αλήθειες είναι πληγές κάτω από το δέρμα
Στη Σπηλιά υπάρχει μια αδιόρατη συσχέτιση με την Πολιτεία του Πλάτωνα σχετικά και πάνω στην ψευδαίσθηση όπου και ο στίχος: στις φλόγες οι σκιές μοιάζουν θεοί.
Σε αυτό το μέρος γίνεται λόγος [αναφέρεται] ο Βεελφεγώρ. Τον έψαξα αυτόν εδώ τον τύπο και έμαθα ότι είναι ανώτερος δαίμονας, συγκεκριμένα ένας από τους πρίγκιπες της Κόλασης και πιο συγκεκριμένα ο πρίγκιπας της οκνηρίας [= acedia], των απατεώνων και των τσαρλατάνων. Στα πιο οικεία μας θανάσιμα αμαρτήματα είναι ο δαίμονας της φυγοπονίας, της τεμπελιάς.
Παράλληλα, παρατηρώ τα εικαστικά προσέχοντας τη θέση και την έκταση του ανθρώπου στις φωτογραφίες. Τον βλέπω στριμωγμένο σε γωνίες, τον βλέπω να κυριαρχεί ως προς τη θεματική αλλά έχοντας μικρή έκταση, μικρό μέγεθος, αλλού φλουταρισμένος, θολός ή μόνο ως σκιά ή σιλουέτα, να υπονοείται. Συχνά, όπως θα περιμέναμε, στριμώχνεται ανάμεσα, πίσω και μέσα στην πόλη, εμβολίζεται, ανακατεύεται και αφομοιώνεται από αυτή.
Στην τρίτη ενότητα, Οι πληγές του ταύρου, πρωταγωνιστούν γνώριμες μορφές. Τόσο μυθολογικοί ήρωες όσο και λογοτεχνικοί ή ακόμα και πρόσωπα της Παλαιάς Διαθήκης. Σε αυτό το μέρος έχουμε και πεζοποίηση, με Το πέπλο της ντροπής που είναι και σαν νανοδιήγημα, έχουμε στιχουργική (Περασμένοι χειμώνες), έχουμε και πολλή Ισπανία.
Η τέταρτη ενότητα, όπως προδίδει και ο τίτλος της, 5 ιστορίες από τις ημέρες της αθυμίας, περιέχει πέντε αφηγήματα όπου ο δημιουργός σχολιάζει με σατιρικό τρόπο και εκπέμπει βιωματικό χαρακτήρα.
Είναι πολύ διαφορετικό να θες να βυθιστείς στην κόλαση για να γράψεις, από το να γράφεις όντας ήδη βυθισμένος εκείΠρογραμματίζουμε εμείς αλήθεια τις ευφυείς μηχανές ή είμαστε υποχείρια όργανά τους;
Σε προκαλεί να αναλογιστείς πολλά πράγματα από τον κόσμο (μας), από την καθημερινότητά σου, από αυτό που (υπο-)εννοείς αναφερόμενος στη ζωή σου.
Κι ένα επιμύθιο για το τέλος:
Την υπέρβαση την κάνουνοι εραστές και τα παιδιάκαι όσοι ρισκάρουν κι αγνοούνε τις προβλέψεις.
Εν κατακλείδι, ο Γιάννης Κίντζιος εστιάζει στους εγκαταλειμμένους, στους άβουλους, στους παραπλανημένους, στους παραδομένους και προσδοκά σε μια αφύπνιση.
Σε κρατάει. Σε αφορά. Σε γοητεύει. Σε «ξέρει».


