Η εικόνα στη ρίζα του δέντρου

Μαρίας Καρυτινού

Έργο τέχνης από την Ελένη Μαραθού [Σαν παραμύθι, ακουαρέλα]

Κάποτε, πολύ παλιά, τότε που οι δρόμοι της Κεφαλονιάς ήταν στενά μονοπάτια και τα χωριά ήταν κρυμμένα ανάμεσα στα δέντρα, υπήρχε ένα μικρό δάσος στα νότια το νησιού. Στο δάσος αυτό φύτρωνε ένας μεγάλος σκίνος που ήταν τόσο παλιός, ώστε κανείς δεν θυμόταν από πότε να ήταν εκεί.

Τα κλαδιά του άνοιγαν σαν μεγάλη αγκαλιά και τα πουλιά έβρισκαν καταφύγιο ανάμεσά τους. Τα παιδιά του χωριού πήγαιναν συχνά και κάθονταν στη σκιά του.

Όμως μια μέρα, μέσα στο δάσος ξέσπασε φωτιά. Οι φλόγες κατέφαγαν τα ξερά χόρτα και ανέβηκαν στα δέντρα. Ο καπνός σκέπασε τον ουρανό και οι άνθρωποι του χωριού έτρεξαν να προλάβουν τη φωτιά προτού φτάσει στα σπίτια τους. Ύστερα από πολλές ώρες αγώνα οι φλόγες έσβησαν και οι κάτοικοι πήγαν να δουν τι είχε απομείνει. Τότε είδαν τον μεγάλο σκίνο που είχε καεί ολόκληρος. Αλλά ένα παιδί που περπατούσε λίγο πιο πίσω από τους μεγάλους, στάθηκε ξαφνικά και φώναξε χαρούμενο...

«Εκεί! Εκεί!»

Στη ρίζα του δέντρου υπήρχε κάτι που έλαμπε. Οι άνθρωποι πλησίασαν προσεκτικά και λίγο φοβισμένοι. Τότε είδαν εμπρός τους μια εικόνα της Παναγίας. Το δέντρο είχε γίνει στάχτη γύρω της, μα η εικόνα δεν είχε καεί, δεν είχε ούτε μια μαύρη κηλίδα. Οι κάτοικοι αποφάσισαν λοιπόν να την πήραν με μεγάλη προσοχή και να την κατεβάσουν στο χωριό τους.

«Θα μείνει εδώ..», είπαν όλοι με ένα στόμα, «..για να την προσέχουμε και να την προσκυνάμε».

Την έβαλαν στην εκκλησία και το βράδυ άναψαν μπροστά της ένα μικρό καντήλι. Όταν ξημέρωσε, πήγαν να την προσκυνήσουν αλλά η εικόνα δεν ήταν εκεί. Οι άνθρωποι κοίταζαν ο ένας τον άλλον και αναρωτιούνταν τι ν' απέγινε.

Άρχισαν να πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι, να ψάχνουν στους αχυρώνες, στις αποθήκες του χωριού, στο μικρό εκκλησάκι που έστεκε στην άκρη ενός βράχου ψηλά πάνω από το χωριό τους, μα η εικόνα δεν ήταν πουθενά. Ώσπου ένα μικρό κορίτσι, η Αγνή, τους είπε να ψάξουν στο καμένο δέντρο. Οι κάτοικοι την κοίταξαν απορημένοι, μα αμέσως έτρεξαν πίσω στο μέρος όπου την είχαν βρει. Και πράγματι, βρήκαν την εικόνα της Παναγίας στη ρίζα του δέντρου να τους κοιτάζει με τη γαλήνια μορφή της.

Οι απλοί αυτοί άνθρωποι κράτησαν τις σκέψεις στον νου και την καρδιά τους, χωρίς να προσπαθούν να δώσουν εξήγηση στο γεγονός... Απλά επέστρεψαν την εικόνα στο χωριό τους.

Το επόμενο πρωινό συνέβη πάλι το ίδιο. Τότε οι χωρικοί κατάλαβαν πως ίσως η εικόνα δεν είχε χαθεί, παρά τους έδειχνε πού ήθελε να βρίσκεται. Γι' αυτό και οι κάτοικοι αυτού του χωριού που επιλέχθηκαν από την Παναγία να δουν τη θωριά της και να την ευλαβούν, αποφάσισαν να χτίσουν μια μικρή εκκλησία κοντά στο καμένο δέντρο.

Το εκκλησάκι χτίστηκε μέρα τη μέρα, πέτρα την πέτρα και σιγά σιγά η μικρή εκκλησία μεγάλωσε, ώσπου αργότερα γύρω απ' αυτή χτίστηκε ένα μικρό μοναστήρι.

Τα χρόνια πέρασαν. Οι άνθρωποι έφυγαν, άλλοι γεννήθηκαν, τα παιδιά έγιναν γονείς και οι γονείς έγιναν παππούδες, αλλά η εικόνα έμεινε εκεί. Και το δέντρο, μολονότι είχε καεί, δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Λένε, μάλιστα, πως κάθε Αύγουστο, όταν το καλοκαίρι σωπαίνει λίγο πριν από τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας, μικρά φιδάκια βγαίνουν ανάμεσα στις πέτρες και στα χόρτα. Κανείς δεν τα φοβάται, αφού οι παλιοί πιστεύουν πως είναι οι μικροί φύλακες του τόπου.

Και τα βράδια, όταν φυσά απαλά ο αέρας μέσα απ' τα κλαδιά, μπορεί κανείς ν' ακούσει μια ιστορία που περνά από στόμα σε στόμα, λέγοντας πως εκεί όπου όλα κάηκαν, κάτι έμεινε άθικτο και πως μερικές φορές, όταν οι άνθρωποι ψάχνουν να βρουν τον δρόμο τους, δεν χρειάζεται να κοιτάξουν μακριά, αρκεί να προσέξουν ένα μικρό φως στη ρίζα ενός δέντρου.

Εκεί μπορεί να βρίσκεται ένα θαύμα που περιμένει σιωπηλά να το δουν...


Copyright © Μαρία Καρυτινού All rights reserved, Αύγουστος 2026
Πρώτη δημοσίευση
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε έργο τέχνης από την Ελένη Μαραθού [Σαν παραμύθι, ακουαρέλα]