Το The Effect της Lucy Prebble, που παρουσιάζεται στο θέατρο Αυλαία, δεν είναι απλώς ένα έργο για τον έρωτα ή την ψυχική διαταραχή. Είναι ένα έργο για την αμφιβολία για εκείνη τη λεπτή, σχεδόν τρομακτική, γραμμή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη βιοχημεία, ανάμεσα στο «σε αγαπώ» και στο «είναι απλώς χημεία».
Σε ένα ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής αντικαταθλιπτικών, δύο νέοι άνθρωποι ερωτεύονται ή ίσως πιστεύουν ότι ερωτεύονται. Το σώμα αντιδρά, ο νους αμφιβάλλει και ο θεατής καλείται να αναρωτηθεί αν υπάρχει τρόπος να διαχωριστεί το αυθεντικό συναίσθημα από τη χημική του προέλευση. Η Prebble δεν προσφέρει απαντήσεις· δημιουργεί έναν χώρο όπου επιστήμη και συναίσθημα συγκρούονται, αφήνοντας μια αίσθηση εκκρεμότητας που επιμένει και μετά το τέλος.
Φεύγοντας από την παράσταση, ένιωθα βαθιά προβληματισμένη. Όχι μόνο για όσα είχα παρακολουθήσει, αλλά γιατί, με έναν τρόπο, είχα βρεθεί και η ίδια κοντά σε μια παρόμοια προσωπική εμπειρία. Δεν μπορούσα να επιλέξω πλευρά. Να εμπιστευτώ το συναίσθημα ή να το αμφισβητήσω; Και ίσως αυτή η αδυναμία επιλογής να είναι το πιο ειλικρινές αποτέλεσμα του έργου μια συνθήκη όπου η βεβαιότητα διαλύεται και μένει μόνο η ανθρώπινη ευαλωτότητα.
Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Παράσχου δείχνει μια σαφή ωρίμανση και μια πλέον αναγνωρίσιμη σκηνική ταυτότητα. Η προσέγγισή του είναι λιτή, ελεγχόμενη και ακριβής, με έναν ρυθμό σχεδόν εργαστηριακό, που επιτρέπει στην ψυχολογική ένταση να αναπτυχθεί σταδιακά. Δεν υπάρχουν εξάρσεις για εντυπωσιασμό μόνο μια σταθερή, υπόγεια πίεση που αντανακλά τη συναισθηματική κατάσταση των προσώπων.
Οι ερμηνείες της Άννα-Μαρία Γάτου, του Ιωάννη Καμπούρη, της Δήμητρας Κούρτη και του Μίλτου Τσιάντου κινούνται σε ένα σύγχρονο, εσωτερικό ύφος, αποφεύγοντας τον μελοδραματισμό. Οι χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται ως φορείς ιδεών αλλά ως άνθρωποι που παλεύουν να καταλάβουν τι τους συμβαίνει. Αυτή η αμηχανία, η ευθραυστότητα και η αμφισημία κάνουν τη σκηνική τους παρουσία να μοιάζει βαθιά αληθινή.
Καθοριστική είναι η συμβολή της σκηνογραφίας και των κοστουμιών της Μαρίνα Κωνσταντινίδου, που δημιουργούν έναν αποστειρωμένο, σχεδόν δυστοπικό χώρο. Η αισθητική παραπέμπει διακριτικά σε έναν κόσμο sci-fi, χωρίς να γίνεται κυριολεκτική, ενισχύοντας την αίσθηση ότι βρισκόμαστε σε έναν χώρο όπου το συναίσθημα παρατηρείται και ελέγχεται.
Οι προβολές της Δήμητρα Τζαλαβρέτα προσθέτουν μια σχεδόν υπνωτική διάσταση, μετατρέποντας τη σκηνή σε ένα ενδιάμεσο τοπίο ανάμεσα στο πραγματικό και το εργαστηριακό.
Η κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου και η μουσική του Γιώργου Χρυσίκου ενισχύουν τη σωματικότητα και τη νευρική ένταση της παράστασης, ενώ οι φωτισμοί της Δήμητρας Αλουτζανίδου διαμορφώνουν ένα ψυχρό, μεταβαλλόμενο περιβάλλον που αντανακλά τις εσωτερικές μεταπτώσεις των χαρακτήρων.
Αυτό που τελικά μένει δεν είναι μια ιστορία αγάπης ούτε μια ιστορία ασθένειας. Είναι μια ανοιχτή υπαρξιακή ρωγμή. Το The Effect δεν προσφέρει κάθαρση· αφήνει τον θεατή να φύγει με ένα ερώτημα που δεν κλείνει εύκολα. Αν η αγάπη είναι χημεία, τότε τι σημαίνει ότι την αισθανόμαστε τόσο αληθινή; Και αν δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε το ένα από το άλλο, ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο και το πιο ανησυχητικό στοιχείο της ύπαρξής μας.
Επιμέλεια - διορθώσεις: Τζένη Κουκίδου


