ΔΙΠΛΕΣ ΠΡΟΣΚΛΗΣΕΙΣ: Οι περιπέτειες του Παβ * Η Γελάδα *** Ο 1ος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός koukidaki.gr είναι γεγονός! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Από 1η Ιανουαρίου 2020 αλλάζουν οι όροι στις δωροθεσίες. Διαβάστε τους νέους όρους εδώ.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Ώρα μηδέν * Αριάδνη * Το βαλς του ονείρου * Η τελευταία λέξη είναι της μοίρας * Χάρτινος πύργος * Πέντε μέρες κι ένας μήνας * Το καλοκαίρι του αιγόκερου * Η αγάπη μπορεί * Ένγκαρ Χέβενσκαρ, Η επανάσταση * Η κατάρα του φεγγαριού * Άρωμα βροχής * Λίγες και μία νύχτες * Ροδάνθη * Ένας φάρος στην ψυχή μου * Το αγκάθινο στέμμα * Ισμήνη ** Θεατρικό: Άκουσε τα κύματα ** Διηγήματα: Εκεί που ανθίζουν οι κραυγές * Εξ απροόπτου έρωτες * Πόσες είναι οι εποχές; * Με τις βαλίτσες γεμάτες ήλιο * Ψευδάνθρακας και άλλες ιστορίες ** Πεζοποίηση: Σημειώσεις ενός αυτόχειρα ** Παιδικά: Το παραμύθι με τα παραμύθια * Πέντε βιβλία της σειράς ΩΟ * Ονειρικές αφηγήσεις * Παραμυθοταξιδεύοντας... * Η Ντο και τα μαγεμένα πινέλα * Ένας αδικοχαμένος από τη μοίρα γίγαντας και Ο μαγεμένος καθρέφτης * Μάρα Μαντάρα, μια μάγισσα κάπως ξεχασιάρα ** Ποίηση: Τα λογοπαίγνια μιας ύπουλης αλήθειας * 2ος Νόμος * Η γυναίκα του κόσμου * Πέρασε καιρός ** Αυτοβελτίωση-στοχασμοί: Αναζητώντας φως * Now and Zen ** Λευκώματα: Βίβλος βιβλιοφίλων

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Η ευχή των παιδιών

Γράφει η Σοφία Κραββαρίτη
Κατέβηκε με δυσκολία από την καμινάδα.
“Α, στο καλό πια. Μου φαίνεται παραπάχυνα φέτος. Δεν έπρεπε να τρώω τόσο πολύ όλη τη χρονιά” μουρμούρισε για να μην ξυπνήσει κάποιον τέτοια ώρα.
Βγήκε από το τζάκι και τίναξε με τα χέρια τα ρούχα του. Η μουντζούρα έφυγε ως δια μαγείας και ήταν και πάλι πεντακάθαρος. Μέχρι και τα γένια του είχαν μαυρίσει, αλλά τα πάντα αποκαταστάθηκαν. Ήταν ο Άγιος Βασίλης άλλωστε, το μαγικό πνεύμα των Χριστουγέννων.
“Για να δούμε, τι έχουμε εδώ;” μονολόγησε πλησιάζοντας το φορτωμένο με στολίδια, δέντρο. “Χμμμ... τρεις κάλτσες βλέπω, για να δούμε λοιπόν τι θ’ αφήσουμε” είπε γυρνώντας την πλάτη στο δέντρο και ψάχνοντας μέσα στο σάκο.
Ξάφνου, ένας ήχος, κάτι σαν θρόισμα, τον έκανε να γυρίσει απότομα. Το ξάφνιασμά του ήταν μεγάλο και τα έχασε προς στιγμήν, αδυνατώντας ν’ αντιδράσει. Ένα αγοράκι έκανε την εμφάνισή του πίσω από το μεγάλο δέντρο και τ’ αθώα ματάκια του είχαν καρφωθεί πάνω στον ευγενικό ασπρομάλλη. Η έκπληξή του μεγάλωσε ακόμα περισσότερο όταν είδε τον μικρό να βάζει το δάχτυλό του στα χείλη του, υποδεικνύοντας του με αυτό τον τρόπο να κάνει ησυχία.
“Σςςς!” μίλησε το παιδί, “δεν πρέπει να ξυπνήσει η μαμά”.
“Εσύ τι κάνεις ξύπνιος τέτοια ώρα;” ρώτησε ο Άγιος Βασίλης έχοντας συνέλθει πια από την έκπληξη.
“Σε περίμενα” απάντησε ο μικρός με φυσικότητα που εξέπληξε και πάλι τον γέροντα.
“Ήσουν βέβαιος δηλαδή πως θα έρθω;”
“Φυσικά! Και ήθελα να σου μιλήσω ο ίδιος. Να, κοίτα! Σου ετοίμασα κι αυτά μαζί με τ’ αδέρφια μου” του είπε, δείχνοντάς του το τραπέζι.
Ο γενειοφόρος με τα κόκκινα, έστρεψε το βλέμμα του εκεί που έδειξε ο μικρός.
Ένα μικρό πιάτο με κουραμπιέδες και μελομακάρονα βρισκόταν πάνω στο τραπέζι, άλλο ένα πιο μικρό μ’ ένα κομμάτι βασιλόπιτα, καθώς κι ένα με λουκουμάδες. Χαμογέλασε στη θέα της κούπας με την αχνιστή σοκολάτα.
“Συνήθως μου αφήνουν γάλα” είπε καλοσυνάτα στον μικρό “και σίγουρα λιγότερα γλυκά”.
“Το ξέρουμε και σκεφτήκαμε ότι μπορεί να το βαρέθηκες. Άλλωστε πόσο γάλα να πιεις μέσα σ’ ένα βράδυ; Και πόσους κουραμπιέδες και μελομακάρονα να φας;”
Τούτος ο μικρός έχει λογική σκέφτηκε ο Άγιος Βασίλης μ’ ευχαρίστηση.
“Και δε μου λες, που είναι τ’ αδέρφια σου μιας και τα ετοιμάσατε μαζί όλα αυτά;”
“Τους πήρε ο ύπνος” είπε απολογητικά ο μικρός, “αλλά θα τους ξυπνήσω να σε δουν”.
“Δεν πειράζει, δεν χρειάζεται”.
“Όχι, δε γίνεται!” απάντησε σε πιο έντονο ύφος το παιδί “υποσχεθήκαμε ότι αν μείνει κάποιος ξύπνιος, θα μιλήσει και στους άλλους όταν έρθεις. Θα είναι κακό να σε δω μόνο εγώ”.
“Καλά λοιπόν” απάντησε ο γέροντας συγκινημένος “πήγαινε να τους φωνάξεις, αλλά μην ξυπνήσεις τους γονείς σου”.
“Μόνο η μαμά είναι εδώ, αλλά δεν την ξυπνάω. Δεν πρέπει ν’ ακούσει αυτά που έχουμε να σου πούμε” είπε ο μικρός και έφυγε βιαστικά.
Οι τελευταίες κουβέντες του πιτσιρικά, του κέντρισαν το ενδιαφέρον και αναρωτήθηκε τι μπορεί να ήθελαν να του πουν τα παιδιά. Δοκίμασε λίγη ζεστή σοκολάτα όσο περίμενε και ευχαριστήθηκε τη γεύση της. Κοίταξε και τα πιάτα.
Έκοψε ένα μικρό κομμάτι από την πίτα και στη συνέχεια, έφαγε ένα λουκουμά απολαμβάνοντας το μέλι και το τριμμένο καρύδι που είχε πάνω.
“Μμμμ... υπέροχη γεύση” μονολόγησε μπουκωμένος.
Στον δεύτερο λουκουμά, τα παιδιά έκαναν την εμφάνισή τους. Άλλο ένα αγόρι κι ένα κοριτσάκι ελάχιστα μεγαλύτερα, τον πλησίασαν διστακτικά.
“Ελάτε” τους είπε ο μικρός “μη φοβάστε, είναι καλός, μιλήσαμε”.
“Προτείνω να καθίσουμε και να τα πούμε, μη στεκόμαστε όρθιοι, είμαι και γέρος άνθρωπος” τους είπε χαρωπά κλείνοντάς τους το μάτι για να τα κάνει να αισθανθούν άνετα.
Πράγματι, τα δύο μεγαλύτερα χαμογέλασαν και τον πλησίασαν πιο πολύ.
“Βλέπω μια ωραία πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και κάτι άνετα μαξιλάρια για εσάς, τι λέτε θα βολευτούμε;”
“Ουυυυ!!!” πήρε τον λόγο ο μικρότερος, “εκεί καθόμαστε και με τη μαμά”.
“Τέλεια λοιπόν! Θα μου επιτρέψετε να πάρω και τη σοκολάτα μου, που είναι υπέροχη! Αλήθεια, ποιος την έφτιαξε;”
“Εγώ...” απάντησε ντροπαλά το κοριτσάκι.
“Συγχαρητήρια μικρούλα μου, μου αρέσει πολύ! Πάμε τώρα να τα πούμε”.
Ο Άγιος Βασίλης βολεύτηκε στην αναπαυτική πολυθρόνα και παρακολούθησε τα παιδιά που έπαιρναν θέση στα μαξιλάρια. Κατάλαβε ότι το καθένα είχε το δικό του από τον τρόπο που κάθισαν εντελώς μηχανικά. Κόκκινο για το κορίτσι, πορτοκαλί για το ένα αγόρι και μπλε για το άλλο. Κοίταξε για λίγο τα πρόσωπά τους. Όμορφα πολύ με καθαρό βλέμμα και σκιές στα μάτια. Πολλές σκιές, εκείνες της μοναξιάς και της καμουφλαρισμένης θλίψης.
“Λέω να ξεκινήσουμε από τα δώρα σας. Τι θα επιθυμούσατε;”
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και αυτό του προξένησε απορία. Δεν έμοιαζαν ν’ αναρωτιούνται τι παιχνίδι θέλουν. Κάτι άλλο λαχταρούσε η ψυχή τους, τι όμως;
“Θέλεις να μου πεις εσύ πρώτος;” ρώτησε τον μεγαλύτερο που δεν είχε πει κουβέντα μέχρι εκείνη την ώρα.
“Δεν ξέρω...” απάντησε το παιδί διστακτικά χαμηλώνοντας τα μάτια του.
“Θα σου πω εγώ” πετάχτηκε ο μικρούλης με θάρρος.
Ενδιαφέρον. Η ομάδα έχει αρχηγό σκέφτηκε ο ηλικιωμένος.
“Για πες μου λοιπόν εσύ” του απηύθυνε το λόγο.
“Θέλουμε τη μαμά στο σπίτι. Λείπει συνέχεια και είμαστε μόνοι μας”.
Η καρδιά του Άγιου Βασίλη σφίχτηκε. Κοίταξε γύρω του. Το σπίτι δεν ήταν πολύ μεγάλο, ήταν όμως καθαρό και ζεστό. Είχε αγάπη μέσα. Οι σκιές στις γωνίες υπήρχαν, όμως η αγάπη ήταν εκεί.
“Και γιατί λείπει;” ρώτησε τα παιδιά.
“Γιατί δουλεύει” μπήκε και το κοριτσάκι στη συζήτηση.
“Ο μπαμπάς σας;”
Οι σκιές ξεχύθηκαν από τις καρδιές τους και έστησαν χορό.
“Δε ζει μαζί μας, έχει φύγει” μίλησε τώρα ο μεγαλύτερος.
“Και δε βοηθάει για να δουλεύει λιγότερο η μαμά κι έτσι μένουμε συνέχεια μόνοι μας” είπε πάλι ο μικρός που αποδείχθηκε λαλίστατος.
“Άρα η μαμά σας δεν κάνει κάτι κακό” τους είπε μαλακά.
“Όχι” είπε η μικρή “αλλά θα έπρεπε να δουλεύει λιγότερο για να τη βλέπουμε κι εμείς. Άλλωστε, δε χρειαζόμαστε πολλά πράγματα, γιατί δουλεύει τόσο; Εμάς ποιος θα μας προσέχει όταν λείπει; Πολλές φορές φοβόμαστε, αλλά δεν της το λέμε”.
Αναθεματισμένες μέρες με τα προβλήματά σας κάθε χρόνο, αγανάκτησε από μέσα του.
“Είμαι σίγουρος πως δεν της αρέσει αυτό, αλλά μάλλον δεν έχει κι άλλη επιλογή. Ποια μαμά δε θέλει να προσφέρει στα παιδιά της; Άλλωστε, πρέπει να δουλέψει για να μπορέσετε να ζήσετε, φαντάζομαι το καταλαβαίνετε αυτό” απάντησε σοβαρά στα παιδιά που έμοιαζαν να κρέμονται από τα χείλη του.
“Να δουλεύει, αλλά λιγότερες ώρες. Λείπει συνέχεια από το σπίτι. Όλο τη φωνάζουν και πρέπει να πηγαίνει” συμπλήρωσε ο μεγάλος. “Γιατί δεν τους λέει ότι έχει μικρά παιδιά στο σπίτι;” ολοκλήρωσε μελαγχολικά.
“Να, ακόμα και σήμερα, ήρθε αργά και νομίζαμε ότι δε θα προλάβουμε να αλλάξουμε τον χρόνο μαζί” ξαναμίλησε η μικρή.
Τα κοίταζε για λίγο χωρίς να μιλά. Ήταν σίγουρος πως τα παιδιά καταλάβαιναν την ανάγκη της να δουλέψει, αλλά τους έλειπε πολύ, τη χρειάζονταν εκεί, αυτό ήταν ολοφάνερο. Υπάρχουν πολλά που μπορείς να πεις για να παρηγορήσεις ένα παιδί, όμως τα κριτήριά τους είναι αυστηρά και απόλυτα. Η μητέρα πρέπει να είναι εκεί, τέλος.
“Να σας ρωτήσω κάτι;” τους είπε μετά από λίγη σκέψη.
“Τι;” είπαν τα παιδιά με μια φωνή.
“Έχετε σκεφτεί πως θα ήταν η ζωή σας αν η μητέρα σας δε δούλευε; Εσείς είπατε πως ο μπαμπά σας δεν τη βοηθά. Τι θα μπορούσε λοιπόν να κάνει;”
“Να βρει μια άλλη δουλειά. Να μη δουλεύει τόσο πολύ. Συνέχεια εκείνη φωνάζουν να πηγαίνει. Να κάνει λιγότερα” πετάχτηκε ο μικρός αγανακτισμένος.
“Δεν είναι τόσο απλό” τους απάντησε κουνώντας το κεφάλι. “Η δουλειά δεν είναι πάντα επιλογή μας, να ξέρετε. Και ειδικά κάτω από δύσκολες συνθήκες όπως αυτή, είμαστε πολλές φορές αναγκασμένοι να σκύβουμε το κεφάλι επειδή δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Όμως πρέπει να δείτε τα θετικά σε όλο αυτό. Η μητέρα σας δε σας εγκατέλειψε και αγωνίζεται όσο μπορεί. Είμαι σίγουρος πως στενοχωριέται που λείπει τόσο και σίγουρα θα προτιμούσε να είναι μαζί με τρία αξιολάτρευτα παιδιά όπως εσείς”.
“Ναι, αλλά...” ξεκίνησε πάλι ο μικρός κομπιάζοντας.
“Τι;” τον ρώτησε ο γέροντας προβληματισμένος από το ύφος του.
“Μήπως δε θέλει να είναι κοντά μας πολλές ώρες; Κάποιες φορές κάνουμε φασαρία και μπορεί να την ενοχλούμε” ολοκλήρωσε την κουβέντα του σχεδόν δακρυσμένος.
“Μα τι είναι αυτά που λες; Είναι δυνατόν μια μητέρα να μη θέλει να είναι με τα παιδιά της; Είμαι σίγουρος πως, το μόνο που θέλει, είναι το καλύτερο για εσάς” τον καθησύχασε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του μικρού.
“Και ξέρετε και κάτι άλλο;” συνέχισε χαμηλώνοντας λίγο τη φωνή του και σκύβοντας περισσότερο προς το μέρος τους. “Θα σας πω ένα μυστικό” συνέχισε με παιχνιδιάρικο και σχεδόν συνωμοτικό ύφος.
Τα παιδιά τώρα τον παρακολουθούσαν με απόλυτη προσήλωση.
“Κάθε χρόνο, παιδιά όπως εσείς, μου στέλνουν γράμματα για τα δώρα τους. Οι μεγάλοι φυσικά δε μου γράφουν, έχω όμως τη δύναμη και ακούω τις προσευχές τους αυτές τις μέρες. Όχι όλων, κυρίως αυτών που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη”.
“Αλήθεια;” ρώτησαν με δέος τα παιδιά.
“Αλήθεια”, τους απάντησε χαμογελαστά.
“Και τι ζητάνε;” ξαναρώτησαν με ενδιαφέρον.
“Χμ, για να θυμηθώ... Λοιπόν, κάποιοι είναι πολύ θλιμμένοι. Προσεύχονται να βρουν κάτι για να φάνε τα παιδιά τους αυτές τις μέρες τουλάχιστον, που ο περισσότερος κόσμος γιορτάζει. Κάποιες άλλες μαμάδες, παρακαλούν να βρουν επιτέλους μια δουλειά επειδή δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα, κάποιες άλλες ένα καλύτερο σπίτι ίσως γιατί αυτό που ζουν είναι πολύ άσχημο. Πολλές φορές επίσης, ζητάνε ρούχα ή παπούτσια, όχι απαραίτητα καινούρια επειδή αυτά που φορούν τα παιδιά τους είναι σκισμένα. Άλλες μαμάδες παρακαλούν να καταλάβουν τα παιδιά τους πως δουλεύουν πολύ επειδή χρειάζονται τα χρήματα για να ζήσουν και να έχουν όμορφα πράγματα που θα τα κάνουν χαρούμενα. Καμιά φορά κλαίνε τα βράδια όταν ξαπλώνουν”.
“Αλήθεια; Κλαίει και η δική μας μαμά;” ρώτησε η μικρή βουρκωμένη.
Η γραμμή τώρα πια ήταν λεπτή, απαιτούσε σωστό χειρισμό. Τα παιδιά έπρεπε να κατανοήσουν και όχι να έχουν ένα λόγο επιπλέον να στενοχωριούνται.
“Μη στενοχωριέσαι καλό μου” απάντησε τρυφερά, “η μαμά σας είναι πολύ δυνατή, αυτός είναι και ο λόγος που καταφέρνει να δουλεύει τόσο πολύ. Ξέρω πως είναι περήφανη για εσάς που είστε τόσο καλά και γενναία παιδιά και γνωρίζει πως κατά βάθος καταλαβαίνετε. Έχω ακούσει να λέει στις προσευχές της πως χαίρεται που έχετε την υγεία σας και είναι ευχαριστημένη που μπορεί να σας προσφέρει κάποια πράγματα που ίσως να μην είναι αρκετά, είναι όμως πολύ περισσότερα από αυτά που δεν έχουν καθόλου κάποια άλλα παιδάκια. Αυτές τις μέρες θλίβεται που δεν μπορεί να είναι περισσότερο κοντά σας, αλλά είναι ευχαριστημένη που είστε όλοι μαζί και έχετε τα απαραίτητα αγαθά για να γιορτάσετε. Βλέπετε, δεν ξεχνά πως υπάρχει τόση δυστυχία γύρω της και δεν ξεχνά ποτέ να νιώθει ευγνωμοσύνη για όλα όσα έχετε”.
Τα τρία παιδιά δεν έχαναν λέξη από όσα έλεγε και τώρα στέκονταν αμίλητα και σοβαρά. Τα λόγια του, χάιδευαν απαλά τις τρυφερές ψυχές τους και μια γαλήνη είχε ξεχυθεί μέσα τους.
“Εμείς δε θέλουμε να στενοχωριέται” μίλησε πρώτος ο μεγάλος.
“Και θα κάνουμε υπομονή” συμπλήρωσε ο μικρός.
“Σίγουρα όμως δεν κλαίει τα βράδια, έτσι;” ζήτησε και το κορίτσι επιβεβαίωση.
“Σίγουρα” τους απάντησε γλυκά. “Και ξέρετε γιατί;”
“Γιατί;” ρώτησαν περιμένοντας με λαχτάρα την απάντησή του.
“Επειδή κάθε βράδυ πριν ξαπλώσει μπαίνει στο δωμάτιό σας και σας κοιτάζει την ώρα που κοιμάστε. Στρώνει καλά τα σκεπάσματά σας, χαϊδεύει τα μαλλιά σας και είναι ευτυχισμένη που είστε καλά και σας έχει κοντά της. Στη συνέχεια, σας φιλάει και πηγαίνει στο δωμάτιό της, όπου ξαπλώνει ήρεμη κι ευχαριστημένη. Γιατί πάνω απ’ όλα αυτό την ενδιαφέρει. Το ότι είστε μαζί και θα κάνει τα πάντα για να μην αλλάξει αυτό”.
Τα πρόσωπά τους είχαν αποκτήσει μια λάμψη και η ικανοποίηση είχε αποτυπωθεί πάνω τους. Ο σοφός γέροντας τα είχε καταφέρει περίφημα. Σηκώθηκε όρθιος.
“Νομίζω πως τώρα πια καταλάβατε. Είναι ώρα να φύγω, υπάρχουν πολλά παιδιά εκεί έξω που περιμένουν και αυτά τη δική τους χαρά” τους είπε πλησιάζοντας στο σημείο που είχε τον σάκο του.
“Και τώρα, ώρα για τα δώρα σας” είπε βγάζοντας τρία πακέτα από μέσα.
“Δεν πειράζει, ας μη μας αφήσεις, καλύτερα να πάρουν και άλλα παιδάκια. Εμάς, μας πήρε η μαμά τα Χριστούγεννα” του είπε η μικρή προκαλώντας του συγκίνηση.
“Να είσαι σίγουρη πως με αυτά τα δώρα, η μαμά σας θα ευχαριστηθεί πολύ περισσότερο από εσάς” της απάντησε. “Όμως θα μου κάνετε τη χάρη να τ’ ανοίξετε όταν θα ξυπνήσει κι εκείνη. Είμαι σίγουρος ότι δε θέλετε να χάσετε τη χαρά στο πρόσωπό της. Κι αν τη δείτε να δακρύσει, μη στενοχωρηθείτε. Θα είναι δάκρυα ευτυχίας”.
“Το υποσχόμαστε” έδωσαν το λόγο τους όλα μαζί.
“Και τώρα προτείνω μιας και είστε όλοι ξύπνιοι και αυτή κοιμάται, να πάτε εσείς στο δωμάτιό της να γαληνέψετε τον ύπνο της. Και να θυμάστε πως το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να σας χαρίσει η μητέρα σας, είναι η αγάπη της. Ακόμα κι όταν είναι κουρασμένη, όταν φωνάζει ή όταν σας μαλώνει. Αυτό να έχετε πάντα στο μυαλό σας όταν λείπει πολλές ώρες”.
“Θα το θυμόμαστε” ξανάπαν όλα μαζί.
“Πηγαίνετε λοιπόν και να θυμάστε πάντα την κουβέντα που κάναμε”.
Γύρισαν την πλάτη τους και ξεκίνησαν νυχοπατώντας για το δωμάτιό της. Άνοιξαν σιγά την πόρτα και μπήκαν μέσα. Την παρακολουθούσαν που κοιμόταν και τα βλέμματά τους ήταν φορτωμένα με λατρεία. Πλησίασαν το κρεβάτι της με προσοχή και χάιδεψαν και τα τρία τα μαλλιά της. Ένα γλυκό φιλί από το καθένα, στόλισε τα μάγουλά της. Υποχώρησαν και πάλι στις μύτες των ποδιών τους και στάθηκαν κοντά στην πόρτα. Έριξαν μια τελευταία ματιά στη μητέρα τους γαληνεμένα και ευτυχισμένα.
“Πάμε” ψιθύρισε ο μικρός, “δεν πρέπει να την ξυπνήσουμε, να την αφήσουμε να ξεκουραστεί”.
“Ναι” συμφώνησε και το κορίτσι, “αύριο δουλεύει πάλι και πρέπει να κοιμηθεί”.
“Να ξυπνήσουμε πιο νωρίς να φτιάξουμε εμείς το πρωινό” είπε και ο μεγάλος.
Έκλεισαν αθόρυβα την πόρτα πίσω τους.
“Φαντάζεστε το πρόσωπό της όταν φτιάξουμε το πρωινό;” ξανάπε ο μεγάλος.
“Ου!” αναφώνησε η μικρή, “ειδικά όταν δει την κουζίνα μετά”.
Έπνιξαν τα χαχανητά τους βάζοντας τα χέρια μπροστά στο στόμα τους. Μπήκαν στο δωμάτιό τους και γέλασαν ελεύθερα.
“Θα καθαρίσουμε εμείς μετά” είπε ο μικρός.
“Αυτό θα κάνουμε” είπε και η μικρή. “Και μετά θα την αφήσουμε να καθαρίσει το μπάχαλο”.
Τα γέλια τους αυτή τη φορά ξύπνησαν τη μητέρα τους που ανακάθισε απορώντας προς στιγμήν για το τι συμβαίνει. Αφουγκράστηκε για λίγο και άκουσε πάλι τα γέλια από το δωμάτιό της.
Τι όμορφα που ξεκινά η χρονιά! σκέφτηκε και αποκοιμήθηκε πάλι ευτυχισμένη...

🎅

Copyright © Σοφία Κραββαρίτη All rights reserved, 2018
Στη συνοδευτική εικόνα βλέπετε πίνακα αγνώστου που βρήκα στο διαδίκτυο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Η επανάσταση, Σπύρος ΠαπαλέξηςΗ Ντο και τα μαγεμένα πινέλα, Μ.ΤσακιρίδουΣειρά βιβλίων ΩΟ, Σόφι ΆντερσενΆρωμα βροχής, Τ. ΚοντοπούλουΤο βαλς του ονείρου, Ελισάβετ ΔανέζηNow and Zen, Άγγελος ΜπάκαςΟνειρικές αφηγήσεις, The weird side tales
Ισμήνη, Μαρία ΛιβυκούΠέντε μέρες κι ένας μήνας, Π. ΜπακέλλαΤο καλοκαίρι του αιγόκερου, Δ. ΤσιχλάκηςΠέρασες καιρός, Ε. ΛούμπαΈνας φάρος στην ψυχή μου, Β. ΜακαρίουΡοδάνθη, Μ. ΠαπαπαναγιώτουΨευδάνθρακας και άλλες ιστορίες, Ε.Μακαριάδη
Πόσες είναι οι εποχές; Σ.Λειβαδιώτου2ος Νόμος, Αργύρης ΧριστομάγνοςΣημειώσεις ενός αυτόχειρα, Γ. ΡόγγαςΜε τις βαλίτσες γεμάτες ήλιο, F,AmbrosoΜάρα Μαντάρα, μια μάγισσα κάπως ξεχασιάρα, Ε.Μ.Τσουκάλη
Η κατάρα του φεγγαριού, Β. ΚοτλίτσαΜύθοι και Ιστορίες της Άπω Ανατολής
Το αγκάθινο στέμμα, Θ. ΓιαννόπουλοςΗ τελευταία λέξη είναι της μοίρας, Μ. ΚατσούπηΤα λογοπαίγνια μιας ύπουλης αλήθειας, Σ. ΦράγγοςΗ αγάπη μπορεί, Σ. ΠετρίδουΗ γυναίκα του κόσμου, Νίκη Ταγκάλου
Λίγες και μία νύχτες, Ι, ΖουργόςΕξ απροόπτου έρωτες, Ισμήνη Ζαγοραίου