1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Παρακαλούνται οι συμμετέχοντες όπως ελέγχουν το ηλεκτρονικό τους ταχυδρομείο για επιβεβαίωση καταχώρησης του κειμένου τους, διευκρινήσεις ή ελλειπή στοιχεία. Ως ημερομηνία υποβολής μετράει η ημερομηνία αποστολής του πρώτου email, που φέρει το επισυναπτόμενο έργο, ασχέτως αν η επιβεβαίωση καθυστερήσει κάποιες μέρες λόγω φόρτου εργασιών ή διευκρινήσεων όπου απαιτούνται *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Κάποιες κληρώσεις παίρνουν λίγες μέρες παράταση και άλλες μεταφέρονται σε άλλο χρόνο. Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Αφιερωμένο στον γιο μου * Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Η κερκόπορτα και άλλα διηγήματα * Η γυναίκα που αγάπησα * ΟνειΡεύματα * Ο Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί * Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Εξελισσόμενη εφηβεία * Το φθαρμένο μολύβι * Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι ** Παιδικά: Τρία παραμύθια όλο τραγούδια * Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω * Αλφισμός

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2020

Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν

Άπαντα τα ποιήματα


Ο τόμος αποτελεί μια έξοχη δουλειά των εκδόσεων Βακχικόν που έφεραν το ελληνικό αναγνωστικό κοινό κοντά στην ποίηση της Μπάχμαν η οποία μεταφράζεται για πρώτη φορά στη γλώσσα μας -από τη Χριστίνα Παναγιώτα Γραμματικοπούλου, μια επίσης ενδιαφέρουσα λογοτεχνική πένα.
Το βιβλίο περιλαμβάνει διάφορα άλλα στοιχεία για τη ζωή και το έργο της προσδοκώντας μια ολοκληρωμένη όσο το δυνατόν επαφή με τη δημιουργό και κατανόηση των ποιημάτων. Στο κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα διαβάζουμε για τη ζωή της και τις συγκινήσεις αυτής. Για τις αναταράξεις που τη σημάδεψαν από νεαρή ηλικία, τη φρίκη του πολέμου, τις πολυτάραχες ημέρες, τη καλλιτεχνική της φύση και, φυσικά, τα δημιουργικά σκοτάδια της. Και βάζω εκείνο το «φυσικά» γιατί ο στίχος συχνά -μη πω πάντα- συνδέεται με το σκοτάδι παρά με το φως, με τη θλίψη και όχι με τη χαρά, με το κάτω και όχι το πάνω.
Στη σκιαγράφηση που ακολουθεί έχω χωρίσει τις σημειώσεις μου όπως τα μέρη της συλλογής και προσπάθησα να τις απομονώσω ανά κεφάλαιο-ποιητική συλλογή ή δημιουργική περίοδο της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν, σα να είχα να διαχειριστώ διαφορετικά βιβλία.

Της νιότης

Το μέρος αυτό περιέχει τα πολύ πρώιμα έργα που έγραψε κατά τα μαθητικά και φοιτητικά της έτη. Παρόλα αυτά διακρίνουμε ήδη τον ακραίο τρόπο που επιλέγει στη ζωή. Γίνεται απόλυτη και δείχνει αδάμαστη. Κι αν κάποιος υποστηρίξει ότι αυτά τα στοιχεία είναι ενδείξεις της εφηβείας και νεότητας των περισσοτέρων ατόμων, όμως οι αναφορές στο κακό του κόσμου, στις σκιές και τα δεσμά... η ματιά στο μέσα, στο εσωτερικό που επιχειρείται, είναι ξεκάθαρες διαφοροποιήσεις από το μέσο όρο και καλλιτεχνικές εκφάνσεις/εκφράσεις. Μόνο σε αυτήν την περίοδο θα αναφέρει φώτα, φως και φωτιές· μάλλον ένεκα του βρασμού της νεανικότητας γιατί όλα όσα υπερτερούν τελικά σχετίζονται με την κατάδυση (της). Πάντως θεωρώ ότι ήδη ξέρει την μοναδικότητά της, με τον τρόπο εκείνο που όλοι οι φύσει καλλιτεχνικοί άνθρωποι γνωρίζουν ότι αποκλείνουν από το σύνηθες.

Αν ανέβω, θα ανέβω ψηλά / Αν πέσω, θα βυθιστώ ολάκερα.

1948-1953

Καθώς το 1948 είναι η χρονιά που θα δει δημοσιευμένα τα πρώτα της έργα, αρχίζει να γίνεται πιο επιλεκτική με τις λέξεις. Και δε θα πω προσεκτική, γιατί νομίζω ότι δε θέλησε ποτέ να «δηλώσει» κάτι ψεύτικο, να μιλήσει μυθοπλαστικά για εκείνη ή για τη ζωή. Συχνά γράφει σε πρώτο πρόσωπο, πρώτα για εκείνη και μετά για κάθε άλλον.

πάντοτε απαιτώ / να διηγηθώ τα πάντα με λεπτομέρεια

Ήδη την προσπάθεια την απειλούνε ξένοι οιωνοί, / και την επιθυμία, βαθιά ο ένας τον άλλονε να αντικρίσει / διαχωρίζει ένας σταυρός, ο καθένας μας μονάχος του να σβήσει.

Αδυνατώ πια να δω μονοπάτι, όταν βλέπω μονοπάτι (μπροστά μου).

Κι ακούω και την ανάσα σου ακόμα / και τη λέξη, με την οποία με χτύπησες.

Σκάβει σκύβοντας μέσα της, όλο και πιο βαθιά κι αφιλτράριστα και διαγιγνώσκει τη διαφορετικότητά της από το σύνολο. Όσα την προσδιορίζουν ως άτομο και όσα την απομακρύνουν από την πλειοψηφία. Αισθάνεται την ανάσα του μοναχισμού στον οποίο καταδικάζονται οι καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του κόσμου και «βλέπει» τα σκοτάδια γύρω της περισσότερο από οτιδήποτε άλλο.

Εμείς, εξόριστοι στον χρόνο / και διωγμένοι από τον χώρο

Ποιος ξέρει, αν ήδη δεν πεθαίνουμε καιρό, πολύν καιρό;

Υπάρχει διακριτή η όδευση προς το θάνατο και μάλιστα, ξεχώρισα έναν στίχο που λειτούργησε σε εμένα ως προάγγελος/προφητικός της σύντομης βιολογικής ζωής της.

Δεν διαρκούμε πολύ, πετάμε έργα γύρω μας

Η διαδρομή τελείωσε, μα εγώ δεν τελείωσα με τίποτα, / κάθε μέρος μου πήρε της αγάπης μου τμήματα, / κάθε φως μού έκαψε ένα μάτι / σε κάθε σκιά μού σκίστηκε το φουστάνι.

Ήδη, από αυτά τα πρώτα έργα, υπερισχύει το μπλε (χρώμα, ουρανός, θάλασσα, νερό, βροχή...) με έναν τρόπο καθοριστικό για όλη την ποιητική της πορεία, και από δίπλα το ασημί και το χρυσό ως εκλάμψεις μέσα στο έρεβος (είτε του τοπίου, είτε της ψυχής).

Ο δανεισμένος χρόνος

Εξακολουθεί να γράφει για πλοία, ταξίδια, θάλασσες... και όλα τα μέρη που κυριεύουν/σημαδεύουν τη ζωή της. Ξεχωρίζουν το Παρίσι και ο έρωτας.

είμαστε χαμένοι, / στις οδούς των ιδιοφυών πάνω, / μα όπου εμείς δεν είμαστε, είναι νύχτα.

Όταν χρησιμοποιεί δεύτερο πρόσωπο, πρέπει να διαβάσεις δεύτερη και τρίτη φορά το κείμενο για να δεις αν μιλάει στον αναγνώστη ή σε εκείνη την ίδια -πολλές φορές νομίζω ότι μιλάει στον εαυτό της- κι επαναλαμβάνει στίχους από ποίημα σε ποίημα, σα συνδετικές γέφυρες μεταξύ τους.

Έρχονται πιο σκληρές μέρες.

Της αρέσει πια να ολοκληρώνει όπως αρχίζει ένα έργο, σαν κύκλος που κλείνει για να ξεκινήσει και πάλι σε μια αέναη επανάληψη.

Το ανείπωτο βαδίζει, σιωπηλά ειπωμένο, πάνω από τη χώρα: / ακόμα δεν πήγε μεσημέρι.

Ο πόλεμος δεν κηρύσσεται πια, / αλλά συνεχίζεται.

Ο πόλεμος κυριεύει τις λέξεις της. Δικαίως.

Η θεότητά μας / η ιστορία μάς κράτησε ένα μνήμα, / από το οποίο δεν υπάρχει ανάσταση.

Πώς το αντέχουν τα ονόματα, / τους δίχως όνομα να κουβαλάνε;

Αδιάβατα τα μονοπάτια στην απόκρημνη πλαγιά του παραδείσου.

Ποίηση δεύτερης και τρίτης ανάγνωσης που απαιτεί ποιοτικό κι ουσιαστικό χρόνο από το κοινό της. Αποκτά όλο και περισσότερο ποιητικοεκφραστικό βάθος χωρίς περιττόλογα, χωρίς υπερβολή ή επίδειξη.

αναζητώντας το χαμόγελο Ναι και το χαμόγελο Όχι.

σε αμήν καταλήγουν όλα τα λόγια.

Υπήρξαμε νεκροί, ζωντανοί, κάποτε ένα πλάσμα / και κάποτε ένα πράγμα. (Ποτέ δεν θα είμαστε ελεύθεροι!)

Ξεχώρισα το «Βιογραφικό σημείωμα» όπου εκείνο το: Πάντα η νύχτα. / Και μέρα καμία. θα μπορούσε να γίνει τίτλος του συνόλου της εργογραφίας της.
Στο έργο «Η μπλε ώρα» επικυρώνει το μπλε όλων των προηγούμενων γραφών ενώ θα το διατηρήσει ως το τέλος αμείωτο.
Η μια πέτρα ξέρει να μαλακώσει την άλλη! γράφει. Όπως τα διαμάντια, πέτρες κι αυτά, που κόβονται με άλλα διαμάντια.
Επιμένει στο χειμώνα και στο χιόνι. Το λευκό ως στοιχείο θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο από εδώ και στο εξής και θα πρωταγωνιστήσει σε όλα τα καίρια σημεία αναφοράς της, στα σημαντικότερα πράγματα, στις έντονες στιγμές της...  Από το «Μέρες εν λευκό» σχηματοποιείται η λευκή της διάσταση που μεταφέρεται από έργο σε έργο και από εποχή σε εποχή και παίρνει διάφορες μορφές: χιόνι, σύννεφο, παγετός, περιστέρι, πάγος, άνεμος, γάλα, αφρός, σάβανο, ψωμί, φτερά, βράχος, αλεύρι, μνήματα, ελεφαντόδοτο... και πολύ αργότερα, στο «Καλύτερο κόσμο δεν γνωρίζω» (βλέπε παρακάτω) λευκό είναι το κρεβάτι του νοσοκομείου και τα ρούχα των νοσοκόμων ενώ αλλού το κρεβάτι περιγράφεται αλατισμένο (συνδυασμός θάλασσας, γεύσης και λευκού στοιχείου) και μετά-μετά, στα ύστερα συναντάμε: λευκή φυλή, λευκούς παππούδες... και της πυξίδας ο δείκτης νύχτα δείχνει. Και είναι αυτή η μέγιστη αντίθεση που στοιχειώνει την ποίηση. Παντού στους στίχους σκοτάδι και μαύρο όμως άσπρα τα πράγματα γύρω της.

Εισήλθαμε σε καταραμένα δωμάτια / και φωταγωγήσαμε το σκοτάδι / με τα ακροδάχτυλά μας.

Από το γενικό της ύφος διαφοροποιείται σπάνια· όταν το κάνει εκπλήσσει θετικά. Παράδειγμα στη «Διαφήμιση» διαβάζουμε εναλλάξ δύο φωνές χωρίς να χαρακτηρίζεται διαλογικό το ποίημα. Τη μέσα φωνή και την έξω(;), την καλή και την κακή(;), την πρώτη και τη δεύτερη(;), το σκοτεινό έναντι στο φωτεινό(;)...

Καπνισμένη, καταλήγοντας μέσα στον καπνό, η φλόγα αναλογίζεται τις πράξεις της.

Το βήμα στο κενό είναι το τελευταίο βήμα.

Λύτρωσέ με! Δεν μπορώ άλλο να πεθαίνω.

1957-1961

αρπάζω από τον κόσμο το δικό μου το μερίδιο

Είναι τα έτη που ξεκινούν οι διακρίσεις, η επίσημη, ας πούμε, αναγνώριση και τα βραβεία. Θεωρώ ότι δεν επηρεάζεται ο εκφραστικός της τρόπος, το ύφος της εξακολουθεί να μένει ίδιο (ίσως επειδή πάντα υπήρξε ο εαυτός της και τίποτα άλλο, επομένως δεν υπάρχει κάτι να αλλάξει) όμως ενδέχεται να γίνεται πιο επιλεκτική με τα έργα της -πια.

Μονάχη είμαι με τον δολοφόνο μου τον χρόνο

1964-1967

Τα μέρη που επισκέπτεται εισχωρούν στην ποίησή της -μοιραία. Είναι μια πολυτάξιδη περίοδος και οι αναφορές σε πόλεις και χώρες του κόσμου είναι διακριτή. Είναι και μια σύντομη περίοδος όμως, μόλις τέσσερα έτη, καθώς τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο για την Μπάχμαν από το 1968 και ως το θάνατό της.

Δεν έχασα εσένα, / αλλά τον κόσμο.

(Δεν πα' να πρέπει. Ας πρέπει οι άλλοι.)

Καλύτερο κόσμο δεν γνωρίζω

Το μέρος αυτό καλύπτει ουσιαστικά το δεύτερο μισό του τόμου κι αφορά στα έργα της που είδαν το φως της δημοσιότητας από τα αδέρφια της μετά το θάνατό της. Ίσως αυτά τα ποιήματα δεν προβλέπονταν για έκδοση -ποιος να ξέρει στ' αλήθεια- όμως τα αδέρφια της, η Ιζόλντε Μόζερ και ο Χάιντς Μπάχμαν, επισημαίνουν πως αν εκείνη ήθελε να τα αποκηρύξει δε θα τα φύλαγε και σημειώνουν σχετικά με αυτά ότι «έχουμε πολλαπλά να κάνουμε με θραύσματα και δοκιμές, αλλά όχι με τελικές μορφές ποιημάτων». Το στοιχείο αυτό ίσως να εξηγεί την πεζοποίηση που συναντάμε πλέον και το πιο περιγραφικό ύφος, όπως και άλλες φόρμες που δεν απαντώνται στις εκδόσεις της, όπως το στυλ των σύντομων, κοφτών στίχων που δημιουργούν μια ρέουσα κατάσταση στην ποιητική έκφραση. Επίσης, κάποια συνδυάζονται κιόλας μεταξύ τους, τόσο που θα μπορούσαν να γίνουν ένα. Όπως τα «Οδός δόξας» (τίτλος που συναντάμε σε τρία έργα αλλά εδώ γίνεται αναφορά για το έργο της σελίδας 254) και «Ο λόγος του ηλίθιου» ενώ κάποια άλλα έχουν κοινό τίτλο λες και καθένα αποτελεί τμήμα ενός μεγαλύτερου έργου. Λόγου χάρη, όπως η «Υποψία» και «Τα βασανιστήρια» που απαντώνται σε δύο έργα έκαστο. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις υπάρχουν κοινοί στίχοι, εκφράσεις που μεταφέρονται αυτούσιες σε δύο ή τρία έργα συνδέοντάς τα νοερά. Π.χ. στο «Να προσέχετε» ο στίχος μαλακά και ήσυχα γεφυρώνει το κείμενο με τα τρία έργα που φέρουν ως τίτλο το «Μαλακά και ήσυχα» κ.ά.

Όποιος καλύτερο κόσμο γνωρίζει, ας βγει μπροστά.

Πώς θα τελειώσει αυτό; / Έχω γίνει βαρετή / και τόσο αργή, και τόσο ψυχρή, / που δίχως τον πόνο μου δεν θα ήμουν πια στη ζωή.

[...] έχω ήδη / φορεμένο, το μικρό / γιακαδάκι, για να / ξέρει το τσεκούρι, σε ποιο σημείο / το κεφάλι από το σώμα / θα πρέπει να χωριστεί.

Έχει ήδη ξεκινήσει η παρακμή, όχι μόνο η ψυχική αλλά και η βιολογική, η σωματική, η πιο υλική παρακμή. Και η βρωμιά. Υποφέρει περισσότερο από ποτέ και καταγράφει. Είναι πάντα απόλυτη κι αποφασιστική.

Τι απέγινε ο κήπος / μου, ποιος ξερίζωσε / τα λουλούδια μου, / τα μπλε προπαντός

δεν θα ελευθερώσω, ό,τι εμένα / δεν ελευθερώνει, δεν θα / αθωώσω, ό,τι καθημερινά / κάθε νύχτα στο πάθος / με καταδικάζει

Αποδέχεται την κατάστασή της, την κατανοεί. Μια παραδοχή που δεν της ταιριάζει φυσιογνωμικά και αυτό την ενοχλεί.

αφού δεν υπάρχει τίποτα / που πριν από το βράδυ δεν / πεθαίνει, τι ξέρετε / εσείς, δεν πεθαίνετε / πριν το βράδυ

για να μη νιώθεις πια το κακό, ο θάνατος απαιτείται.

Δολοφονημένη η πραγματικότητα, με τον πιο ντελικάτο τρόπο

Καταδύεται στο σκοτάδι της ψυχής χωρίς ελπίδα καμία για άνοδο. Μια συνθήκη ανυπόφορη για την παθούσα όμως συγκλονιστική για τον αναγνώστη. Το ύφος της πια είναι ποικιλόμορφο (δες παραπάνω) και βλέπει ξεκάθαρα το τέλος της.
Στο τέλος-τέλος του βιβλίου υπάρχει το χρονολόγιο της Μπάχμαν. Χρήσιμο για εκείνον που θέλει να γνωρίσει τη ζωή της όμως αν θελήσει κανείς να γνωρίσει την ίδια καλύτερα να διαβάσει τα έργα της.

Υ.Γ.: Προσέξατε το εξώφυλλο; Μια φωτογραφία της ίδιας μπροστά σε ένα σκάκι -με μαύρα και άσπρα τετράγωνα- το οποίο έχει μόνο λευκά πιόνια. Αυτό.
Κλικ για περισσότερα της Τζένης Κουκίδου
Ο τόμος «Άπαντα τα ποιήματα» της Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Ευχαριστώ τον εκδότη για τη διάθεση του βιβλίου.
Το παραπάνω περιέχει αποσπάσματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΑφιερωμένο στον γιο μου, John EmmansΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΑμφιβάλλω, άρα υπάρχω, Δημήτρης Μουστάκας
Αλφισμός, Χ.ΒακιρτζήΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΗ κερκόπορτα και άλλα διηγήματα, Μ.ΒλάχουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
ΟνειΡεύματα, Καποπούλου και ΠαπακώσταςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΗ γυναίκα που αγάπησα, Μαρία Ιωάννου
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΤο φθαρμένο μολύβι, Ευγενία ΣιδέρηΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΟ Μπίλλυ και η Αμαλία στο νησί, Γ.Δίγκας