1ος Διαγωνισμός Παραμυθιού koukidaki - Διαβάστε τα κείμενα που συμμετέχουν, βαθμολογήστε ή σχολιάστε τα! *** Κατεβάστε ΔΩΡΕΑΝ ebooks ΕΔΩ! *** Αν σας αρέσει το θέατρο, παρακολουθείτε όλα τα είδη και επιθυμείτε να μοιράζεστε τις εντυπώσεις σας μαζί μας, επικοινωνήστε με το koukidaki. Αρθρογράφοι, κριτικογράφοι, άνθρωποι με ανάλογη κουλτούρα ζητούνται! *** Δείτε τις προγραμματισμένες ημερομηνίες των κληρώσεων στη σελίδα των όρων.
ΚΕΡΔΙΣΤΕ ΒΙΒΛΙΑ ακολουθώντας τους συνδέσμους. Μυθιστορήματα: Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει * Πέρα από τις οκτάβες * Ωκεανός * Ψίθυροι εραστών * Η κληρονομιά του αίματος * Λίλιθ και Λασθινία * Το μαντήλι της Θέμιδος * Ανατομία ενός καλλιτέχνη ** Θέατρο: Άκουσε τα κύματα * Ταξίδεψα για να σε βρω ** Διηγήματα: Ευτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα * Σκοτεινά φεγγάρια ** Ποίηση: Ως εδώ βυθίζομαι * Ευδόκιμο μέλι * Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός * Σώματα δίχως χρόνο * Λαξεμένοι ψίθυροι ** Νουβέλα: Ενηλικίωση * Η σιωπή της Περσεφόνης * Όταν η μοίρα εκδικείται ** Παιδικό: Τύχη... Ουρανοκατέβατη ** Δοκίμιο: Συμβολή στην ιστορία της Κασσάνδρας ** Άλλα: Αλφισμός

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2020

Γοριλοϊστορίες... στη Ζούγκλα

Μαίρης Γεωργιάδου

Στη μακρινή τη ζούγκλα μια φορά, ζούσε ένας δυνατός και άγριος γορίλας που τον φώναζαν Γορ.
Όμως δεν τον φώναζαν Γορ τα άλλα ζώα, γιατί πολύ απλά δεν τον φώναζαν καθόλου! Τον φοβόντουσαν, γιατί ήταν άγριος και δυνατός, μεγάλος και τρομαχτικός. Και κάθε φορά που προχωρούσε ανάμεσα από τα δέντρα κι έβλεπε κάποιο ζωάκι μπροστά του, κοπανούσε με μανία το στήθος του με τις χερούκλες του για να το φοβερίσει! Έτσι κανένας δεν ήθελε να βρίσκεται κοντά του κι αυτός, μονίμως θυμωμένος, προχωρούσε βγάζοντας τα τρομαχτικά μουγκρητά του.
Ώσπου μια μέρα συνέβη κάτι παράξενο και διαφορετικό. Εκεί που τριγυρνούσε μέσα στη ζούγκλα κατσουφιασμένος ως συνήθως, είδε μπροστά του ένα τόσο δα μικρό μαϊμουδάκι να τον κοιτάει με τα γουρλωτά του μάτια. Κοίταξε αριστερά, κοίταξε δεξιά, μα δεν είδε καμία άλλη μαϊμού εκεί κοντά.
Χωρίς να χάσει χρόνο έκανε αυτό που ήξερε καλύτερα. Χτύπησε το στήθος του για να δείξει πόσο δυνατός είναι. Όμως το μαϊμουδάκι παρέμεινε εκεί να τον παρατηρεί καλά καλά χωρίς να δείχνει ίχνος φόβου. Ο Γορ έξυσε το κεφάλι του και σκέφτηκε ότι δεν ήταν αρκετά πειστικός, έτσι δοκίμασε ξανά να τρομάξει το μικρό ζωάκι. Όμως και πάλι δεν κατάφερε τίποτα. «Ουγκ Ουγκ» του είπε, που σημαίνει στην γοριλογλώσσα «τι γυρεύεις εδώ μόνος σου, μικρέ;» Το μαϊμουδάκι άπλωσε τα τόσο δα μικρά χεράκια του ψηλά και του είπε «ου ου α α α», που σημαίνει στη μαϊμουδογλώσσα «αχ έχασα την οικογένειά μου και δεν ξέρω που να ψάξω να την βρω».
Ο Γορ κοίταξε το μικρό μαϊμουδάκι, που είχε απλωμένα τα χέρια του ψηλά, να ζητούν μια αγκαλιά και σκέφτηκε πως πρώτη φορά δεν το βάζει κάποιος στα πόδια, μετά τη φοβερή επίδειξη δύναμής του! Πρώτη φορά του ζητάει κάποιος, όχι μόνο τη βοήθειά του, μα και μια αγκαλιά! Έξυσε και πάλι το μεγάλο, τριχωτό κεφάλι του και πήρε μια απόφαση. Δε θα άφηνε το μικρό μόνο του. Έτσι έριξε μια γρήγορη ματιά τριγύρω του κι αφού βεβαιώθηκε πως δεν ήταν κανένα άλλο ζώο εκεί κοντά, το σήκωσε και το έβαλε να κάτσει στην πλάτη του. Το μαϊμουδάκι γαντζώθηκε όλο χαρά πάνω στην πλάτη του Γορ κι άρχισε να τον ξύνει, να του τραβάει τις τρίχες, να τσιμπάει, να γαργαλάει. Μα ο Γορ δεν παραπονέθηκε. Ίσα ίσα... ένιωθε παράξενα... σαν... να του άρεσε αυτό το παιχνίδι!
Έτσι δεν άργησαν να φτάσουν λίγο παρακάτω, όταν άκουσαν μουρμουρητά πάνω στα δέντρα. Το μαϊμουδάκι άρχισε να χοροπηδάει μ' ενθουσιασμό πάνω στην πλάτη του γορίλα και να δείχνει τη μαϊμουδοπαρέα ψηλά στο δέντρο. Ο Γορ με έναν μικρό δισταγμό κατέβασε το μικρό από την πλάτη του και το έβαλε επάνω στο κλαδί. Εκείνο έτρεξε με μιας να σκαρφαλώσει στο δέντρο, για να φτάσει την οικογένειά του, ενώ οι άλλες μαϊμουδίτσες είχαν ήδη αρχίσει να κατεβαίνουν από αυτό, ώσπου βρέθηκαν στη μέση του κορμού κι όλο χαρά έσμιξε η μαϊμουδοοικογένεια!
Ο γορίλας έμεινε να κοιτάει αυτή τη σκηνή και να νιώθει κάτι παράξενο και διαφορετικό. Σαν κάτι βαρύ και αόρατο να χοροπήδησε επάνω στο στήθος του και να θρονιάστηκε εκεί. Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που ένοιωθε. Ένοιωθε ολομόναχος! Δεν ήξερε γιατί, αλλά δεν ήθελε να χτυπήσει πια με μανία το στήθος του, να κάνει επίδειξη της δύναμής του, ούτε να τρομάξει τα άλλα ζώα της ζούγκλας. Ήθελε να μην τον φοβούνται πια, ούτε να κρύβονται από αυτόν. Αλλά να αναζητούν την παρέα του, όπως έκαναν οι άλλες μαϊμούδες με το μικρό μαϊμουδάκι. Ήθελε απλά να έχει κι αυτός οικογένεια, να έχει φίλους. Ναι αυτό ήταν! Ήθελε να έχει φίλους που να τον αγαπάνε και να θέλουν να είναι μαζί του. Ήθελε να βοηθάει τους άλλους, σε οτιδήποτε κι αν χρειάζονταν, για να μη νιώθουν μόνοι τους κι ανήμποροι. Να μη νιώθει κι αυτός μόνος του. Την απόφαση την πήρε και ήξερε τι θα έκανε από δω και πέρα.
Χαιρέτησε το μικρό μαϊμουδάκι κουνώντας τα δύο δάχτυλα του ποδιού του, αφού πρώτα αυτό τον ευχαρίστησε στη μαϊμουδογλώσσα λέγοντάς του «ου α ου α ου» που θα πει «σ' ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες να βρω τους δικούς μου» και έφυγε για τη φωλιά του. Πήρε τους καρπούς που έκρυβε για να φάει μόνος του και τους πήγε όλους στη μαϊμουδοοικογένεια κι εκεί έκατσαν και τους έφαγαν όλοι μαζί. Το μαϊμουδάκι χοροπηδούσε όλο χαρά κι έκανε σβούρες γύρω από τον Γορ κι αυτός ένιωσε για άλλη μια φορά, μέσα στην ίδια μέρα, κάτι παράξενο και διαφορετικό. Τώρα στο στήθος του φτερούγιζε κάτι που σίγουρα δεν ήταν από τα προηγούμενα, αμέτρητα κοπανήματά του. Ένιωσε το στόμα του να τραβιέται από τη μία πλευρά και μετά κι από την άλλη, ώσπου έφτασαν οι άκρες των χειλιών του ως τα αυτιά του! Τι να ήταν αυτό, δεν καταλάβαινε! Έσκυψε να πιει νερό στο ποταμάκι παραδίπλα, μα δεν πρόλαβε γιατί είδε την αντανάκλαση του προσώπου του και πετάχτηκε πίσω από την έκπληξή του! Έξυσε το μεγάλο του κεφάλι και έσκυψε να ξανακοιταχτεί καλύτερα. Μα ναι, ήταν τόσο αστείος καθώς τα χείλια του τεντώνονταν ενώ χαμογελούσε στον εαυτό του!
Με το χαμόγελο να μην ξεκολλάει από το πρόσωπό του και χορτάτος πιο πολύ από ποτέ, πήρε τον δρόμο για τη φωλιά του και πάλι. Όμως πριν καλά καλά φτάσει, να σου πετάχτηκε μπροστά του ένα μπλε πουλάκι, που προσπαθούσε να πετάξει μπλεγμένο με ένα περίεργο πράγμα να κρέμεται από τα πόδια του. «Γκου γκου» φώναξε, που στη γοριλογλώσσα σημαίνει «περίμενε θα σε βοηθήσω» και το έπιασε απαλά ξεμπλέκοντας το πράγμα αυτό που έμοιαζε με ανθρώπινο μαραφέτι. Το πουλάκι ανακουφισμένο, τον ευχαρίστησε στην κελαηδογλώσσα και του είπε «τσι τσι ουου» που πάει να πει «σ' ευχαριστώ πολύ που με βοήθησες να ξεμπλεχτώ από αυτό το πράγμα», και πέταξε ανάλαφρο μακριά!
Ο Γορ συνέχισε τον δρόμο του, μα παρακάτω συνάντησε ένα μπερδεμένο θέαμα! Ανάμεσα σε μια συστάδα δέντρων, μπλεγμένος σαν φίδι, είχε πιαστεί ο λαιμός μιας καμηλοπάρδαλης. Η καημένη η καμηλοπάρδαλη, είχε δεθεί κόμπος ο ίδιος της ο λαιμός ανάμεσα από τα δέντρα και άντε να ξεμπλεχτεί! Την πλησίασε απορημένος και τη ρώτησε «ούγκα ούγκα» που πάει να πει στη γοριλογλώσσα «πώς τα κατάφερες και μπλέχτηκες έτσι; Κάτσε να σε ξεμπλέξω». Κι εκείνη ήρεμη, μα κι εξαντλημένη, έμεινε ακίνητη, αφήνοντας τον γορίλα να την ξεμπλέξει, και καθώς δεν μπορούσε να μιλήσει, γιατί είχε πονέσει ο λαιμός της, τόσες ώρες που ήταν δεμένος, τον ευχαρίστησε με μια βαθιά υπόκλιση κι έφυγε με σκυμμένο τον λαιμό για το σπίτι της.
Ο Γορ πλησιάζοντας πια στην φωλιά του σκεφτόταν πως σήμερα ήταν μια ξεχωριστή μέρα γι' αυτόν.
Βοήθησε τρία ζώα της ζούγκλας κι αυτό τον έκανε να νιώσει πολύ καλύτερα απ' όταν τα τρόμαζε! Πού να βοηθούσε και περισσότερα! Ανυπομονούσε για την επόμενη μέρα! Κι η επόμενη μέρα ήρθε πιο λαμπερή από ποτέ! Και μαζί της ήρθε και το λαμπερό χαμόγελο στο πρόσωπο του Γορ!
Το μαϊμουδάκι, το μπλε πουλάκι και η καμηλοπάρδαλη με τον μακρύ λαιμό, δεν άργησαν να διαδώσουν στα υπόλοιπα ζώα της ζούγκλας την περιπέτειά τους και τη βοήθεια που δέχτηκαν από τον Γορ. Τα άλλα ζώα στην αρχή δεν το πίστευαν! Όμως από περιέργεια τον πλησίασαν και είδαν κι αυτά από μόνα τους ότι πράγματι, ο τρομαχτικός γορίλας είχε πια αλλάξει! Όχι μόνο δεν τον φοβόντουσαν πια, αλλά όλοι ήθελαν να γίνουν φίλοι του!
Από τότε λοιπόν, κανένα ζώο της ζούγκλας δεν θυμάται πια τον άγριο και δυνατό γορίλα που μούγκριζε και χτυπούσε το στήθος του με μανία. Θυμούνται όλοι, έναν ευγενικό και πρόθυμο Γορ, πάντα δίπλα τους να τους βοηθάει στις δυσκολίες που συναντούσαν. Έναν χαμογελαστό και αστείο Γορ, να διασκεδάζει τα μικρά ζωάκια, κάνοντάς τα να ξεκαρδίζονται με τα αστεία του. Έναν τρυφερό Γορ, που σαν μεγάλος αδερφός, κουβαλούσε πάντα στην πλάτη του το μικρό μαϊμουδάκι, όπου κι αν τριγυρνούσε στη ζούγκλα.
Θυμούνται όλοι έναν πραγματικό φίλο!


Μαίρη Γεωργιάδου
Συμμετοχή στον 1ο Διαγωνισμό Παραμυθιού koukidaki
Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το παραμύθι παρακάτω ή/και να το βαθμολογήσετε εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


ΔΩΡΑ - Κλικ σε εκείνο/-α που θέλετε για πληροφορίες και συμμετοχές
Λίλιθ και Λασθινία, Μιχάλης ΓριβέαςΣκοτεινά φεγγάρια, Γιώργος ΔόλγυραςΕυτυχώς που δεν πάθαμε τίποτα, Χρυσούλα ΔιπλάρηΨίθυροι εραστώνΣώματα δίχως χρόνο, Δέσποινα ΣιμάκηΕυδόκιμο μέλι, Νεφέλη ΣμίχεληΛαξεμένοι ψίθυροι, Μαρίζα Καζακλάρη
Ανατομία ενός καλλιτέχνη, Ισαβέλλα ΠρίτσαΤαξίδεψα για να σε βρω, Ν.Βαρδάκας και Φ.ΤσαγανάκηΘ.Θεοδωρής, Πέρα από τις οκτάβεςΣυμβολή στην ιστορία της ΚασσάνδραςΤο μαντήλι της Θέμιδος, Λ. ΚαποπούλουΩκεανός, Μ.ΚατρακηςΤύχη... ουρανοκατέβατη, Δ.Κανλή
Η σιωπή της Περσεφόνης, Θεοφάνης ΠαναγιωτόπουλοςΗ κληρονομιά του αίματος, Νικόλαος ΝτέτσικαςΕνηλικίωση, Νικόλαος Κατέχης
Το αγόρι που δεν ήθελε να μεγαλώσει, Κ. ΙωακειμίδηςΈνα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός, Ευφροσύνη Μαντά-ΛαζάρουΩς εδώ βυθίζομαι, Αναστάσιος ΜεγαλοοικονόμουΌταν η μοίρα εκδικείται, Νίκος Δημητρούλιας